«Καποδίστριας»: Προσοχή στο κενό μεταξύ Ιστορίας, μύθου και σινεμά
Η βιογραφία του πρώτου κυβερνήτη του ελληνικού κράτους δια χειρός Γιάννη Σμαραγδή είναι ένα αποτυχημένο κολάζ εθνικών μυθευμάτων.
Ένα από τα περιστατικά που λείπουν από τον «Καποδίστρια», spoiler alert, είναι το σκηνικό με την άφιξη της πατάτας στον ελλαδικό χώρο. Απουσιάζει σωστά, αφού πρόκειται για αστικό μύθο, όπως και πολλοί άλλοι που έχουν ρίζες στην περίοδο γύρω από την ίδρυση του ελληνικού κράτους. Αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα πως ο Γιάννης Σμαραγδής, σκηνοθέτης μιας ακόμα βιογραφίας Μεγάλου Έλληνα™ («Καζαντζάκης», «El Greco»), προχώρησε στην προαναφερθείσα «παράλειψη» λόγω ζήλου για την υπεράσπιση της ιστορικής αλήθειας. Κυρίως διότι η ταινία του βρίθει ανακριβειών, με αποκορύφωμα μεταξύ άλλων την αναφορά στο μινωικό πολιτισμό, καμιά εξηνταριά χρόνια προτού ανακαλυφθεί! Περισσότερο και πιθανότερο, βέβαια, το παραπάνω μη-συμβάν απλώς να μην ταίριαζε στο κολάζ εθνικών μυθευμάτων που έτσι κι αλλιώς είναι, πρακτικά, το «Καποδίστριας – The Movie».

Ο βαθμός στον οποίο το φιλμ απέχει από την πραγματικότητα, πάντως, είναι το λιγότερο από τα προβλήματά του. Η γοητεία των biopics, εξάλλου, οφείλεται στο πώς ισορροπεί η εντύπωση με την αντικειμενική καταγραφή, η ενστικτώδης – δημιουργική αναζήτηση στο ψυχισμό ενός υπαρκτού ήρωα και όσα τον εξανθρωπίζουν. Σκηνοθετική λογική η οποία, ωστόσο, εδώ απουσιάζει πλήρως. Ο «σμαραγδικός» Καποδίστριας, παρά τη φιλότιμη προσπάθεια του πρωταγωνιστή Αντώνη Μυριαγκού, δεν διαθέτει κανένα ουσιαστικό χαρακτηρολογικό στοιχείο, άγνωστη έννοια το συναισθηματικό βάθος στο σενάριο, ούτε και αναπτύσσεται περαιτέρω στην εξέλιξη της ταινίας. Από την αρχή ως το τέλος είναι ένας… θεόσταλτος σωτήρας με οδηγό του μια «άυλη μορφή» που παραπέμπει στην Παναγία(!), ο οποίος γνωρίζει την αποθέωση σε κάθε σκηνή όπου εμφανίζονται, ανεξαρτήτως του τι κάνει. Η υπερβολή δε στον τρόπο απόδοσης αυτού του θαυμασμού που αγγίζει σε στιγμές τα όρια της κωμωδίας. Αλλά μέχρι εδώ, σκηνοθετικά δεν ξεφεύγει τίποτα από τη συνταγή που έχει καθιερώσει ο Σμαραγδής. Η οποία, συνοπτικά, βασίζεται σε αναμάσημα, εν είδη κατήχησης, κατασκευασμένων εθνικών αφηγήσεων, απουσία στοιχειώδους δραματουργίας και καμία απολύτως διάθεση εμβάθυνσης σε πιο μύχιες ή πολύπλοκες πτυχές του ψυχισμού των προσωπικοτήτων που τον αφορούν.

Η άρνηση οποιασδήποτε κριτικής «αναμέτρησης» με την Ιστορία έχει δύο συνέπειες. Από τη μία, κινηματογραφικά χαντακώνεται το ίδιο το υλικό. Εν προκειμένω, ας πούμε, οι επιδέξιες διπλωματικές ικανότητες του Καποδίστρια περιορίζονται σε απλοϊκές φράσεις ή φορσέ μειδιάματα, την ώρα που το πλούσιο πολιτικό παρασκήνιο, από τις δράσεις της Φιλικής Εταιρείας μέχρι την παρασκηνιακή δολοπλοκία, περνά σε δεύτερη μοίρα. Προτεραιότητα, σωστά μαντέψατε, έχουν και πάλι αστείες σεκάνς οπαδικού ντελίριου στους δρόμους του Ναυπλίου, πασπαλισμένες με αέρα συνωμοσιολογίας. Από την άλλη, η έμφαση του Σμαραγδή στο πατριωτικό αίσθημα και δη το πρόσωπο του Καποδίστρια, έστω και με αυτον το γραφικό τρόπο, εξαργυρώνει τη συσπείρωση γύρω από το συναισθηματικό – ιδεολογικό αντίκτυπο των εικόνων, αποσπώντας την προσοχή από το πόσο ατημέλητο είναι πραγματικά το τελικό αποτέλεσμα. Από την απροσεξία σε σκηνογραφικές λεπτομέρειες, μέχρι την εμμονή να επαναλαμβάνεται η εξέλιξη της πλοκής σε κάθε δεύτερη σκηνή. Αναφέρουμε επίτηδες ελαττώματα για τα οποία δεν ευθύνονται οι τυχόν περιορισμοί του πενιχρού(;) προϋπολογισμού της παραγωγής. Διότι, στην τελική, είναι πιο ανακουφιστικό να ανακυκλώσεις ένα κακομοίρικο αφήγημα που διατυπώνει παγιωμένες προκαταλήψεις του στιλ «όλοι συνωμοτούν εναντίον μας γιατί θέλουν το κακό μας», παρά να φτιάξεις ένα αληθινά ενδιαφέρον κινηματογραφικό έργο – χωρίς να αλλάξεις καν θέμα!

Ο «Καποδίστριας», κοινώς, είναι μια φλύαρη επίκληση σε ένα εθνικό συναίσθημα που ενθουσιάζεται με τους μύθους και εξοργίζεται με τις άβολες αλήθειες. Είναι ξεπερασμένο σινεμά της σχολής Τζέιμς Πάρις («Παπαφλέσσας»), όσο και αν φέρεται σαν να ανήκει στο «μεγάλο ευρωπαϊκό σινεμά». Μόνο που αυτό το τελευταίο καταφέρνει να πλάθει αντίστοιχου εκτοπίσματος εποποιίες, ενώ εδώ αυτό που έχουμε παραπέμπει περισσότερο σε ένα φεστιβάλ πρόχειρου, ευκαιριακού και λαϊκιστικού πατριωτισμού. Μια χαρά να βρίσκουν το δρόμο τους στις μαρκίζες τα (εθνικά) παραμύθια αλλά αν γίνεται, τουλάχιστον, ας βλέπονται.