Τελικά ο Σταμάτης Κραουνάκης είναι καλτ;
Το μακρινό 2004, τη χρονιά των Ολυμπιακών και του Χαριστέα, ο μεγάλος μας μουσικοσυνθέτης Σταμάτης Κραουνάκης μίλησε στο ΚΛΙΚ για το χρήμα, την ευτυχία και το Fame Story. Το κείμενο αναδημοσιεύεται από το αρχείο.
Τεύχος 210, Οκτώβριος 2004 Συνέντευξη: Θανάσης Πάτρας Φωτογραφίες: Κώστας Μητρόπουλος Βοηθός φωτογράφου: Ηλίας Βάκης
Διαβάζοντας το βιογραφικό του στην επίσημη ιστοσελίδα του, αυτό που μου έκανε εντύπωση ήταν το εξής: Το Ποτέ, ένα από τα ωραιότερα ερωτικά τραγούδια, επαναφέρει στην καθημερινότητά του το απόλυτο πάθος (απόλυτα «κραουνακικό» χαρακτηριστικό) αποφεύγοντας τον αυτισμό της καψούρας, αλλά και τον ποιητικό ευνουχισμό του… Άντε να τα βγάλεις πέρα, σκέφτηκα, αλλά πριν με πιάσει πανικός και, αφού είχα διαβάσει αρκετές συνεντεύξεις του, αποφάσισα να τον ξαναρωτήσω για πράγματα στα οποία έχει απαντήσει, για να δω αν εξακολουθεί να έχει την ίδια γνώμη. Και επειδή μαζί με τα ξερά καίγονται και τα χλωρά, το παρατραβήξαμε. Ήταν ένα γελαστό απόγευμα παρέα με έναν πολύ ωραίο Έλληνα.
ΘΑΝΑΣΗΣ ΠΑΤΡΑΣ Το site σας γράφει ότι είστε ένας παθιασμένος Έλληνας συνθέτης που έχει την τύχη να βλέπει τα όνειρά του να γίνονται πραγματικότητα. Γιατί το λέτε αυτό;
ΣΤΑΜΑΤΗΣ ΚΡΑΟΥΝΑΚΗΣ Για τα όνειρα ή για την πραγματικότητα;
Θ.Π. Είστε τόσο γεμάτος;
Σ.Κ. Ναι – ακόμα και τα πιο μακρινά μου όνειρα έχουν αρχίσει σιγά σιγά να γίνονται πραγματικότητα, και αυτό συμβαίνει γιατί είμαι απόλυτα συγκεντρωμένος σ’ αυτό που κάνω, δεν έχω αλλάξει δρόμο, πάω προς τα κει που πάντα ήθελα να πάω.
Θ.Π. Το 1981 που βγάλατε τον πρώτο σας δίσκο πού θέλατε να φτάσετε;
Σ.Κ. Ήθελα να γίνω επώνυμος, και τώρα το μόνο που θέλω είναι να γίνω ανώνυμος.
Θ.Π. Είστε αντιφατικός;
Σ.Κ. Ναι, πάρα πολύ, γιατί πιστεύω ότι χωρίς αντίφαση δεν έχει ενδιαφέρον η ζωή. Εξάλλου, ένα πράγμα που είναι σήμερα έτσι, δεν μπορεί αύριο να παραμείνει το ίδιο.
Θ.Π. Άρα η δήλωσή σας ότι η χώρα αυτή δεν δίνει ευκαιρίες σε ταλαντούχους ανθρώπους είναι αντιφατική…
Σ.Κ. Δεν είναι, γιατί εγώ πήρα την ευκαιρία από μόνος μου, δεν μου την έδωσε κανένας. Η χώρα αυτή προσπαθούσε περισσότερο να μου κόψει τον τσαμπουκά, παρά να μου δώσει την ευκαιρία. Ποτέ στην Ελλάδα δεν έχει προωθηθεί κάτι πραγματικά άξιο. Συνήθως δίνεται τόσο μεγάλο δικαίωμα στους μέτριους να συνασπίζονται και να δημιουργούν κάστες, όπου να μη χωράει τίποτα άξιο, και κάθε άξιο πρέπει να βάλει πάρα πολύ κόπο για να κρατηθεί μέσα στα χρόνια. Εάν δεν βρεθεί το άξιο στη διακριτική ευχέρεια των μετρίων…
Θ.Π. Το Fame Story είναι μια τέτοια ευκαιρία;
Σ.Κ. Όχι, δεν είναι, δεν είναι. Είναι μια ευκαιρία να επιδεικνύονται ψώνια, τα οποία πάνε δωρεάν, ως κομπάρσοι, σε ένα μετριότατο κανάλι.
Θ.Π. Ναι, αλλά σας είδαμε κι εσάς εκεί.
Σ.Κ. Πήγα, γιατί, αφού υποτίθεται ότι όλα αυτά εμπεριέχουν την προσπάθεια επικάλυψης της τέχνης, οφείλω να είμαι παρών έστω και για το ένα παιδί που πιθανώς μπορεί να έχει αξία εκεί μέσα.
Θ.Π. Υπάρχει περίπτωση να γράφατε ποτέ τραγούδια για την Καλομοίρα;
Σ.Κ. Για την Καλομοίρα όχι, αλλά για κάποιο άλλο παιδί που ίσως έχει ωραία φωνή, ναι. Η Καλομοίρα δεν είναι του στιλ μου.
Διαβάστε επίσης
Θ.Π. Πώς ορίζετε το καλτ;
Σ.Κ. Εγώ δεν τα πιστεύω αυτά τα πράγματα.
Θ.Π. Μα πώς δεν τα πιστεύετε, αφού θεωρείστε καλτ;
Σ.Κ. Οι άλλοι με θεωρούν καλτ. Μήπως, τελικά, ό,τι έχει σκέψη είναι καλτ; Κάθε αληθινός καλλιτέχνης οφείλει να είναι καλτ. Οτιδήποτε δεν είναι καλτ είναι, κατά τη γνώμη μου, ένα ευκαιριακό γεγονός, το οποίο καμώνεται τον καλλιτέχνη. Εξάλλου δεν είναι καλλιτέχνες όλοι όσοι δηλώνουν καλλιτέχνες.
Θ.Π. Εσάς ποιος είναι ο αγαπημένος σας καλλιτέχνης,
Σ.Κ. Ένας από τους αγαπημένους μου αυτήν τη στιγμή παγκοσμίως είναι ο Ρόμπι Γουίλιαμς, γιατί είναι καλτ. Είναι μεγάλης λαϊκής γκάμας, πρόσωπο μεγάλης λαϊκής αποδοχής, όμως ξέρει και ποιος είναι ο Μπρεχτ.
Θ.Π. Πείτε μου τη γνώμη σας για τη φιλία.
Σ.Κ. Πιστεύω ότι οι φίλοι μας είναι ο κήπος χωρίς τον οποίο δεν μπορούμε να υπάρξουμε, είναι το χώμα και το νερό μας.
Θ.Π. Είστε λίγο αμετροεπής; Και θα σας εξηγήσω γιατί σας το ρωτάω αυτό. Μου θυμίζετε λίγο τον Θεόδωρο Πάγκαλο, με την έννοια ότι κάποιος ή σας γουστάρει πολύ ή δεν σας γουστάρει καθόλου.
Σ.Κ. Λογικό είναι αυτό, εξάλλου, αν με γούσταραν όλοι, θα ήταν πληκτικό. Αμετροεπής δεν νομίζω ότι είμαι, χρησιμοποιώ απλώς το δικαίωμα του λόγου σαν ελεύθερος από κάθε εξουσιαστικό πλαίσιο και ιδιοκτησία, διατηρώ το δικαίωμά μου να λέω ελεύθερα τη γνώμη μου ανά πάσα στιγμή.
Θ.Π. Το ότι είστε αιρετικός είναι γονιδιακό θέμα;
Σ.Κ. Δεν είμαι αιρετικός. Χριστιανός ορθόδοξος είμαι. Γονιδιακό θέμα είναι μάλλον το γεγονός ότι δεν φοβάμαι.
Θ.Π. Μια και μιλήσατε για ορθοδοξία, είχατε δηλώσει κάποια στιγμή ότι ο αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος είναι ο πρώτος παπάς που δεν είναι σοβαροφανής.
Σ.Κ. Είναι ο πρώτος που χαμογέλασε. Κοιτάξτε να δείτε, σε κάθε εξουσία, είτε είναι θρησκευτική είτε είναι πολιτική, από τη στιγμή που επιτρέπονται κάμερες, όλα τα πράγματα είναι υπό αγορά, όλα έχουν τιμή.
Θ.Π. Η νέα κυβέρνηση πώς σας φαίνεται;
Σ.Κ. Μ’ αρέσει. Μέχρι στιγμής, τουλάχιστον, οι κινήσεις του πρωθυπουργού μ’ αρέσουν πολύ.
Θ.Π. Θα συναντιόσασταν μαζί του αν σας το ζητούσε;
Σ.Κ. Βεβαίως, με πολύ μεγάλη μου χαρά – αν και στο παρελθόν έχω συναντηθεί μαζί του.
Θ.Π. Έχω την εντύπωση ότι αγαπάτε πολύ την κωμωδία.
Σ.Κ. Αγαπώ πολύ την κωμωδία, διότι η κωμωδία είναι πάντα προϊόν δύσκολων καιρών. Η κωμωδία ανθεί πάντοτε, όταν οι κοινωνίες είναι σε πτώση. Σκεφτείτε, για παράδειγμα, τους πολύ μεγάλους κωμικούς οι οποίοι μεγαλούργησαν στη χώρα μας μετά τον πόλεμο. Είχαμε ίσως το μεγαλύτερο κωμικό θίασο σε παγκόσμιο επίπεδο. Η ανάγκη των εποχών γεννάει την κωμωδία και τώρα νομίζω ότι την έχουμε μεγαλύτερη ανάγκη από ποτέ.
Θ.Π. Σε μια συνέντευξή σας είχατε πει ότι το τραγούδι είναι το σουβλάκι του Έλληνα. Μήπως η τηλεόραση αποτελεί το τζατζίκι του;
Σ.Κ. Όχι, η τηλεόραση είναι ένα αίσχος. Η τηλεόραση είναι ένας εφιάλτης. Αυτό το διάστημα που είμαι σε περιοδεία και δεν βλέπω καθόλου τηλεόραση, δεν μπορείτε να φανταστείτε πόσο έχει αλλάξει η ζωή μου. Είναι ένας εφιάλτης, ένας ψεύτικος εφιάλτης, γιατί πολύ απλά δεν είναι αλήθεια τίποτα. Είναι μια κατασκευασμένη αηδία, ειδικά στην Ελλάδα – αν και οι τηλεοράσεις, παγκοσμίως, μοιάζουν, τουλάχιστον στο 80%. Από την άλλη πλευρά, όμως, είναι και κάτι απαραίτητο, που θα φθίνει κι αυτό σιγά σιγά, όσο ο καθένας θα μπαίνει στην προσωπική του τηλεόραση.
Θ.Π. Θέλετε να μου πείτε, δηλαδή, ότι δεν βλέπετε καθόλου τηλεόραση;
Σ.Κ. Καθόλου, ειλικρινά, έχω άλλα πράγματα να κάνω.
Θ.Π. Πώς περνάτε, δηλαδή, τον ελεύθερό σας χρόνο;
Σ.Κ. Δεν μου μένει ελεύθερος χρόνος και, όταν μου μένει, πάλι δεν βλέπω τηλεόραση.
Θ.Π. Τα λάθη σας τα αγαπάτε;
Σ.Κ. Όταν τα αντιληφθώ – γιατί δεν τα αντιλαμβανόμαστε πάντα τα λάθη μας. Σχεδόν πάντα νομίζουμε ότι δεν κάνουμε λάθη. Είμαι 50 χρονών και νομίζω πια ότι, αν είχα να διδαχτώ κάτι από τα λάθη μου, θα το είχα διδαχτεί.
Θ.Π. Έχετε δηλώσει επανειλημμένα ότι οι Έλληνες είναι επιρρεπείς στην προχειρότητα.
Σ.Κ. Είναι επειδή επιβιώσαμε στην Τουρκοκρατία…
Θ.Π. Μετά απ’ αυτήν την τιτάνια ολυμπιακή προσπάθεια έχετε την ίδια γνώμη;
Σ.Κ. Ναι… Δεν είδες πόσο τιτάνια είναι, που κατέληξε να είναι προσπάθεια τριμήνου…
Θ.Π. Έχετε κάποια συμμετοχή στην Ολυμπιάδα;
Σ.Κ. Όχι, αν και μου ζητήθηκε.
Θ.Π. Γιατί;
Σ.Κ. Γιατί εγώ είμαι άνθρωπος που «μπαίνω» πολύ σ’ αυτά που κάνω, και επειδή κατάλαβα ότι αν μπλέξω θα πάθω καρκίνο ή κάτι παρεμφερές, αποφάσισα να μην ασχοληθώ.
Θ.Π. Κάποια στιγμή είχατε πει ότι αν γινόσασταν πρωθυπουργός θα βάζατε κοριούς στα κομμωτήρια.
Σ.Κ. Ναι, γιατί εκεί μέσα λέγονται οι μεγαλύτερες αλήθειες, τις οποίες δεν μαθαίνουν ποτέ οι υπουργοί.
Θ.Π. Θα το κάνατε και τώρα αν γινόσασταν πρωθυπουργός;
Σ.Κ. Κατ’ αρχήν δεν θέλω να αποκτήσω οποιοδήποτε αξίωμα.
Θ.Π. Αν και σας το έχουν προτείνει, φαντάζομαι!
Σ.Κ. Μια φορά έκανα το λάθος να γίνω διευθυντής ΔΗΠΕΘΕ… Κόντεψα να χάσω την υγεία μου και, παρά το γεγονός ότι δημιουργήσαμε καλλιτεχνικό έργο, είναι μία από τις περιόδους της ζωής μου που δεν θέλω να θυμάμαι.
Θ.Π. Τα τραγούδια φτιάχνουν τους τραγουδιστές ή οι τραγουδιστές τα τραγούδια;
Σ.Κ. Η αλήθεια είναι ότι πάντοτε τα τραγούδια φτιάχνουν τους τραγουδιστές. Ένας τραγουδιστής, όσο καλός και να είναι, χωρίς καλό τραγούδι δεν μπορεί να πορευτεί, και αυτό ισχύει ακόμα και στο φτηνό τραγούδι.
Θ.Π. Στα μπουζούκια πηγαίνετε;
Σ.Κ. Αμέ.
Θ.Π. Είστε από τους πρώτους ανθρώπους που σπάσατε το φράγμα έντεχνου και λαϊκού.
Σ.Κ. Ε, όχι και από τους πρώτους! Εξάλλου, η χαζή αυτή κατάσταση δεν υπήρχε παλιά. Ο Χατζιδάκις και ο Θεοδωράκης μήπως δεν έγραψαν μουσική για όλους;
Θ.Π. Τι οδήγησε πιστεύετε στο διαχωρισμό αυτό;
Σ.Κ. Πιστεύω το «μαύρο» χρήμα της νύχτας.
Θ.Π. Αληθεύει ότι πήγατε τον Ρέμο στη SONY για να κάνει τον πρώτο του δίσκο;
Σ.Κ. Όχι, όχι, ποτέ. Ο μόνος άνθρωπος που πήγα στη SONY ήταν ο Κώστας Μακεδόνας.
Θ.Π. Για τον οποίο έχετε δηλώσει ότι μαζί με τον Μπάση και τον Στέλιο Διονυσίου είναι οι καλύτερες λαϊκές φωνές που υπάρχουν σήμερα.
Σ.Κ. Όχι, απλώς δήλωσα ότι είναι οι τρεις φωνές στις οποίες εγώ έδω σα την πρώτη ευκαιρία. Είναι πολύ καλές φωνές, αν και νομίζω ότι απ’ αυτήν τη γενιά ο καλύτερος τραγουδιστής είναι ο Μανώλης Λιδάκης, αμέσως μετά ο Θέμης Αδαμαντίδης και μετά αυτοί οι τρεις.
Θ.Π. Πώς σας φαίνονται τα δέκα αυτά χρόνια που πέρασαν χωρίς τον Χατζιδάκι; Τι λείπει;
Σ.Κ. Ο ίδιος ο Χατζιδάκις ως προσωπικότητα. Το κενό του δεν πρόκειται να καλυφθεί ποτέ, αλλά μας μένει η μουσική του.
Θ.Π. Από πού αντλείτε την έμπνευσή σας,
Σ.Κ. Όχι από τους ανθρώπους πια, αλλά από τους ήχους. Από τον τρόπο που θα δω κάποιον να παίζει κιθάρα, από τον τρόπο που θα χτυπάει κάποιος έναν ντενεκέ, από τον τρόπο που θα κελαηδάει ένα αηδόνι, είμαι συνέχεια σαν ένα ανοιχτό μαγνητόφωνο.
Θ.Π. Ο έρωτας δεν παίζει κανένα ρόλο;
Σ.Κ. Όσον αφορά τον έρωτα, λειτουργώ πλέον ως μόνιμος Σωκράτης. Ξέρεις, χωρίς έρωτα δεν υπάρχει τίποτα. Είναι το βασικότερο όλων.
Θ.Π. Όταν ήσασταν μικρός τι θέλατε να γίνετε;
Σ.Κ. Αυτό που είμαι, δεν παρέκκλινα καθόλου από την πορεία μου, πάντα ήθελα να υπηρετώ την τέχνη με οποιονδήποτε τρόπο. Θα μπορούσα να είμαι σκηνοθέτης, χορογράφος, σκηνογράφος ή οτιδήποτε έχει να κάνει με το θέατρο.
Θ.Π. Αισθάνεστε περισσότερο συνθέτης ή στιχουργός,
Σ.Κ. Συνθέτης, σαφώς, υπό την πλήρη έννοια μάλλον.
Θ.Π. Το θυμό σας πώς τον ξεπερνάτε;
Σ.Κ. Γράφοντας κάτι. Όταν έχω τα νεύρα μου, το κάνω πάρα πολύ συχνά πλέον – γυρίζω το κουμπί και λέω στον εαυτό μου: «Θα εκδικηθώ γράφοντας κάτι».
Θ.Π. Και πιάνει πάντα;
Σ.Κ. Ναι, πιάνει πάντα.
Θ.Π. Περιμένατε ότι η Εθνική Ελλάδας θα έπαιρνε το Πανευρωπαϊκό;
Σ.Κ. Ναι, το περίμενα, γιατί πολύ απλά ένιωθα ότι είχε φτάσει η στιγμή για την Ελλάδα να κάνει κάτι τόσο σημαντικό. Για μένα, πάντως, να ξαναθυμηθεί όλος ο κόσμος με αφορμή είτε το ποδόσφαιρο είτε τα Παιδιά του Πειραιά είτε τον Ζορμπά είτε οτιδήποτε άλλο, την Ελλάδα και το πού βρίσκεται στο χάρτη, είναι πολύ μεγάλη υπόθεση. Απλώς δεν πρέπει να ξεχνάμε ποτέ ότι, εκτός από το ποδόσφαιρο, έχουμε μέχρι σήμερα πάρα πολλούς ανθρώπους που έχουν κάνει την Ελλάδα διάσημη στα πέρατα του κόσμου: Κάλλας, Μητρόπουλος, Παξινού, Θεοδωράκης, Χατζιδάκις, Καραΐνδρου, Αγγελόπουλος.
Ήταν η πρώτη φορά πάντως, που, αν και έχουμε πολλές μεγάλες διακρίσεις στον αθλητισμό τα τελευταία χρόνια, τόσος κόσμος ξεχύθηκε στους δρόμους. Ξέρεις τι με θορύβησε στην ιστορία αυτή τελικά; Ότι αυ-τή η αίσθηση διονυσιασμού που χαρακτηρίζει τους Έλληνες ήταν πολύ καταπιεσμένη και με αυτήν την αφορμή φάνηκε ξεκάθαρα ότι ο Έλληνας το έχει ανάγκη να βγαίνει στους δρόμους, ακόμη και χωρίς αφορμή. Εγώ εύχομαι από δω και πέρα κάθε Σάββατο τουλάχιστον να είναι έτσι…
Θ.Π. Για ποιο λόγο θα νοικιάζατε την ψυχή σας στο διάβολο;
Σ.Κ. Για κανέναν. Εξάλλου, αν τη νοικιάσεις μία φορά, πρέπει να την έχεις συνέχεια υπό ενοικίαση.
Θ.Π. Μια και γράψατε μουσική για τον Πλούτο του Αριστοφάνη, πώς καθορίζετε εσείς την έννοια «πλούτος»;
Σ.Κ. Κατ’ αρχήν πρέπει να μιλήσουμε για τη γενναιοδωρία που πρέπει να έχει ένας καλλιτέχνης για να μοιράζεται την τέχνη του με άλλους. Για μένα είναι βασική αρχή. Η διαθεσιμότητά μου απέναντι στους άλλους καθόριζε και καθορίζει τον πλούτο μου.
Θ.Π. Μου είπατε ότι είστε 50 ετών. Τι δεν έχετε κάνει μέχρι σήμερα;
Σ.Κ. Μια μεγάλη όπερα.
Θ.Π. Σε προσωπικό επίπεδο;
Σ.Κ. Πολλά πράγματα που αποφάσισα πολύ γρήγορα ότι δεν θα τα κάνω, όπως, π.χ., οικογένεια, γιατί δεν νομίζω ότι είμαι ο κατάλληλος άνθρωπος. Κατ’ αρχήν θα βαριόμουν γρήγορα και δεν είμαι σε θέση να εκπαιδεύσω ένα παιδί που θα είναι ιδιοκτησία μου. Είμαι πολύ καταπιεστικός με ό,τι μου ανήκει, γι’ αυτό έχω και πολύ αφαιρετική σχέση με την ιδιοκτησία. Προτίμησα να έχω ανά πάσα στιγμή την ελευθερία να είμαι εγώ και μια βαλίτσα.
Θ.Π. Αν το θεωρήσουμε αυτό ελάττωμα, πείτε μου ένα προτέρημά σας.
Σ.Κ. Ειλικρίνεια, θανατηφόρα ειλικρίνεια. Είναι σκληρό να προτιμάς την αλήθεια από την υπεκφυγή, αλλά είναι πάντα σωστό.
Θ.Π. Έχετε δηλώσει ότι θα αποχωρήσετε όταν θα αισθανθείτε ντεμοντέ.
Σ.Κ. Βεβαίως και θα τα παρατήσω όταν θα καταλάβω ότι δεν μπορώ να κατανοήσω την εποχή…
Θ.Π. Την αφουγκράζεστε πλήρως την εποχή;
Σ.Κ. Πλήρως.
Θ.Π. Και τι σας θλίβει;
Σ.Κ. Η βιασύνη. Οι άνθρωποι ξεχνάνε ότι ο χρόνος που ζουν είναι συγκεκριμένος. Αν αυτό το καταλάβαιναν όλοι, θα έδιναν πολύ λιγότερη σημασία σε πράγματα τα οποία δεν έχουν καμία αξία, όπως το κυνήγι των χρημάτων, ας πούμε. Μας παρασύρει τόσο πολύ η ιστορία του, που χάνουμε τη χαρά τού τώρα, τη χαρά μιας επαφής, τη χαρά να δώσουμε χρόνο στον εαυτό μας,
Θ.Π. Δεν πιστεύετε, δηλαδή, ότι το χρήμα αγoράζει τα πάντα;
Σ.Κ. Όχι και τα πάντα.
Θ.Π. Δεν αγοράζει και λίγο την ευτυχία;
Σ.Κ. Αγοράζει τις μηχανές της ευτυχίας, αλλά όχι και την ευτυχία. Η ευτυχία θέλει ανθρώπους, θέλει κέφι – κέφι μπορεί να κάνει και μια πολύ φτωχή οικογένεια γύρω από ένα τραπέζι…
Θ.Π. Ποια είναι η πιο ειδυλλιακή εικόνα που έχετε μέχρι τώρα και δεν θα την ξεχάσετε ποτέ;
Σ.Κ. Ήταν ένας Δεκαπενταύγουστος στο Παλέρμο με τη Λίνα Νικολακοπούλου. Έπαιζε μια στρατιωτική μπάντα και τρώγαμε σε ένα υπέροχο εστιατόριο με πέργκολες και πράσινα πλακάκια. Η θάλασσα ήταν σκοτεινιασμένη, γιατί ήταν σούρουπο, και από την απέναντι πλαγιά ο Στρατός έριχνε στον ουρανό δεκάδες πυροτεχνήματα. Ήμαστε ανάμεσα σε μια ακρόπολη του 5ου αιώνα και ένα κάστρο του 16ου και εκατοντάδες παιδιά τριγύρω μας αγόραζαν μύδια και μπίρες από πλανόδιους με παλιά τρίκυκλα. Ήταν μια υπέροχη βραδιά.
Θ.Π. Τι δεν έχετε πει ποτέ σε συνέντευξή σας και θα θέλατε να το έχετε πει;
Σ.Κ. Δεν με έχει ρωτήσει ποτέ κανένας για ποιον δουλεύω. Θα πω, λοιπόν, για πρώτη φορά ότι δουλεύω για τον έναν που έχω απέναντί μου και όταν βλέπω ότι έρχονται δύο, βλέπω ότι έχω πετύχει 100%.
Θ.Π. Δεν δουλεύετε για σας, δηλαδή;
Σ.Κ. Όχι, γιατί αν δούλευα για μένα, δεν θα δημοσιοποιούσα το έργο μου.
Θ.Π. Κλείνοντας, θα ήθελα να επιστρέψουμε στην αρχή της κουβέντας και σε κάτι που είπατε και μου έκανε μεγάλη εντύπωση. Είπατε ότι «η μαλακία είναι ανίκητη». Γιατί το λέτε αυτό;
Σ.Κ. Γιατί είναι κόλλημα. Είναι ζεστή κουβέρτα το κόμπλεξ, που λένε. Όποιος δεν θέλει να ξεκολλήσει, το φοράει. Αυτό δεν μπορείς να το πολεμήσεις, πρέπει να ξύσεις από πάνω σου πολύ πράγμα.
Θ.Π. Ποιοι άνθρωποι σας θυμώνουν;
Σ.Κ. Αυτοί που με υποχρεώνουν να τους θυμίζω ποιος είμαι. Αυτοί οι άνθρωποι με αναγκάζουν να μην τους ξαναμιλήσω ποτέ…