Οι ταινίες του Γιάννη Σμαραγδή στη σωστή(;) σειρά
«Καποδίστριας»

Οι ταινίες του Γιάννη Σμαραγδή στη σωστή(;) σειρά

Μια λίστα με όλες τις πολυσυζητημένες μεγάλου μήκους του γνωστού σκηνοθέτη.

Με επαγγελματική πορεία που ξεπερνά τις πέντε δεκαετίες ενεργούς δράσης, ο σκηνοθέτης Γιάννης Σμαραγδής έχει περάσει περίπου τις μισές από αυτές στο προσκήνιο, αφού όλες οι τελευταίες δουλειές του κάνουν πάταγο. Κάτι που, ομολογουμένως, δεν μπορεί να πει ότι πετυχαίνει η συντριπτική πλειοψηφία των εγχώριων συναδέλφων του. Φαινόμενο το οποίο, επίσης, επαναλήφθηκε με την πρεμιέρα του «Καποδίστρια» που σπάει τα ταμεία, έχοντας φτάσει τα 300.000 εισιτήρια πανελλαδικά και συνεχίζει. Ο Σμαραγδής, έπειτα, διαθέτει ένα ακόμα ξεχωριστό χαρακτηριστικό. Η φιλμογραφία του αποτελείται από επτά μεγάλου μήκους παραγωγές, εκ των οποίων μόλις δύο δεν αποτελούν βιογραφία κάποιου εμβληματικού προσώπου της ελληνικής Ιστορίας. Εδώ, όμως, προκύπτει το εξής παράδοξο. Ενώ αυτές οι κυκλοφορίες βρίσκουν ευρεία απήχηση στο πλατύ κοινό, τυγχάνουν μη αποδοχής από τους κριτικούς και το πιο σινεφίλ ακροατήριο – μεταξύ των οποίων και ο υπογράφων, κακά τα ψέματα. Μιας και το όνομα του Σμαραγδή, όμως, βρίσκεται εκ νέου στις μαρκίζες, εκμεταλλευόμαστε την ευκαιρία για μια αναδρομή στο σινεμά του, γνωστό και ως το multiverse των Μεγάλων Ελλήνων™.

Προτού περάσουμε στην ουσία, να επισημάνουμε πως από την παρακάτω κατάταξη λείπουν δύο τίτλοι. Το ντεμπούτο του σκηνοθέτη με τίτλο «Κελί Μηδέν» (1975) το οποίο είναι εξαιρετικά δυσεύρετο, το «Καλή σου Νύχτα κυρ’ Αλέξανδρε…» (1981) διότι τυπικά πρόκειται για τηλεοπτική παραγωγή και το «Αλαλούμ» (1982), καθώς είναι ανθολογική ταινία σε συν-σκηνοθεσία των Γιώργου Αποστολίδη και Γιάννη Τυπάλδου.

Όλες οι ταινίες του Γιάννη Σμαραγδή στη σωστή σειρά

«Καποδίστριας» (2025)

Αναλυτικά για την ταινία μιλήσαμε πρόσφατα. Εδώ πολύ συνοπτικά θα πούμε πως μπορεί εμπορικά η εν λόγω βιογραφία να οδεύει προς ιστορικό ρεκόρ εισιτηρίων, όμως για αυτό ευθύνεται μέλλον περισσότερο το ιστορικό βάρος του πρώτου κυβερνήτη του ελληνικού κράτους, παρά το κινηματογραφικό ενδιαφέρον του φιλμ που απουσιάζει εκκωφαντικά. Όπως γράψαμε χαρακτηριστικά: «Ο “σμαραγδικός” Καποδίστριας, παρά τη φιλότιμη προσπάθεια του πρωταγωνιστή Αντώνη Μυριαγκού, δεν διαθέτει κανένα ουσιαστικό χαρακτηρολογικό στοιχείο, άγνωστη έννοια το συναισθηματικό βάθος στο σενάριο, ούτε και αναπτύσσεται περαιτέρω στην εξέλιξη της ταινίας. Από την αρχή ως το τέλος είναι ένας… θεόσταλτος σωτήρας με οδηγό του μια «άυλη μορφή» που παραπέμπει στην Παναγία(!), ο οποίος γνωρίζει την αποθέωση σε κάθε σκηνή όπου εμφανίζονται, ανεξαρτήτως του τι κάνει. Η υπερβολή δε στον τρόπο απόδοσης αυτού του θαυμασμού που αγγίζει σε στιγμές τα όρια της κωμωδίας. Αλλά μέχρι εδώ, σκηνοθετικά δεν ξεφεύγει τίποτα από τη συνταγή που έχει καθιερώσει ο Σμαραγδής. Η οποία, συνοπτικά, βασίζεται σε αναμάσημα, εν είδη κατήχησης, κατασκευασμένων εθνικών αφηγήσεων, απουσία στοιχειώδους δραματουργίας και καμία απολύτως διάθεση εμβάθυνσης σε πιο μύχιες ή πολύπλοκες πτυχές του ψυχισμού των προσωπικοτήτων που τον αφορούν».

«Καζαντζάκης» (2018)

Είκοσι χρόνια και κάτι από την προηγούμενη φορά που μετέφερε στη μεγάλη οθόνη τα βιώματα ενός σπουδαίου ανθρώπου των γραμμάτων, αλλά του δεύτερου κατά σειρά Κρητικού, ο Σμαραγδής στρέφει το βλέμμα του στο Νίκο Καζαντζάκη. Με άλλοθι πως γνώμονας του σεναρίου αποτελεί η «Αναφορά στον Γκρέκο», η πλοκή παραμένει περιγραφική και… εγκυκλοπαιδική σε όλη τη διάρκειά της, ύφος που συμπληρώνεται από τις πομπώδεις ερμηνείες του cast, όπως εκείνη του Σικελιανού (Νίκος Καρδώνης). Αλησμόνητα δε παραμένουν η ενότητα με τον Ζορμπά, αλλά και τα πλάνα τοποθέτησης προϊόντος, εκ των οποίων κορυφαίο εκείνο που ξεκινά με κοντινό σε γνωστή εταιρία παξιμαδιών…

«Ο Θεός Αγαπάει το Χαβιάρι» (2012)

Υπό μία έννοια, αυτή είναι η απόλυτη στιγμή του Σμαραγδή. Με φόρα από το εκκωφαντικό σουξέ του «El Greco», εδώ άδραξε την ευκαιρία για να στήσει μια παραγωγή με τις αξιώσεις που πάντα διεκδικούσε. Διεθνής διανομή ηθοποιών, εκ των οποίων οι κορυφαίοι Σεμπάστιαν Κοχ, Κατρίν Ντενέβ και Τζον Κλιζ, στο επίκεντρο ένας μεγάλος εθνικός ευεργέτης με τη μορφή του Ιωάννη Βαρβάκη και στο φόντο η αγαπημένη θεματική του σκηνοθέτη («ξένες δυνάμεις» vs. Ελλάδας). Παρά τη στιβαρότητα των συντελεστών, βέβαια, το αποτέλεσμα εκπίπτει στη «σμαραγδική» μανιέρα των επιφανειακών εθνικών – υπαρξιακών αναμετρήσεων και της αγιογραφικής απεικόνισης του ήρωά του.

«Καβάφης» (1996)

Μετά από κενό δεκαέξι ετών, κατά το οποίο είχε αφοσιωθεί στην τηλεόραση, ο Σμαραγδής επέστρεψε στο σινεμά παραδίδοντας μια, για την εποχή της, τολμηρή βιογραφία. Διότι εν προκειμένω ο ποιητής Κωνσταντίνος Καβάφης αποδίδεται ως ένα βουβό πρόσωπο που ενσαρκώνουν διαφορετικοί ηθοποιοί, εκ των οποίων ο Δημήτρης Καταλειφός, το οποίο διαθέτει μια ηχηρή εσωτερική φωνή, αλλά αδυναμία εκφοράς λόγου. Σε αυτήν την ενδιαφέρουσα ενδοσκοπική προσέγγιση, η οποία προσδίδει μια ιδιοσυγκρασιακή διάσταση στην ταινία, υπονομεύεται από το πώς, κατά τα άλλα, παρουσιάζεται ο ήρωας. Δηλαδή αρκετά μονοδιάστατα και με υπέρμετρη έμφαση στη σεξουαλικότητα του ποιητή, σε βαθμό που να παραγνωρίζεται η πολυδιάστατη φύση του.

«El Greco» (2007)

Η στιγμή που μετουσιώνεται το «σμαραγδικό» brand. Παρά τους αγγλόφωνους διαλόγους, η δραματική ζωή του καλλιτέχνη Δομήνικου Θεοτοκόπουλου βρίσκει θερμή ανταπόκριση και κάνει μια τομή στο εγχώριο εμπορικό σινεμά. Αφού διαθέτοντας ένα arthouse πρόσημο, στέκεται στοιχειωδώς πειστικά ως δράμα εποχής και δικαιώνεται για το μεγαλεπήβολο του εγχειρήματος. Τα ελαττώματα, σαφώς, δεν απουσιάζουν, ιδίως όσον αφορά το επιτηδευμένα ακαδημαϊκό στήσιμο, παρόλα αυτά το «El Greco» μοιάζει ως η πιο συνεκτική βιογραφία του Σμαραγδή.

«Το Τραγούδι της Επιστροφής» (1983)

Η ελληνικότητα ως βιωμένο φαινόμενο που πρόκειται μερικά χρόνια αργότερα να αποτελέσει κύρια πηγή έμπνευσης του Σμαραγδή, εδώ παίρνει τη μορφή της γενεαλογικής απογοήτευσης ενός αγωνιστή της Αριστεράς που επιστρέφει στην Ελλάδα μετά από μια δεκαετία στην ξενιτιά. Το φιλμ, το οποίο απέσπασε το δεύτερο βραβείο ποιότητας του Υπουργείου Πολιτισμού τότε, δε θίγει παρά επιδερμικά τους προβληματισμούς του και επενδύει γερά στο στόμφο («Θέλαμε να αλλάξουμε τον κόσμο… θυμάσαι;», «Ζήσαμε πολύ μαζί… στα ΕΞΑΡΧΕΙΑ…»), αλλά προσφέρεται για μια ενδιαφέρουσα ερμηνεία όσον αφορά το σκηνοθέτη. Ως κομμάτι του Νέου Ελληνικού Κινηματογράφου, το οποίο απολύτως εύλογα και δίκαια ήταν πολιτικά στρατευμένο σε μεγάλο βαθμό, ο Σμαραγδής αναζητούσε τη δική του θέση, όπως περίπου ο ήρωάς του. Και για να σμιλέψει το δικό του κινηματογραφικό ύφος στράφηκε στην παράδοση, σε προσωπικότητες με ασύγκριτο πολιτισμικό αποτύπωμα, θέλοντας ενδεχομένως με τον τρόπο του να φανεί αντάξιός τους. Στις μετέπειτα δουλειές του, εξάλλου, φαίνεται αυτή η διάθεση. Στο «Τραγούδι», επιπλέον, απεικόνιζεται ένας άντρας αβέβαιος, που δε χωράει στον τόπο που είναι δικός του, αλλά δε μοιάζει με τίποτα από όσα ήξερε. Ποιο καλύτερο καταφύγιο για αυτόν και κατ’ επέκταση τον άνθρωπο πίσω από την κάμερα, από το ασφαλές, σίγουρο και ακίνδυνο παρελθόν;

Σχετικά άρθρα