20 χρόνια «Idiocracy»: Πόσο ηλίθιοι έχουμε γίνει τελικά;
Είδαμε ξανά την sci-fi κωμωδία του Μάικ Τζατζ και τσεκάραμε το πόσο προφητική ήταν.
Στην ιστορία της κινηματογραφικής επιστημονικής φαντασίας είναι δεκάδες οι ταινίες που επιχείρησαν να φανταστούν το μέλλον της ανθρωπότητας αποτυγχάνοντας παταγωδώς. Στο γκρουπ αυτό ανήκει επίσης, αν και όχι εξ ολοκλήρου, το «Idiocracy» του Μάικ Τζατζ που φέτος συμπληρώνει είκοσι χρόνια από την κυκλοφορία του.
Ανακάλυψη των βίντεο κλαμπ στην εποχή της, τουλάχιστον για τον γράφοντα, η δυστοπική sci-fi κωμωδία είναι ένας συνδυασμός «Γουολ-Υ», «Ανθρώπου της Μαντζουρίας» και σεμιναριακού χιούμορ αντι-πολιτικής ορθότητας που ευδοκιμούσε στις αρχές των 00s. Δε θα μπορούσε να συμβεί διαφορετικά εξάλλου, αφού ο Τζατζ είναι εμπνευστής καυστικών κωμωδιών που σημάδεψαν τα ‘90s, τόσο στο σινεμά («Office Space», 1999) όσο και στην τηλεόραση («Beavis and Butt-Head», «King of the Hill»). Βέβαια, αυτό δε σημαίνει πως στο «Idiocracy» βρέθηκε σε πολύ καλή φόρμα, ακόμα και εάν στο σενάριο συνεργάστηκε με τον Ίταν Κόεν («Tropic Thunder»).
Η πλοκή βρίθει φοβικών και ρατσιστικών αστείων, απέναντι στα κουήρ άτομα και τις γυναίκες μέχρι τους ανθρώπους λαϊκών τάξεων, τα οποία είχαν συζητήσιμη πλάκα ακόμα και για το 2006. Προσωπικά, θυμάμαι χαρακτηριστικά να βλέπω το «Idiocracy» με τον πατέρα μου και να βαριόμαστε, παρά το γεγονός πως ως προ-έφηβος θα έπρεπε εύκολα να γελάω με τα καφρο-ανέκδοτα των Τζατζ-Κοέν. Είναι ενδεικτικό δε πως η χρήση του «n-word» προκαλείται με άνεση που προκαλεί ακαριαία ετεροντροπή. Ωστόσο, περισσότερο ενδιαφέρον έχουν οι «προφητικές» ιδέες του δημιουργικού διδύμου. Η υπόθεση, θυμίζουμε, περιστρέφεται γύρω από ένα στρατιώτη των ΗΠΑ, τον Τζο Μπάουερς (Λουκ Γουίλσον), ο οποίος μαζί με μία εργάτρια του σεξ (Μάγια Ρούντολφ) παίρνουν μέρος σε ένα απόρρητο επιστημονικό πείραμα. Στο πλαίσιό του, δέχονται να ναρκωθούν και να καταλύσουν σε κρυογονικές κάψουλες, από τις οποίες θα βγουν ένα χρόνο αργότερα. Τότε, όμως, ο επιβλέπων επιστήμονας εμπλέκεται σε ένα σκάνδαλο που οδηγεί το πρότζεκτ στην αφάνεια και κατά συνέπεια, οι πάντες ξεχνούν τους δύο… κατεψυγμένους. Τα χρόνια γίνονται δεκαετίες και οι δεκαετίες αιώνες, με αποτέλεσμα τα «πειραματόζωα» να θαφτούν κάτω από ένα κυριολεκτικό βουνό με σκουπίδια και να αφυπνιστούν έπειτα από μια κατολίσθηση απορριμμάτων. Τελείως αποπροσανατολισμένοι, οι πρωταγωνιστές έρχονται αντιμέτωποι με μια αδιανόητη συνειδητοποίηση: η νοημοσύνη της ανθρωπότητας έχει καταρρεύσει, πλανητάρχης είναι ένας επαγγελματίας παλαιστής και το φυσικό περιβάλλον έχει αποψιλωθεί.

Εάν σκεφτούμε πως αυτήν τη στιγμή ένας πρώην παρουσιαστής τηλεοπτικού reality δοκιμάζει τις διπλωματικές ισορροπίες του κόσμου με βάση τα βίτσια του, η συνωμοσιολογία επηρεάζει τις πολιτικές αποφάσεις, οι αρνητές της επιστημονικής αλήθειας δίνουν και παίρνουν και η τεχνητή νοημοσύνη απειλεί να αντικαταστήσει την κριτική ικανότητά μας, είναι πολύ δελεαστικό να πιστέψουμε πως το «Idiocracy» πιάνει διάνα. Διέπεται δε από ένα άγχος για το τέλος του μέλλοντος και την αναπόφευκτη κυριαρχία του καπιταλισμού σε κάθε έκφανση της ανθρώπινης δραστηριότητες που σε τελείως άλλο μήκος κύματος, αλλά με παρόμοιο τρόπο, έθιξε ο Αλφόνσο Κουαρόν, επίσης το 2006, στα «Παιδιά των Ανθρώπων». Αμφότεροι θα έκαναν τον Μαρκ Φίσερ («Καπιταλιστικός Ρεαλισμός», «Η Ακύρωση του Μέλλοντος») περήφανο. Συν τοις άλλοις, στο «Idiocracy» η λαϊκή κουλτούρα έχει αντικατασταθεί από διαφημίσεις και την πορνογραφοποίηση των πάντων. Ενδεικτικά, αντί για νερό πλέον χρησιμοποιείται ενεργειακό ποτό με ηλεκτρολύτες και η ταινία που σάρωσε στα Όσκαρ είναι ένα κοντινό πλάνο μεγάλης διάρκειας ενός γυμνού κώλου – νομίζω συνεννοηθήκαμε…
Το μείζον πρόβλημα με το «Idiocracy», πάντως, εντοπίζεται μεν στα εν πολλοίς κακά αστεία, όσο και στην τάση να πάρει πιο σοβαρά από όσο χρειάζεται τον εαυτό του. Ειδικά όταν ο ακατάλληλα μεσσιανικός χαρακτήρας του Γουίλσον καλείται να βρει λύσεις για τη σωτηρία του πλανήτη, προδίδεται η αδύναμη σεναριακή ραχοκοκαλιά και η απολιτίκ σκοπιά των δημιουργών. Η κατάδυση σε αυτήν την «ηλιθιοκρατία» έρχεται νομοτελειακά, όμως οι δυνάμεις που αναδεικνύονται δε χρησιμοποιούνται απαραίτητα για την ανατροπή της, αλλά για να μπει ξανά σε έναν πιο ορθό δρόμο και ας περνάει μέσα από μια θάλασσα από σκουπίδια. Στο τέλος της ημέρας, η σάτιρα του Τζατζ δεν έχει γεράσει πολύ καλά και δεν προσφέρεται ούτε καν για Y2K νοσταλγία. Ωστόσο, η απεικόνιση μιας δυσοίωνης πολιτικής προοπτικής διατηρεί στοιχειωδώς ανατριχιαστικές με το σήμερα, όπου πρόεδροι κρατών κατηγορούν την παρακεταμόλη για την εκδήλωση αυτισμού…