24 ώρες με το ΚΛΙΚ στην καλοκαιρινή Αθήνα του 1998

24 ώρες με το ΚΛΙΚ στην καλοκαιρινή Αθήνα του 1998

Πόσα έχουν μείνει ίδια και πόσα έχουν αλλάξει από αυτό το σαφάρι; Το κείμενο αναδημοσιεύεται αυτούσιο από το αρχείο.

Τεύχος 136, Αύγουστος 1998

ΚΕΙΜΕΝΟ: ΓΙΩΡΓΟΣ ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ ΦΩΤΟ: ΝΙΚΟΣ ΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ

Ο κόσμος έχει αρχίσει να αποδημεί εδώ και καιρό για κάποια από τα νησιά. Εμείς όχι. Ο Σάκης, η Λουίζα και η Κατερίνα έχουν κοιμηθεί σπίτι μου, μπροστά στην τηλεόραση, βλέποντας επεισόδια «Absolutely Fabulous». Έχοντας ξεμείνει στην Αθήνα, δεν το βάζουμε κάτω και, μετά από ένα χορταστικό δεκάωρο ύπνο, αποφασίζουμε να ανακαλύψουμε την καλοκαιρινή πρωτεύουσα που όλοι σνομπάρουν.

09:00 Πρωινά με θέα

Ξυπνάμε με τη λέξη «πρωινό» να προκαλεί έντονα το στομάχι μας. Η Κατερίνα, σπιτόγατα όπως είναι, ντύνεται για να πεταχτεί στον φούρνο και να μας κάνει την έκπληξη: φρυγανιές, ζεστό ψωμί, γαλατομπούρεκα, χυμοί. Σκοπεύει σε ένα ηλιόλουστο πρωινό στη βεράντα-ζούγκλα με θέα τον Υμηττό. Ευτυχώς, την αντιλαμβάνομαι εγκαίρως: «Εγώ πιάτα δεν πλένω μες στον καύσωνα. Δεν φτάνει που μείναμε κατακαλόκαιρο σπίτια μας. Ντυθείτε να βγούμε έξω…»

Σκέφτομαι τον «Διόνυσο», κάτω από την Ακρόπολη. Παλιό, δοκιμασμένο και πολύ καλό για ένα ελαφρύ πρωινό. Άσε που είναι ιδανικό αυτή την ώρα (Μετά τις 11 δεν μπορείς να σταθείς από τον ήλιο). Την πρωτοτυπία της επιλογής ακυρώνει η Λουίζα, που σπεύδει να δηλώσει κατηγορηματικά: «Εγώ κέντρο δεν πάω πρωινιάτικα. Αν είναι να πάμε κάπου, ας κατέβουμε στον Πειραιά να δούμε και λίγο θάλασσα». Η αλήθεια είναι πως μια γερή ομελέτα για πρωινό στο «The All Sports Café», πάνω στη μαρίνα Ζέας, με θέα τον Αργοσαρωνικό, είναι ό,τι πρέπει. «Μήπως θα θέλατε να πεταχτούμε και στην Αίγινα για τσιγάρα;»

Η ώρα έχει πάει 10:30 και είμαστε στο Δελφίνι για Αίγινα — όχι βέβαια για τσιγάρα, αλλά για το πολυπόθητο πια πρωινό. Ο αγουροξυπνημένος Σάκης ακόμα αναρωτιέται γιατί άνοιξε το στόμα του… Η θάλασσα και το ταξίδι σού φτιάχνουν τη διάθεση. Όσο για την όρεξη, φροντίζει ο Μπέσης με ελληνικό καφέ, χυμούς, πάστες και τα συναφή, μπροστά σε καϊκάκια που έχουν μετατραπεί σε μικρά μανάβικα.

13:00 Αθήνα και πάλι Αθήνα

Πιστοί στην απόφασή μας, οι 4 μικροί Αθηναίοι εξερευνητές επιστρέφουμε στον Πειραιά όλο κέφι, ζωντάνια και θερμίδες (δηλαδή, ενέργεια). Ο Κεραμεικός είναι από τα ελάχιστα μέρη στο κέντρο της Αθήνας που προσφέρονται για έναν ήσυχο και διαλογιστικό περίπατο. Ο Ηριδανός —ό,τι έχει απομείνει από το ποτάμι— προσθέτει στη μαγεία του αρχαιότερου νεκροταφείου της πρωτεύουσας (γιατί περί αυτού πρόκειται).

Περπατάμε μέσα από τα μνημεία για αρκετή ώρα, έχοντας χάσει εντελώς την αίσθηση του χρόνου. Το ραντεβού με την Κατερίνα και τη Λουίζα (αυτές προτίμησαν να περιπλανηθούν στον πιο κοσμοπολίτικο Βασιλικό Κήπο, ταΐζοντας τις πάπιες κουλουράκια και πασατέμπο) μας επαναφέρει στην πραγματικότητα. Φτάνουμε με μισή ώρα καθυστέρηση και τις βρίσκουμε καθισμένες στο μικρό παλιό κιόσκι να τρώνε γλυκό του κουταλιού.

«Θέλαμε να αποφύγουμε τον ήλιο και καθίσαμε εδώ». Κοιταζόμαστε με τον Σάκη και είμαστε απόλυτα σίγουροι πως δεν κούνησαν ούτε δευτερόλεπτο από το καφενείο (κάτι η αλλαγή φρουράς σε απόσταση αναπνοής, κάτι η ζέστη, πάλι νηστικοί έμειναν οι κύκνοι). Δεν υποκύπτουμε, όμως, στον πειρασμό της ακινησίας. Θα περάσουμε ολόκληρη την ημέρα εν κινήσει. Τις χώνουμε στο αυτοκίνητο και ξεκινάμε για Βάρκιζα.

15:00 Αθλοπαιδιές

Πού ακριβώς πηγαίνουμε, αν επιτρέπετε; Να κάνουμε αυτό που κάνουν όλοι το καλοκαίρι: Μπάνιο στη θάλασσα. Είχα βάλει στόχο τον «Λευτέρη», ένα μπαράκι στο δεύτερο λιμανάκι μετά τη Βουλιαγμένη. Το μάθαμε όταν πηγαίναμε αργά τα βράδια για ποτό πάνω στην ξύλινη εξέδρα κι ακούγαμε reggae. Όταν ανακαλύψαμε πως λειτουργεί από το πρωί προσφέροντας και θαλάσσια σπορ, το αγαπήσαμε.

Εγώ θα επιχειρούσα να κάνω για πρώτη φορά scuba diving (λίγο πιο κάτω) και η Λουίζα —δεινή αθλήτρια— θα ξανάκανε θαλάσσιο ποδήλατο μετά από έναν χρόνο αποχής. Μόνο που υπήρχε κάτι που δεν είχα υπολογίσει: α) Η Κατερίνα σιχαίνεται τον ήλιο, και β) ο Σάκης δεν σιχαίνεται μεν τον ήλιο, αλλά… «Αρνούμαι να γκρεμοτσακίζομαι στα βράχια μόνο και μόνο για να σας βλέπω να παριστάνετε τους αθλητικούς τύπους. Αφήστε μας στη Λίμνη και πηγαίνετε εσείς όπου θέλετε».

Η Λίμνη της Βουλιαγμένης προσφέρεται ακριβώς για τέτοιους τύπους. Είναι όσο ήσυχη πρέπει, αρκετά οργανωμένη, με τραπεζάκια, ομπρέλες και ξαπλώστρες, και παρ’ όλες τις προκαταλήψεις έχει καθαρά νερά. Όσο για τη θέα, είναι ένα εξωπραγματικό, πανέμορφο τοπίο, που οι περισσότεροι Αθηναίοι αγνοούν: μια ηλιόλουστη, καλυμμένη έκταση από θαλάσσιο νερό (μη σας ξεγελά το όνομα), φραγμένη από ψηλούς, απόκρημνους βράχους. Έτσι η Κατερίνα θα καθόταν στην αγαπημένη της σκιά και ο Σάκης θα διάβαζε το τελευταίο βιβλίο της Τόνι Μόρισον, «Sula», που κουβαλούσε ολόκληρη τη μέρα μαζί του.

Ο αθλητισμός μας εξουθένωσε γρηγορότερα απ’ ό,τι είχαμε υπολογίσει. Λαχανιασμένοι όπως είμαστε, ανεβήκαμε παραπατώντας στο αυτοκίνητο και πήγαμε να βρούμε τους άλλους όπως τους είχαμε αφήσει. «Μα καλά, ακόμα δεν βουτήξατε;» ρωτάω την Κατερίνα. Ο Σάκης βιάζεται να με επαναφέρει στην πραγματικότητα. «Είσαστε στα καλά σας; Ούτε μια ώρα δεν πέρασε από τότε που μας αφήσατε». «Να χαρώ εγώ αθλητές».

Αποφύγαμε τον περαιτέρω εξευτελισμό προτείνοντας να πάμε κάπου για φαγητό.

17:00 Περί ορέξεως…

Ονειρεύομαι καραβίδες, γαρίδες, φρέσκο λυθρίνι, ντοματοσαλάτα και πολύ πολύ λευκό κρασί παραγωγής. Η «Μαργαρώ», που φαντασιώνει η Κατερίνα, βρίσκεται στον Πειραιά (Χατζηκυριάκου 126) και η κουζίνα της περιλαμβάνει αυτά και τίποτα άλλο. Η Κατερίνα, θέλοντας να είναι πιο συγκεκριμένη, μας πληροφορεί ότι η εν λόγω ταβέρνα βρίσκεται ακριβώς έξω από την είσοδο της Σχολής Ναυτικών Δοκίμων.

Κέντρο… φαγητά κατσαρόλας… μαγειρευτά… κάτω από τη σκιά ενός δέντρου… Η εικόνα αυτή βρίσκεται στην Πλάκα (Διογένους 4). Οι λάτρεις της κατσαρόλας θα εκτιμήσουν δεόντως όχι μόνο τον «Πλάτανο», αλλά και την ομορφιά της Πλάκας τη συγκεκριμένη απογευματινή ώρα.

Η Λουίζα όλη αυτή την ώρα ήταν βυθισμένη στις δικές της εξισώσεις, αγνοώντας αυτές της Κατερίνας και του Σάκη… «Κολωνάκι… βιτρίνες… καταστήματα… ρούχα… παπούτσια… Βρε παιδιά, μήπως να πηγαίναμε στο “Food Company”;» Καθόμαστε στο μικρό, άνετο, all-day restaurant, Αναγνωστοπούλου και Δημοκρίτου. Οποιονδήποτε συνδυασμό μπορεί να φανταστεί κανείς σε σαλατοριζομακαρονάδες θα τον βρει εκεί: Πένες με σπανάκι, τα κινέζικα noodles του Σάκη και τα δικά μου μακαρόνια με λιαστές τομάτες.

Απολαμβάνουμε την ησυχία της Αναγνωστοπούλου, ενώ η Λουίζα μας δείχνει ό,τι πρόλαβε να αγοράσει μέχρι να μας σερβίρουν το φαγητό. «Τι ώρα έχει πάει;» ρωτάει ο Σάκης αγωνιωδώς. «Έξι και μισή, γιατί;» Ακούγεται η φωνή της Λουίζας μέσα από μια σακούλα Sotris.

«Πρέπει να γυρίσουμε σπίτι. Έχω ξεχάσει να κατεβάσω τις κόρες μου». Οι κόρες είναι τα δύο σκυλιά του Σάκη, Abyss και Sheba. Παρά τις ενστάσεις της Κατερίνας (η Λουίζα δεν πρόβαλε καμιά αντίρρηση, αφού θα δοκίμαζε και τα ψώνια της), κατευθυνθήκαμε προς τον Χολαργό.

21:00 Σινεμά ο Παράδεισος

Έχουμε κάνει μπάνιο, παίξαμε με τις κόρες του Σάκη, θαυμάσαμε τα καινούργια αποκτήματα της Λουίζας, ντυθήκαμε, μπήκαμε στο αυτοκίνητο και σαν τους τρελούς φτάσαμε στον κινηματογράφο «Όασις» στο Παγκράτι. Το θερινό σινεμά θα είναι πάντα μοναδικό προνόμιο του ελληνικού καλοκαιριού. Αυτή τη φορά δεν υπάρχουν διαφορετικές προτάσεις, για τον απλούστατο λόγο ότι το σινεμά που πάμε είναι μο-να-δι-κό.

Κατ’ αρχήν είναι παλιό και κλασικό. Βουτηγμένο στο πράσινο, αρνείται να εκσυγχρονίσει τον ήχο του (και πολύ καλά κάνει), κι έτσι δεν νιώθεις τον παραμικρό ψίθυρο του έργου να σου πριονίζει τον εγκέφαλο — απλά χαίρεσαι την ταινία που παρακολουθείς χωρίς ημικρανίες. Μετά είναι και οι ιδιοκτήτριες, δύο γλυκύτατες ηλικιωμένες κυρίες — θα ‘παιρνα όρκο πως είναι δίδυμες — οι οποίες δεν ακολουθούν τα box offices και απλά παίζουν τις ταινίες που τους αρέσουν. Έτσι το ρεπερτόριο περιλαμβάνει τους καλύτερους σκηνοθέτες, με σπάνιες ταινίες και υπέροχη ατμόσφαιρα. Με λίγα λόγια, ο παράδεισος του σινεφίλ.

23:15 Και τώρα τι;

Έχουν περάσει δύο ολόκληρες ώρες χωρίς να διαφωνήσουμε σε κάτι. Για να σπάσει αυτή η μονοτονία, ο Σάκης προτείνει να πάμε να πιούμε ένα ποτό. Εγώ με την Κατερίνα δηλώνουμε κατηγορηματικά πως αρχίζουμε να πεινάμε και πάλι. Η Λουίζα είναι απορροφημένη σε κάτι άλλο και επειδή η πλειοψηφία νικά… «Εγώ θέλω να φάω ελληνικά, θέλω να με δει κόσμος, να πάμε σε κάτι καινούργιο… Τι τα πήρα, τέλος πάντων, όλα αυτά τα ρούχα; Κάτι καινούργιο…»

Στο Γκάζι (Περσεφόνης 41), το «Μαμάκας» είναι κάτι καινούργιο, με σπιτική ελληνική κουζίνα, μαγειρεμένη από τις μαμάδες των ιδιοκτητών του, και πολύ πρόθυμο service. Ξύλο και μέταλλο σε καλοκαιρινά, ανοιχτά και δροσερά χρώματα, μοντέρνος διάκοσμος και διαφορετικά επίπεδα (ο προτζέκτορας μόνο να έλειπε…) «Θα έχει πάρα πολύ κόσμο. Κι αν δεν βρούμε τραπέζι; Κατερίνα, βαριέσαι να οδηγήσεις μέχρι το Χαλάνδρι;» (τώρα μας έπιασε η συμπόνια).

Δεν έχω πάει ποτέ στον «Κήπο της Εδέμ» (Γκίνη, Πλ. Δούρου) και κανένας από εμάς δεν έχει δοκιμάσει λιβανέζικη κουζίνα, εκτός από τον Σάκη. Καθόμαστε μέσα σ’ έναν κήπο που μοσχοβολάει και δοκιμάζουμε σαούρμα και κίμπε και διάφορους άλλους άγνωστους μεζέδες με εξίσου άγνωστα ονόματα. Το καταπληκτικό φινάλε περιλαμβάνει ναργιλέ με άρωμα μήλου (και γενικότερα μόνο φρούτων).

01:15 Όποιος τη νύχτα περπατεί…

Η Πλατεία Αβησσυνίας είναι ένα έξοχο μέρος να αρχίσει κανείς το ποτό. Τα μικρά τραπεζάκια είναι πάνω στον δρόμο της πλατείας, το φεγγάρι γεμάτο από πάνω μας, και η Βούλα που τραγουδάει Χατζιδάκι κάνει το ούζο να κατεβαίνει ακόμα πιο εύκολα. «Σάκη, είσαι παράφωνος, σταμάτα».

Η Κατερίνα βιάζεται να μας επιδείξει —για άλλη μια φορά— πως όχι μόνο διαθέτει μουσική παιδεία, αλλά και καλή φωνή. Εμείς την αφήνουμε γιατί δεν κακίζουμε ποτέ κανένα. Μετά από μια μικρή στάση στο «Backstreet», να χαιρετήσουμε κάτι φίλους, ανεβαίνουμε στην Κηφισιά για να πάρουμε την Ηρώ από το «Bitten Fatten» (Πλ. Αγ. Δημητρίου 14).

Χαζεύοντας κανείς τον κατάλογο μένει άφωνος από τη συλλογή μπίρας που υπάρχει. Ωραία μουσική, με ωραίο κόσμο που ξέρει ή μαθαίνει να πίνει μπίρα, μόνο που… «Αφού δεν μας αρέσει η μπίρα, γιατί δεν φεύγουμε σιγά σιγά;» Η Ηρώ μας κοιτάει λίγο λοξά —είναι η μόνη που της αρέσει αυτό το ποτό— και μόλις τελειώνει το ποτήρι ανακοινώνει πως ήρθε η ώρα να κατέβουμε προς την παραλία. «Αν πάμε σε club εγώ θα πάω σπίτι», δηλώνει η Κατερίνα έντρομη.

Η Λουίζα σταθμίζει λίγο την κατάσταση και προσθέτει: «Κι εγώ το ίδιο. Δεν πάω να στριμωχτώ με άλλους δύο χιλιάδες με πολύχρωμα μακό και τζην — το ξέρετε πόσο σιχαίνομαι τα τζην». Μετά τον εφησυχασμό της Ηρώς ότι δεν πηγαίνουμε σε club, τα πράγματα επανέρχονται στην αρχική τους χαρούμενη διάθεση, με μερικές σταγόνες απορίας, καθ’ ότι η Ηρώ δεν μας λέει πού πάμε.

Το «Skipper» ξεκίνησε ως καντίνα στη Μαρίνα Αλίμου, με πλαστικές καρέκλες και χαμηλή μουσική. Τώρα σουλουπώθηκε, έγινε κανονικό bar και μαζεύει αρκετό κόσμο. Εκεί γίνεται πολύ κέφι μέχρι αργά. Ιδανική τοποθεσία για ρομαντικούς και ονειροπόλους ιστιοπλόους. «Δεν πίνετε το ποτό σας να φεύγουμε; Δεν μπορώ να κοιτάω τα σκάφη να κουνιούνται, με πιάνει ναυτία… Τι με κοιτάτε έτσι;» Μετά από διάφορα σχόλια για την παραξενιά μου, τους πείθω πως είναι καιρός να πάμε και κάπου αλλού.

Πριν καν προλάβουμε να το πούμε, η Κατερίνα παθαίνει ένα αμόκ και κοντεύουμε να τρακάρουμε με ένα φανάρι. «Το “Ζ-00” έκλεισε για καλοκαίρι. Να ξεχάσετε αυτά που ξέρετε. Εγώ “Alarm” δεν πάω». Τα πρώτα γελάκια αρχίζουν και η Λουίζα ρωτάει τάχα με απορία: «Μα γιατί, Κατερίνα μου; Τι έχει το “Alarm”;»

«Μην κάνετε πως δεν ξέρετε. Κάθε φορά που πηγαίνουμε, μόνο κοντοί και άσχημοι μου την πέφτουν. Σας το λέω για τελευταία φορά: “Alarm” ΔΕΝ πάω». Μπαίνουμε στο αγαπημένο εδώ και χρόνια «Alarm» καμιά ώρα πριν κλείσει. Εδώ η μουσική δεν εξημερώνει τα ήθη — αντιθέτως, τα ζωντανεύει. Ένα ολόκληρο μαγαζί χορεύει και διασκεδάζει. Πολύ ωραία μουσική (από trip-hop μέχρι και jungle μερικές φορές), πολύ ωραίες φάτσες —ασχέτως με το τι λέει η τρελή φίλη μας. Ένα μπαρ με χρώμα, design και ευρηματικό γούστο.

06:00 Η καλή μέρα…

«Τι θα λέγατε για πρωινό στην Αγορά;» «Σιγά μην πάμε στην Αγορά. Εγώ προτείνω να πάμε στο “Hilton” και να αδειάσουμε τον μπουφέ στο “Βυζαντινό”». «Γιατί δεν πεταγόμαστε στο “Τραμ” να τσιμπήσουμε κάτι όλοι μαζί;» Τέταρτος δεν έκανε πρόταση. Η Λουίζα είχε αποκοιμηθεί πάνω μου.

Μισή ώρα μετά, είμαστε και οι τέσσερις στο κρεβάτι και έχουμε ανοίξει την τηλεόραση για να χαζέψουμε καρτούν. «Ωραία δεν περάσαμε σήμερα;» ρωτάω. Σιγή. Λέω, «ωραία δεν περάσαμε σήμερα;» Γυρνάω να δω γιατί δεν παίρνω απάντηση. Όταν ξανάνοιξα τα μάτια μου ήταν εννιά ώρες αργότερα.

Σχετικά άρθρα