Οι «Ζωές των Άλλων» 20 χρόνια μετά: Υπάρχουν και καλοί ρουφιάνοι

Οι «Ζωές των Άλλων» 20 χρόνια μετά: Υπάρχουν και καλοί ρουφιάνοι

Το μελό συναντά το πολιτικό στο δράμα που έσπασε τα ταμεία και επιστρέφει στις μαρκίζες.

Η οικογένειά μου ως το 1987 ζούσε στην (κομμουνιστική) Ρουμανία. Οι ιστορίες που έχουν αφηγηθεί από τότε είναι δεκάδες, ωστόσο μία συγκεκριμένη επανήλθε στο μυαλό μου βλέποντας ξανά τις «Ζωές των Άλλων», είκοσι χρόνια μετά τη διθυραμβική πρεμιέρα της στους κινηματογράφους. Καθώς ο παππούς μου ήταν Έλληνας πολιτικός πρόσφυγας στη χώρα, είχε καταφέρει να αποκτήσει άδεια ταξιδιού στην πατρίδα του και σταδιακά, να επαναπατρίσει όλη τη φαμίλια. Το εν λόγω προνόμιο, βέβαια, εκτός του ότι κατακτήθηκε με δυσκολία, συνοδευόταν από ένα τίμημα: οι επικοινωνίες των συγγενών μου παρακολουθούνταν. Το διαπίστωσε η γιαγιά μου όταν μια μέρα, από του πουθενά, εμφανίστηκαν στο διαμέρισμα «τεχνικοί» του αντίστοιχου ΟΤΕ, για να φτιάξουν «ένα πρόβλημα της τηλεφωνικής γραμμής». Εκείνη δεν έφερε αντίρρηση, όμως, όπως μπορείτε να φανταστείτε, η σύνδεση λειτουργούσε κανονικά. Αλλά, αφότου ολοκλήρωσαν την «επισκευή» οι εργάτες, ήταν σα να απέκτησε το σπίτι έναν καινούριο ένοικο.

Το παραπάνω περιστατικό συνέβη στα μέσα της δεκαετίας του ‘80, την ίδια ακριβώς εποχή που διαδραματίζεται η ταινία του Φλόριαν Χένκελ φον Ντόνερσμαρκ, η οποία μάλιστα απεικονίζει μια οριακά πανομοιότυπη σκηνή. Νωρίς στο σενάριο ο κεντρικός ήρωας, ένας μυστικός πράκτορας της Στάζι εν ονόματι Γκερτ Βίζλερ (Ούλριχ Μούε), ηγείται μιας ομάδας που παριστάνει τους μάστορες, για να παρεισφρήσει στο διαμέρισμα του Γκέοργκ Ντράιμαν (Σεμπάστιαν Κοχ), διακεκριμένου ποιητή και θεατρικού συγγραφέα, ούτως ώστε να «φυτεύσει» κοριούς. Σαφώς, η επιχείρησή τους είναι πιο εκτεταμένη, εξάλλου η γιαγιά μου μια απλή ταχυδρομική υπάλληλος ήταν τότε, αλλά η τακτική παραμένει ίδια. Κατ’ επέκταση, μιας και οι «Ζωές των Άλλων» δρομολογούνται για επετειακές προβολές από τις 12 Φεβρουαρίου, αναρωτήθηκα ειλικρινά τι αντίκτυπο θα έχουν αυτές οι εικόνες σήμερα, όπου λέξεις όπως κρατική παρακολούθηση, επισυνδέσεις και ιδιωτικό απόρρητο έχουν μπει ξανά στο καθημερινό λεξιλόγιο. Από την άλλη, για εκείνο που δεν έχω καμία αμφιβολία, είναι πως ο φον Ντόνερσμαρκ δεν είχε τίποτα απολύτως να πει για αυτά ούτε το 2006 ούτε τώρα.

Οι Ζωές των Άλλων 2

Cinema no politica

Οι «Ζωές των Άλλων» έχουν τόση σχέση με την πολιτική όσο το «Τελευταία Έξοδος Ρίτα Χέιγουορθ» με τα σωφρονιστικά ιδρύματα, δηλαδή, στα αλήθεια σχεδόν καμία. Αμφότερες, όμως, κατάφεραν να φτιάξουν την τέλεια συνταγή που εξασφαλίζει το εμπορικό σουξέ. Έχουν εκλεπτυσμένο ύφος, έξοχες ερμηνείες, αρκετή δόση ίντριγκας και «σοβαρών θεμάτων», καταδικασμένους έρωτες και μελαγχολία για τα ανεκπλήρωτα απωθημένα, κοινώς, ότι «νοστιμίζει» τη ζωή. Έτσι, γίνεται πολύ εύκολο να παραμερίσει κανείς τη ξεχειλωμένα μελό εκφορά μιας αφήγησης εμποτισμένης σε στερεότυπα και στην ιδέα, αλλά όχι γνώση, που έχουμε για ορισμένα φαινόμενα. Όπως, τυχαίο παράδειγμα, ότι ένας σκληροπυρηνικά αφοσιωμένος κατάσκοπος ενός αυταρχικού καθεστώτος, ο οποίος κιόλας είναι διάνοια στο πεδίο του, θα «αλλαξοπιστήσει» γιατί μια μέρα άκουσε τον ύποπτο να παίζει πιάνο. Τον οποίο παρακολουθούμενο, εν τω μεταξύ, έβαλε στο στόχαστρό του όπως διαλέγεις για πιάσιμο ένα αδέσποτο Pokémon: δείχνοντάς το με το δάχτυλο. Δεν υπερβάλλουμε, στην ταινία ο Γκερτ απλώς υποδεικνύει στον προϊστάμενό του ποιον πιστεύει ότι πρέπει να τσεκάρουν, χωρίς καμία χειροπιαστή αφορμή, όταν πηγαίνει σε μια παράστασή σου. Όχι πολύ θεατρόφιλο εκ μέρους του…

Για να μην παρεξηγηθούμε, σαν ιστορία οι «Ζωές των Άλλων» αποπνέουν μια γοητευτική ενέργεια που δύσκολα της αντιστέκεσαι. Περισσότερο, βέβαια, εξαιτίας των γεμάτων ευαισθησία ερμηνειών, παρά του απολιτίκ σεναρίου που θα έκανε την Άυν Ραντ να ανάψει καπνογόνο από τον ενθουσιασμό. Το δίδυμο των Μούε – Κοχ μεταθέτει την προσοχή από το ιδεολογικό στο προσωπικό, για αυτό και αποκτά μια μεστή θαλπωρή. Διότι χάρη στην προσγειωμένη και ανθρώπινη προσέγγισή τους, αναδεικνύεται ως κεντρικό διακύβευμα η επούλωση της μοναχικότητας. Παρά τα εντελώς διαφορετικά μονοπάτια που έχουν πάρει, οι δύο ήρωες μοιράζονται την ανάγκη για οικειότητα και συνύπαρξη. Ειδικά ο Βίζλερ, ο οποίος συνειδητοποιώντας πόσα πολλά όσα έχει χάσει, για λογαριασμό κιόλας μιας χούφτας διεφθαρμένων καριεριστών, φτάνει σε μια αργοπορημένη και αφοπλιστική κρίση ταυτότητας.

Οι Ζωές των Άλλων 3

Η ζωή συνεχίζεται;

Ωστόσο, επιτρέψτε μας εδώ μια τελευταία ένσταση. Η εσωτερική μεταστροφή στο χαρακτήρα του Βίζλερ, η οποία επικυρώνεται με όρους «ιστορικής συμφιλίωσης» αφού ο Ντράιμαν μετά από χρόνια του αφιερώνει ένα βιβλίο του, προδίδει τον πολιτικό κυνισμό του φον Ντόνερσμαρκ. Ο (αντι)ήρωας του αγνοεί την έννοια των επιπτώσεων, την ίδια ώρα που ένα από τα θύματα καλείται να δείξει συμπόνια, πνευματική ανωτερότητα και να αποδεχθεί «όπως είναι» τον άνθρωπο που σάρωσε τη ζωή του. Με άλλα λόγια, μοιάζει να λέει «κι ας με ρουφιάνεψες εμένα και τους φίλους μου, ψωμί κι αλάτι», τώρα το U-Bahn κάνει στάση στην Ποτσντάμερ Πλατς. Η έκβαση αυτή θα ήταν λιγότερο ελαττωματική εάν δεν απηχούσε την επί δεκαετίες κυρίαρχη ιδεολογική «έλα μωρέ τώρα» νοοτροπία, η οποία πάντα έβρισκε «ριγμένους» τους μη προνομιούχους κι ας ξεχαρβάλωνε για λίγο τη ζυγαριά της δικαιοσύνης.

Και για να γλιτώσουμε και την παρεξήγηση των πιο πονηρεμένων αναγνωστών, οι οποίοι ίσως μπερδέψουν τις κινηματογραφικές αντιρρήσεις του κειμένου με ένα θιγμένο DDR αίσθημα, κλείνουμε με μια πρόταση. Το τσέχικο κομψοτέχνημα «The Ear» (Κάρελ Καχίνα, 1969), το οποίο απεικονίζει σαφώς ακριβέστερα και με ευστοχότερη αγωνία πώς είναι να νιώθεις πως βρίσκεται πάντα κάτω από το άγρυπνο βλέμμα ενός αμείλικτου κρατικού μηχανισμού.

Σχετικά άρθρα