Νίκος Παπάζογλου: Δεκαπέντε Αύγουστοι χωρίς το κόκκινο φουλάρι

Νίκος Παπάζογλου: Δεκαπέντε Αύγουστοι χωρίς το κόκκινο φουλάρι

Θυμόμαστε τον Νίκο Παπάζογλου μέσα απ' τα δικά του λόγια.

Κόκκινο φουλάρι, τζιν πουκάμισο και μια ειλικρινής αγάπη για τη ροκ μουσική: μακάρι μ΄αυτά τα τρία να μπορούσαμε να ξαναφτιάξουμε τον Νίκο Παπάζογλου, αλλά ελλείψει μαγικών ικανοτήτων θα αρκεστούμε στα λόγια του που παραμένουν αθάνατα και ζωγραφίζουν μια πολύ καλύτερη εικόνα του ποιος ήταν απ’ οτιδήποτε άλλο θα μπορούσε να γραφτεί.

Για τα παιδικά και νεανικά του χρόνια

«Πέρασα απίστευτες φτώχειες που δε με ενοχλούσαν καθόλου. Ξέρεις τι είναι να πηγαίνεις στο σπίτι σου 11 χιλιόμετρα μακρυά με τα πόδια και να σου την πέφτουν λύκοι; Αφού, αναγκαζόμουν να κυκλοφορώ με ένα σπαθί!»

«Το πρώτο πράγμα που με συγκλόνισε ήταν η απεργία του 15% (σ.σ. η απεργία των εκπαιδευτικών στις αρχές του 1963 και οι φοιτητικοί αγώνες του 15% για την παιδεία), που ήτανε το σημαντικό γεγονός της νεολαίας – όπως συνέβαινε και στον υπόλοιπο κόσμο, όπου τα παιδιά είπαν δεν πάτε στο διάολο κι εσείς και ο ψυχρός πόλεμος. Άσχετα με το τι φαινόταν σαν αίτημα, το κύριο αίτημα του 15% ήταν βασικά η ελευθερία της έκφρασης. Από εκείνη την περίοδο ξεκίνησαν πολλά πράγματα, όπως το τραγούδι διαμαρτυρίας. Αυτό ήταν που με συγκινούσε στο ροκ εν ρολ. Ο Πρίσλεϊ δεν μου έλεγε τίποτα, παρότι ο νέος αυτός ήχος ήταν κάτι το συγκλονιστικό. Αυτό που με τράβηξε σαν περιεχόμενο ήταν το τραγούδι της περιόδου του πολέμου της Παλαιστίνης (σ.σ. ο Πόλεμος των Έξι Ημερών τον Ιούνιο του ’67) και του Βιετνάμ. Έχω συνδυάσει, δεν ξέρω πώς, τα γεγονότα της Λωρίδας της Γάζας (σ.σ. το 1967) με το “Eve of destruction” (σ.σ. το θρυλικό αντιπολεμικό / κοινωνικοπολιτικό τραγούδι τού P.F. Sloan που είχε πει ο Barry McGuire το 1965). Νιώθοντας λοιπόν κι εγώ αυτή την κραυγή διαμαρτυρίας, που έβραζε μέσα μου, άρχισα να ασχολούμαι με την κιθάρα και μαζί με διάφορους φίλους από το σχολείο αρχίζουμε να φτιάχνουμε συγκροτήματα, στα οποία παίζουμε τραγούδια σε αυτό το πνεύμα. Με τον Νέστορα Δάνα είχαμε φτιάξει ένα που πήγαινε αρκετά καλά κι έτσι σε μια περίοδο που ο Πασχάλης των Olympians θα πήγαινε στο στρατό με φώναξαν εμένα στη θέση του. Τότε πρωτοδούλεψα επαγγελματικά, πράγμα που αποδείχτηκε πολύ χρήσιμο».

Για τη μουσική

«Από τις πιο σημαντικές στιγμές της καριέρας μου ήταν το 1984. Επειδή δεν μας φώναξε κανένας, πήγαμε μόνοι μας στην Αθήνα, νοικιάσαμε το Ζουμ (ήταν το μόνο που είχε άδεια), και τότε είχα πάρα πολύ καλή ορχήστρα, μα πάρα πολύ καλή ορχήστρα. Κάθε βράδυ ήταν εκεί ο Μάνος Χατζηδάκις με μια παρέα όσο μεγαλύτερη μπορούσε να μαζέψει και ο Rικ Rάιτ ο κιμπορτίστας των Πινκ Φλόυντ επίσης».

«Στο ελληνικό τραγούδι εμείς είμαστε μάλλον αλεξιπτωτιστές (σ.σ. η Ταχεία Θεσσαλονίκης όπως αποκαλούσε την μπάντα του στα μέσα του 1980 απ’ την οποία είχαν περάσει διάφοροι μουσικοί), γιατί άλλα πράγματα μας συγκίνησαν και μας ζέσταναν όταν πρωτοπιάσαμε το όργανο. Δεν είμαστε μια ροκ μπάντα, που κάνει τραγούδια με ελληνικούς στίχους και χρησιμοποιεί τον ηλεκτρισμό σαν επίφαση, αλλά ούτε και μια λαϊκή ορχήστρα σκυλάδικου, που χρησιμοποιεί φανκ-τζαζ στοιχεία πάλι σαν επίφαση – και αυτό φαίνεται ξεκάθαρα. Αυτά που κάνει ο καθένας μας πιστεύουμε ότι είναι τέλεια βιωμένα και χωνεμένα και συντελούν σε κάτι το οποίο είναι αυθεντικό. Αλλιώς δεν θα το κάναμε καθόλου. Δεν είμαστε στη μέση του “γίγνεσθαι” του ελληνικού τραγουδιού, δεν ξέρουμε από τάσεις ή τασούλες και τι συζητιέται γενικά σαν κουτσομπολιό.(…) Εμείς έχουμε παίξει χιλιάδες είδη μέχρι να φτιάξουμε την τεχνική μας. Η τεχνική η δική μου π.χ. δεν έρχεται από τον Καζαντζίδη, ούτε από κανέναν άλλο, είναι κάτι που το έφτιαξα εγώ τραγουδώντας τα πάντα. Το ίδιο ισχύει και με τους άλλους από το συγκρότημα βέβαια.(…)».

«Η μουσική μας παιδεία, αν μπορεί να ονομαστεί έτσι, είναι ένας κυκεώνας και φαίνεται αυτό στη μουσική που συνθέτουμε, φαίνεται και στις επιλογές μας όταν η ανάγκη και η ευκολία μάς θέτουν μπροστά σε εκβιαστικά διλήμματα, οπόταν και αναγκαζόμαστε να πάρουμε θέση. Πάντως, όποια απόφαση και να πάρουμε, προδίδουμε ένα κομμάτι του εαυτού μας, γιατί τα ετερόκλητα μας συνιστούν. Η αγάπη είναι ισχυρότερο πράγμα από τη διαφορά, το ζήτημα είναι να συγκεράσουμε τις μουσικές μας αντιθέσεις, που είναι και οι δικές μας αντιθέσεις, σ’ ένα μικτό και νόμιμο μουσικό είδος».

«Το τραγούδισμα μου είναι τροπικό. Ούτως ή άλλως. Είναι τροπικό. Δηλαδή, οι κλίμακες στις οποίες τραγουδώ, είναι τροπικές, δεν είναι αυτές που αντιστοιχούν στα πλήκτρα του πιάνου. Και ίσως αυτό να θυμίζει flamenco, ή Αραβία, ή Μικρά Ασία, να το πούμε. Ήταν αυτό το συνονθύλευμα που ήτανε στη Μικρά Ασία: Αρμενέοι, Έλληνες, Εβραίοι…»

Για το κόκκινο φουλάρι

«Άρχισα να το φορώ για τη μοτοσικλέτα, γιατί, ξέρεις, καρφώνονται μέλισσες στον λαιμό σου, ό,τι θέλεις. Και έμεινε. Άρχισε να με βοηθάει μετά στο τραγούδισμα πολύ, γιατί κρατάει τη θερμοκρασία του λαιμού σταθερή και είναι και ένα καταπληκτικό air – condition. Να σου πω πώς δουλεύει: Όταν κάνει πολλή ζέστη, γυρνάς τον κόμπο μπροστά, φεύγει η ζέστη και ανακουφίζεσαι. Όταν κρυώνεις, το γυρνάς πάλι και κλείνει. Και μετά αν κάνει πάρα πολλή ζέστη, το λύνεις και το αφήνεις έτσι και το έχεις έτοιμο για να σκουπιστείς, όποτε χρειάζεται».

«Στη Νίσυρο, όταν έκανα μια συναυλία στο ηφαίστειο, μια γριούλα είδε όλον αυτόν τον κόσμο να ανεβαίνει στο ηφαίστειο νυχτιάτικα και λέει “πού πάνε όλοι αυτοί; Της λένε ότι υπάρχει συναυλία επάνω και ότι τραγουδάει ο Νίκος Παπάζογλου. “Νίκος Παπάζογλου, ποιος είναι αυτός;” λέει. Και μετά από λίγο λέει μόνη της: “Α, ο που φορεί μαντήλι!”».

Σχετικά άρθρα