«Τι κούκλα χώρα μάς έταξε ο Θεός και την έχουμε ξεκατινιάσει»: Ο Σταμάτης Κραουνάκης γράφει για τον Αύγουστο του 1998
Από «τ' αυτοκίνητα που κυκλοφορούν φωτισμένα με Πανταζή-Τριαντάφυλλο ντούμπλε φας» μέχρι την Αλίκη, ο Σταμάτης Κραουνάκης περιγράφει τον δικό του Αύγουστο στο ΚΛΙΚ του 1998. Το κείμενο αναδημοσιεύεται αυτούσιο από το αρχείο.
Τεύχος 136, Αύγουστος 1998
Ο ΣΤΑΜΑΤΗΣ ΚΡΑΟΥΝΑΚΗΣ αντί να παίζει με τις νότες παίζει με τις λέξεις.
Κλικ. Για Αύγουστο να το πω; Πώς να το πω που θωρώ ημερομηνία εγγραφής 25/6; Ξαφνικά στην πρώτη περιοχή του περιοδικού θωρώ. Η Σίγμα τα ‘κανε αυτά. Και σε λίγο θα τηλεφωνεί η Σίγμα «τη στήλη σου». Ποια στήλη μου, ρε γαμώτη; Πού σας πετυχαίνω; Τι κάνετε; Πού το ‘χετε κρεμασμένο το μοβιλόφωνο και δεν σας πιάνω; Παρατημένο το Hellas. Oh yes! Κλειστά τα βρήκα τα ξενοδοχεία στην Κυλλήνη — έρημο το βάνγκαλο που ρημαδοπέρασα του Πνεύματος Αγίου; Ρημαδιό τα πανέμορφα χωρία. Τι ‘ν’ τούτα που άρχισαν διακαναλικά οι καναλάρχες για τα φράγκα που δεν πληρώνουν εδώ και χροοοόνια στσι δημιουργούς; Είπα «πνεύματος» και θυμήθηκα «δικαιώματα».
Που σα δεν ντρέπονται. Που τα χώνουν στσι ηλίθιες «ξανθιές – μελαχρινές, μ’ αρέσουν όλες». Θες; Θες κάτι; Σου λείφτηκε το τέρμος; Γκάνιασες στο μυκονιάτικο καλντερίμι, μωρή άφραγκη τηλεκανάλω, όλη μέρα ξάπλα μπας και σταυρώσεις σπόνσορα;
Μπζουστ!
Να πω ότι μ’ άρεσε η αφίσα της κυρίας Μούσχουρη εν Αθήναις με το Sold Out επάνω της; Νόχι! Να σκάσω; Σκάω! Ενώ όμως άρεσα Μαρινέλλα!
Άκουσα το «Έλα γι’ απόψε» στο αυτοκίνητο ενός φίλου μου. Άκουσέ το. Πρέπει, νομίζω, να δεχτούμε ότι αυτή είναι η «πρώτη εκτέλεση». Σπουδαία. Μια γυναίκα που έχει πολλά (όχι πάντα καλά) τραγουδήσει στη ζωή της είπε τώρα που μεγάλωσε να δείξει τι άξιζε, τι αξίζει. Γιατί είναι νέα η φωνή που ακούω εγώ. Πάλλεται. Stop.
Να πω ότι μ’ αρέσουν τ’ αυτοκίνητα που κυκλοφορούν φωτισμένα με Πανταζή-Τριαντάφυλλο ντούμπλε φας; Νόχι! Είπα Τριαντάφυλλο και θυμήθηκα τον «Υβ». Όχι τον Μοντάν της Σινιορέ. Νόχι. Τον άλλο του Ολυμπιακού! Ο Ντέταρι; Ο Κοσκωτάς; Η Σοφία; Η Φρειδερίκη; Οι Τούρκοι; Τα Δερβενάκια; Χωρισμένοι μπαμπάδες με τα παιδάκια τους (είδα πάνω από 20) στο Μπιτς Καλογριά; Μωρή — και, να, ο Ζορμπάς + Los Foustanelas — στο ψυχαγωγικό. Μπζουστ!
Εγώ βρήκα ένα «πάκμαν» και το ξέσκισα. Εφιάλτης.
Τι τα βλέπω και τα γράφω; Scripta Manent. Αλλά τι μπαναλαριό είν’ αυτό; Τι καλλιπλάστικα ιταλοελληνικά μπουαζερί ξενοδοχεία και «μπίτσες».
Διαβάστε επίσης
Ο Ν. μου είπε να κοιτάξω να κάνω «πέντ’ έξι δίσκους» με φίρμες γιατί «θεωρούμαι» στα «κάτω» μου. Από ποιον; Από το «θλιβερά μονόφωνο» περιοδικό περί ελληνικού τραγουδιού; Από τον τραβεστισμό του γούστου; Από τις «ψεύτικες πωλήσεις»; Από τις καλτσούλες που βάζουν νεόκοπα τραγουδιστάκια στο βρακάκι τους για να τους «φουσκώνει»; Άι σιχτίρ, σιχάματα. Μη νομίζετε ότι έχω τα νεύρα μου. Καθόλου. Σας ορκίζομαι. Αλλά μου την έδωσε ο Φ. την απάντηση στο προηγούμενο edito του ΚΛΙΚ. Το πιο in αυτή τη στιγμή είναι να είσαι out. Άσε που είμαστε μέσα στο πατιρντί — και τα θωρούμε — και έχουμε και «διαπλεκόμενα» που μας τα σφυράνε.
Τρέχει τίποτα; Υπάγετε οπίσω μου. Κατάλαβες γιατί η κάθε ψωνάρα χτυπάει πόρτες;
Μας το λένε εξάλλου!
«Γιατί ο “τάδε” είναι καλύτερος;» Τι να πεις εσύ — ότι, ναι, είναι καλύτερος; Σκας και το βουλώνεις. Περάστε με τον κηδεμόνα σας!
Πού βρίσκομαι; Πού λέτε;
Στο καταπληκτικό «γιοτ» ενός κολλητού μου «εφόπλα» με την κονσόλα μου (;) και τους μουσικούς που μ’ αγαπάνε! Και γράφω τραγούδια, τη «σοδειά του Σεπτεμβρίου» και την ταινία του Νίκου Παναγιωτόπουλου! Σα σινεμά φέτο! Νόχι! Κανονική εικόνα.
Κοιτάζω την Ελλάδα! Τι κούκλα χώρα μάς έταξε ο Θεός και την έχουμε ξεκατινιάσει. Α, μπράβο, χτύπα μια κοπανιστή. Και τα τσίπουρα.
Στα 1.300 μέτρα «ο ναός του Επικούρειου Απόλλωνα» — πάνω στην Ανδρίτσαινα — μ’ ένα εγκαταλελειμμένο Ξενία — σκεπασμένος ο ναός με τέντα — κι ο Παναγιώτης, ο φύλακας, ένας άντρας απ’ το χωριό, κέρασε φραπέδες και μίλησε… μίλησε κι ύστερα είπε «να, γι’ αυτό θέλουμε όλοι να πάμε στην Αθήνα. Γιατί εδώ δεν ζούμε τίποτα». Χάζευα εγώ τις σαύρες πάνω στις αρχαίες πέτρες κι έκοβα δυόσμο — δυόσμο κι έχωνα στις τσέπες μου — μύριζε δύο μέρες τ’ αυτοκίνητο. Stop.
«Τα κορίτσια του ’60, του ’70, με τις φράντζες και τις αστείες, αλήτικες φωνές. Απόψε, μωράκι, να κοιμηθείς χωρίς έννοια. Χαμογέλασέ μας κάποτε. Επάνω είναι πολλοί».
Τι τέρατα έχετε χτίσει, ρε μούλαροι, σ’ όλο το Σαρωνίδα – Θυμάρι – Κουβάρι – Λεγραινά; Τι κτηνώδεις ροζ πάστες βίλες; Γιατί δεν αφαιρούνται οι άδειες αυτών των αρχιτεκτόνων; Ποιος τσ’ έχτισε; Το ‘πε κι ο Βασίλης Παπ/νου σ’ ένα πλάνο, «Μόνο τα λογιστικά μας νοιάζουν τους Μεγάλους».
Ναι, αλλά δεν την πουλάμε την εικόνα — έστω — της χώρας.
Παθητικό, η πουτάνα! Ερείπια – Γκρεμίδια – Τα Λουτρά – Τα Hotel – Οι Ναοί – Άνεργοι Αρχαιολόγοι – Αχρησιμοποίητοι Επιστήμονες – Μυστικές Εργολαβίες – Μπζουστ. Είδα και τη Βάσω να χασμουριέται — ενώ μίλαγε ο (Σημ.) — σ’ ένα πλάνο. Τι να κάνει η δόλια! Άνθρωπος είναι κι αυτή.
Ωραία τη βγάζουμε στην πισίνα της θεάς. Δεν σας λέω ποια είναι η θεά. Έτσι κι αλλιώς, ελάχιστες απόμειναν. Εμένα με δέχεται γιατί είμαι χρόνια πιστός της. Κάποτε θα σας το πω. Πάω για βουτιά.
Τι άλλα νέα;
Α, ναι! Θέλω να δω τον Ψάλτη Ερατώ. Θα με πάει κανείς ή θα πάω μόνος μου;
Επίσης — έμαθα — «Σικάγο» «λέει πολύ». Κατρανίδης, Μάλφα, Σαμαρά σκίζουνε. Να πάμε από βδομάδα. Θα δω Κιμούλη-Πιττακή σε «Ορέστη» του Θεάτρου Τέχνης και θα δω και τον Μικ Τζάγκερ — κοντινό — αλλιώς να χέσω τα μέσα που έχω στα media.
Νιώθω τα καλύτερα να ‘ρχονται. Νέοι καλλιτέχνες με όρεξη, ταλέντο και γνώση (πια) γεννιόνται κάθε μέρα. Ε, όχι, δεν θα μας καταπιεί και όλους ο κομπιούτορας. Κάτι πιτσιρικάδες — σκουλαρικάτοι — που τα λένε και γουστάρουνε την αλήθεια και μυρίζονται το ντεμέκ χιλιόμετρα. Τους βλέπω. I speak with them!
Τι, χάλασε η γεννήτρια;
Τηλεφωνήστε να τη φτιάξουνε!
Πάριο-Βανδή θα με πάτε — που μας κάλεσε ο Γιάννης;
Ε, άμα Νόχι, θα πάω μόνος μου.
Αποθεωθείτε, ρε, in the summertime. Δεν θέλω άλλο συναυλιαριό καλοκαιρινό. Βαρέθηκα! 20 χρόνια το «πουρόκ του παρελθόντος μας».
Ένα-δυο καλά. Άντε τρία, τέσσερα, και μετά ξανά βουτιά.
Πεθύμησα ένα κλασικό υποβρύχιο. Και τα «Τέκνα του πλοιάρχου Γκραντ».
Όπου κι αν σας πέτυχα.
Σας λατρεύω.
Αυτό είναι surfing!
Σταμάτης
Αγάπη μου, στα 43 με κουβαδάκι και φτυαράκι.
Dum Spiro Spero.
ΥΓ. 1 Πέθανε η Ρένα Παγκράτη. Όχι! Αυτοκτόνησε με χάπια. Αλληλούια! Σαν ταξιδάκι αναψυχής. Τι τραγούδι να γράψω γι’ αυτό;
«Τα κορίτσια του ’60, του ’70 με τις φράντζες και τις αστείες αλήτικες φωνές.
Απόψε, μωράκι, να κοιμηθείς χωρίς έννοια.
Χαμογέλασέ μας κάποτε.
Επάνω είναι πολλοί».
Ίσως αν είχα το ταλέντο του Β. Β. King. Θα προσπαθήσω.
ΥΓ. 2 Κλείνουν δύο χρόνια από τότε που πέταξες — αναπάντεχα — Αλίκη. Οι τηλεοράσεις δεν άφησαν κανένα κενό, είσαι πάντα εκεί, με πρώτες τηλεθεάσεις.
Όταν την 25η Μαρτίου του ’89 ήρθες να τραγουδήσεις το «οι Έλληνες το νόστιμο το λένε και κουκλάκι», κανείς μας δεν φανταζότανε ότι αυτό το πρόστιμο που το λέγανε — εσύ το διάλεξες — «Βουγιουκλάκη» θα ξεχρέωνε σε τόσο λίγο χρόνο. Φύγατε και γίναν οι πρεμιέρες θλιβερές συναθροίσεις μετρίων.
Εμείς ζούμε ακόμα στη χώρα που δεν δίνει μια Επίδαυρο τον χρόνο — υποχρεωτικά — στον Καρακατσάνη — γιατί αν παίζει μια Επίδαυρο τον χρόνο ο Καρακατσάνης, πώς θα κάνουν «τζόγο» οι τηλεοπτικές φωνούλες — που θέλουν και μια Επίδαυρο για βιογραφικό.
Πώς θα δικαιολογηθούν τα κονδύλια των επιχορηγήσεων; Αχ, Αλίκη, πόσο λίγοι ξέρουν πόσο σ’ ένοιαζε — εκτός από τον εαυτό σου — το «τι τρέχει γενικώς» στη δουλειά. Κι όλοι το λένε τώρα ότι εσύ ήσουν η καλύτερη εργοδότρια, γιατί τους πόναγες τους ηθοποιούς.
Αχ, Αλίκη, που ήσουν τόσο σπάνια σ’ εκείνη τη μεσημεριανή πρόβα του Tennessee, στον πρώτο μονόλογο της Ντελ Λάγκο, και μετά σου είπα «Αλίκη, μη βαφτείς, στην πρώτη πράξη» και είπες «Ε, λιγάκι, για τους προβολείς». Κι όμως, έπρεπε να είχα επιμείνει. Γιατί κανείς δεν ξαναείδε πόσο σπάνια ήσουν — όπως εγώ εκείνο το απόγευμα που δοκιμάσαμε τη μουσική στον μονόλογό σου. Αχ! Αλίκη-Αλίκη: στη Βαλεντάιν τραγούδαγες — πάλι με λόγια Λίνας — «γύρεψα κι εγώ μια θάλασσα πριν με βρει το δειλινό».
Τώρα σου τραγουδάω «αφού μια μόνο Αλίκη γνωρίσαμε εμείς, στα φώτο φίνις, στα φώτο φίνις».
Αλλά το «πρόστιμο» που πλήρωσες χαρίζοντας σε καραμέλες — αυτό το σπάνιο, εσύ το διάλεξες, εσύ το καθιέρωσες. Ανάβω κεριά που φύγατε κι αρχαία λιβάνια.
Στο Γκάζι μου είπες «α, εσύ είσαι πολύ καλός». «Του χρόνου θα σε βγάλω στο θέατρο». Γελάγαμε πάντα όταν βρισκόμαστε. Δεν ήμασταν φίλοι — αλλά σε πήγαινα με χίλια και με πήγαινες κι εσύ. Τώρα σε βλέπω καμιά φορά στον ύπνο μου και στην TV — πάντα κούκλα!
Προτείνω, αν κερδηθεί η μάχη — κάποτε — για τα πνευματικά δικαιώματα «υπέρ των καλλιτεχνών», το «πρόστιμο» που θα πληρώνουν οι καταπίνοντες τον κάματον τον καλλιτεχνικό τριτοκοσμικοί Έλληνες (;) εργοδότες να το βαφτίζαμε «Αλίκη Βουγιουκλάκη»! Έτσι για να πληρωθεί το ρηθέν.
Ζωή σε μας και μνήμη αιωνία — κορίτσι παντοτινό μας.