To ποιητικό «Train Dreams» του Netflix είναι αδύνατο να μη σε συγκινήσει

To ποιητικό «Train Dreams» του Netflix είναι αδύνατο να μη σε συγκινήσει

Η πλατφόρμα φιλοξενεί το φιλμ εποχής το οποίο συνεπαίρνει με τη συναισθηματική ιστορία του.

Ο Ρόμπερτ Γκρέινιερ (Τζόελ Έντγκερτον) είναι ένας εργάτης που φοβάται το θάνατο. Όχι σε κάποιο παράλογο βαθμό, αλλά αρκετά ώστε να τον βλέπει παντού. Κυρίως στη δουλειά του, όταν μια κοινότοπη μέρα στο σιδηροδρομικό εργοτάξιο βάφεται με αίμα για λόγους αυτοδικίας, όταν ένα τεράστιο δέντρο πέφτει απρόβλεπτα στο κεφάλι ενός περαστικού ξυλοκόπου ή όταν μπρος τα μάτια του ένας συνάδελφος δέχεται τις συνέπειες των ρατσιστικών πράξεών του με τη μορφή μιας καυτής σφαίρας στην πλάτη. Ο Ρόμπερτ Γκρέινιερ, επίσης, είναι ένας πατέρας ερωτευμένος με τη γυναίκα του (Φελίσιτι Τζόουνς). Δεν λέει πολλά, δουλεύει σκληρά και προσμένει μονάχα να γυρίζει στην οικογένεια του στο τέλος κάθε πολύμηνης βάρδιας μακριά τους. Όλα αλλάζουν, όμως, τη στιγμή που γίνεται πραγματικότητα ο άλλος μεγάλος φόβος του εσωστρεφούς άντρα: η ξαφνική απώλεια των αγαπημένων ανθρώπων του.

Αυτή, συνοπτικά, είναι η πλοκή του υποψήφιου για τέσσερα Όσκαρ «Train Dreams», του ελεγειακού δράματος που βασίζεται στο ομώνυμο βραβευμένο μυθιστόρημα του Αμερικανού συγγραφέα Ντένις Τζόνσον και το οποίο διασκευάζεται από τον Κλιντ Μπέντλεϊ (υποψήφιος για Όσκαρ με το σενάριο της «Παράστασης του Σινγκ Σινγκ») για λογαριασμό του Netflix. Είναι ένα αφήγημα φτιαγμένο για να συγκινήσει, καθώς εμβαθύνει στο κόστος του πένθους και τους ριζικούς τρόπους με τους οποίους αλλοιώνει τον εαυτό. Η φορτισμένη ερμηνεία του Έντγκερτον, ενός σταθερά αξιόπιστου ηθοποιού σε αντίστοιχα απαιτητικούς ρόλους («Master Gardener», «It Comes at Night»), φροντίζει ώστε να διογκωθεί το άλγος του ήρωα – φέρεται σα να κουβαλά διαρκώς ένα ανοιχτό τραύμα, ενώ παράλληλα ο Μπέντλεϊ δημιουργεί το σκηνοθετικό χώρο ώστε αυτός ο πόνος να ακουστεί εκκωφαντικά. Τα λιτά πλάνα σε συνδυασμό με την ποιητική απεικόνιση της φύσης αλά Τέρενς Μάλικ, όπου παγωμένα ηλιοβασιλέματα σμίγουν με βαθυπράσινα δάση, δημιουργούν ένα μελαγχολικό ψηφιδωτό που κλονίζει τον οποιονδήποτε. Ωστόσο, αυτή η καρτποσταλική προσέγγιση της συμφιλίωσης με το αναπόφευκτο δεν συνοδεύεται από μια στιβαρή δραματουργία, η οποία θα αντισταθμίζει την εικαστική γοητεία της.

Το «Train Dreams» εξελίσσεται κατά τη διάρκεια της βιομηχανικής αναγέννησης των ΗΠΑ την περίοδο του Μεσοπολέμου, φάση στην οποία η χώρα γινόταν μάρτυρας τεχνολογικών αλλαγών που αναδιαμόρφωναν τον ίδιο της τον κοινωνικό ιστό. Ο ερημίτης Ράινερ, παρότι μέρος αυτών των μεταβολών ως εργάτης στο σιδηροδρομικό δίκτυο, είναι ένας αμέτοχος θεατής που δεν επιθυμεί να συμβαδίσει, μοιάζει να αδιαφορεί για το μέλλον υπό αυτήν την έννοια. Διόλου τυχαία, όταν η ζωή του αλλάζει άρδην, στρέφεται ολοκληρωτικά στο εύθυμο παρελθόν του σαν να είναι ένα καταφύγιο που τον προφυλάσσει από οτιδήποτε συμβαίνει «εκεί έξω». Κάπως έτσι εντείνεται, εύλογα, η τραγικότητα ενός άντρα ανοχύρωτου, ο οποίος δεν μπορεί πλέον να προχωρήσει, ενώ όλα γύρω του αλλάζουν. Ως ψυχογράφημα, λοιπόν, το φιλμ είναι τρυφερό, βρίσκει όμως γρήγορα και το «ταβάνι» του.

Ως χαρακτήρας ο Ράινερ δεν αποκτά το βάθος ή έστω την περιπλοκότητα που φαίνεται πως μπορεί να επιτύχει, με αποτέλεσμα στο δεύτερο μισό του το «Train Dreams» να χρησιμοποιεί ως μοναδικό καύσιμο τη στεναχώρια του πρωταγωνιστή. Έλλειψη οφθαλμοφανής, ειδικότερα εάν ληφθούν υπόψη και ορισμένα από τα σεναριακά μοτίβα που πλαισιώνουν τον ήρωα, τα οποία μοιάζουν ξεπερασμένα συγκριτικά με το 2002 που ολοκλήρωσε αρχικά την περιεκτικότατη, μόλις 80 σελίδων, νουβέλα του ο Τζόνσον. Ιδίως η ανυπαρξία πειστικών δευτεραγωνιστών, η Τζόουνς ξοδεύεται στην κορεσμένη παράλληλη πλοκή μιας γυναίκας που υπάρχει για να πεθάνει, και τα αγαθά ουμανιστικά μηνύματα ενός προβλέψιμου φινάλε. Καλά όλα αυτά ως υπενθύμιση της περατότητάς μας, από την άλλη δε συγκροτούν τη σπουδαία ενδοσκόπηση σε ένα μωλωπισμένο ανθρώπινο ψυχισμό που ξεκάθαρα πως ήθελε να κάνει ο Μπέντλεϊ. Αν μη τι άλλο, το γεγονός πως η σκηνοθεσία του καταλήγει να βασίζεται στο voice over για να αποσαφηνιστούν οι εύκολες να αναγνωστούν προθέσεις του, δείχνει μια ανασφάλεια η οποία αδικεί μια ταινία αντίστοιχη μιας εντυπωσιακής αμαξοστοιχίας χωρίς ικανοποιητικά δρομολόγια…

Σχετικά άρθρα