Να πούμε μερικές άβολες αλήθειες για το «Avatar»;
Το οπτικά θεαματικό franchise του Τζέιμς Κάμερον φτάνει τις τρεις ταινίες επιβλητικής κλίμακας, αλλά όχι επικής δραματουργίας.
Μαζί με τον Στίβεν Σπίλμπεργκ, ο άνθρωπος που ευθύνεται εξίσου για τη διαμόρφωση αυτού που αναγνωρίζουμε καθολικά σήμερα ως ψυχαγωγικό χολιγουντιανό blockbuster είναι ο Τζέιμς Κάμερον. Ο κορυφαίος σκηνοθέτης έχει στο όνομά του ένα αδιανόητο σερί επιτυχιών οι οποίες αποτελούν σημεία αναφοράς στη συλλογική ποπ κουλτουρα, από το «Terminator» (1984) και το «Aliens» (1986), μέχρι την «Άβυσσο» (1989), τα «Αληθινά Ψέματα» (1994) και βεβαίως, τον «Τιτανικό» (1997). Τα επιτεύγματα του Αμερικανού, ο οποίος σπούδασε φυσική προτού ασχοληθεί με το σινεμά, είναι πολύ απλά ανεπανάληπτα. Όχι μόνο διότι η κινηματογραφική δεξιοτεχνία του μεταφράστηκε σε διαχρονικό πολιτισμικό αποτύπωμα, τεχνολογική εξέλιξη του μέσου και ρεκόρ εισπράξεων, αλλά και γιατί τελειοποίησε το αφηγηματικό εύρημα με το οποίο είναι ταυτισμένο το Χόλιγουντ: το happy end.
Σύμφωνοι, υπάρχουν φορές που ο Κάμερον «μωλωπιάζει» το φινάλε του – δεν ξεχνιέται πώς ο Λεονάρντο Ντι Κάπριο έμεινε εκτός «σχεδίας» στον «Τιτανικό» – ωστόσο, σκηνοθετικά παραμένει ασυναγώνιστος στον τρόπο με τον οποίο χειρίζεται τις προσδοκίες του κοινού του. Η συνταγή που καθιέρωσε τον 71χρονο δημιουργό θέλει προσεγμένες δόσεις πρωτοτυπίας, σασπένς, ρομαντισμού, κινδύνου, δράσης και θεάματος ούτως ώστε τα φιλμ του να εξελιχθούν σε εγγυημένες ευκαιρίες διαφυγής σε υπερβατικές πραγματικότητες που θες να επισκέπτεσαι ξανά και ξανά. Έτσι, όταν έφτασε η κυκλοφορία του «Avatar» (2009) προκάλεσε έναν εύλογο πάταγο. Το sci-fi οπτικά δεν είχε αντίστοιχο, εξάλλου για την παραγωγή του χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά ειδικά σχεδιασμένος εξοπλισμός και ψηφιακό λογισμικό, ενώ η πρωτοποριακή χρήση των τρισδιάστατων δυνατοτήτων οδήγησε σε αναβίωση των 3D ταινιών. Ταυτόχρονα, το κοινό συστήθηκε στο εντυπωσιακό σύμπαν της Πανδώρα και τον πολιτισμό της φυλής των Νάβι, την ίδια ώρα που για να εξοικειωθεί με αυτόν τον καινοφανή κόσμο ο Κάμερον αφηγούνταν μια ιστορία με την πιο άμεση και κατανοητή δραματουργία.
![]()
Ένας ελαττωματικός πλην συμπαθής ήρωας, μια εταιρική διαστημική αποστολή για αναζήτηση πόρων, ένας απαγορευμένος έρωτας και μια μάχη μέχρις εσχάτων, αποτελούν τη ραχοκοκαλιά της πλοκής του «Αvatar», η οποία μπορεί να απηχεί αμυδρά το «Aliens», όμως, επιτελεί άριστα το σκοπό της. Διότι η απεύθυνσή της είναι καθολική, ο οποιοσδήποτε μπορεί άμεσα να εμπλακεί με όσα συμβαίνουν, και η ερμηνεία της είναι ευανάγνωστη. Κανείς δε δυσκολεύεται να διακρίνει ποιοι είναι οι καλοί κι οι κακοί, όπως επίσης να αντιληφθεί την περιπέτεια ως μια ιδεαλιστική μεταφορά για την ανθρώπινη απληστία, τις αποικιοκρατικές παρορμήσεις και την καταστροφή της φύσης. Αθροίστε όλα τα παραπάνω και έχουμε ένα άκρως δελεαστικό πακέτο που άγγιξε τα 3 δισεκατομμύρια δολάρια στο παγκόσμιο box office, σπάζοντας μια σειρά από ρεκόρ και σκαρφαλώνοντας στην κορυφή της κατάταξης των πιο επικερδών ταινιών όλων των εποχών.
Το «Way of Water» (2022) πάτησε ακριβώς στα χνάρια του «Avatar», έτσι δίχως να χρειαστεί να αλλάξει ή να προσθέσει ουσιαστικά τίποτα νέο, επανέλαβε το σουξέ του προκατόχου (2,3 δις δολάρια παγκοσμίως). Επιτυχία που μοιάζει δεδομένη, αλλά παραδόξως, τότε ήταν κάθε άλλο παρά σίγουρη. Εκτός του ότι η πρεμιέρα του σίκουελ συνέβη σε έναν τελείως διαφορετικό κόσμο – μια πανδημία στο προκαλεί αυτό – το ερώτημα που κυριαρχούσε τότε ήταν εάν υπάρχει όντως κοινό για το συγκεκριμένο blockbuster. Σε αντίθεση με έτερα franchise της εποχής του, είναι γεγονός πως αυτό του Κάμερον δείχνει να μην έχει πολιτισμικό κεφάλαιο αντίστοιχο των εμπορικών επιδόσεών του. Με απλά λόγια δεν συζητιέται και ιδιαίτερα, πέρα από τις περιόδους που βρίσκεται στις μαρκίζες. Το εν λόγω φαινόμενο, μάλιστα, ενέπνευσε μέχρι και ένα επεισόδιο του σπουδαίου «How to With John Wilson» (2η σεζόν, επεισόδιο 5), το οποίο επικεντρώνεται σε μια μικρή ομάδα πωρωμένων που συνομιλεί στη γλώσσα των Νάβι(!). Φυσικά, το ‘22 οι κακεντρεχείς διαψεύστηκαν και ο σκηνοθέτης έκανε ξανά το θαύμα του στα ταμεία. Από την άλλη, δεν ανατράπηκε η εξίσωση που θέλει την ευρεία απήχησή του να είναι αναντίστοιχη με το βαθμό στον οποίο «αφορά» ουσιαστικά τους θεατές.
![]()
Η έλευση του τρίτου «Avatar: Φωτιά και Στάχτη» αναμένεται να γεμίσει και πάλι τους (πολυ)κινηματογράφους, σε μια συγκυρία που το έχουν άμεση ανάγκη. Παρομοίως, βέβαια, δύσκολα θα κινητοποιήσει τους σινεφίλ να αρχίσουν να επενδύουν σε merchandise μπλε απόχρωσης και θα τολμήσουμε μια εξήγηση ως προς αυτό. Η μαγευτική εικονογραφία και το συγκινητικό μεράκι του Κάμερον εξασφαλίζουν πως κάθε «Avatar» δεν θα είναι απρόσωπο, ο σκηνοθέτης «φαίνεται» πίσω από κάθε καρέ του φιλμ, ενώ η δοκιμασμένη αφηγηματική δομή προσφέρεται για μια οικεία και νοσταλγικά ασφαλή κινηματογραφική εξόρμηση. Αυτό που αναζητά κανείς, δηλαδή, από το καλό μαζικό σινεμά. Το «Φωτιά και Στάχτη», όμως, αποκαλύπτει το μείζον πρόβλημα του franchise, το οποίο εντοπίζεται στην απουσία επικών διακυβευμάτων ή έστω μιας δραματουργίας αρκετά πειστικής ώστε να δικαιολογεί τις διαδοχικές συνέχειες. Εδώ να θυμίσουμε πως στα σκαριά βρίσκονται ακόμα δύο κεφάλαια «Avatar» με ορίζοντα κυκλοφορίας το 2031…
Το νέο σίκουελ περιστρέφεται εκ νέου ανάμεσα στην κόντρα του πρώην πεζοναύτη νυν περίοπτου Νάβι εν ονόματι Τζέικ Σάλι (Σαμ Γουόρθινγκτον) και του συνταγματάρχη Μάιλς Κουόριτς (Στιβ Λανγκ). Η αντιπαλότητά τους κορυφώνεται σε μια ακόμα μάχη μέχρις εσχάτων ανάμεσα στους αυτόχθονες και την ανθρωπότητα, τη στιγμή που κάνει την εμφάνισή της η Βαράνγκ (Ούνα Τσάπλιν), η μοχθηρή ηγέτιδα μιας αντίπαλης φυλής που φιλοδοξεί να κυριαρχήσει στην Πανδώρα. Γύρω τους, σαφώς, αναπτύσσονται πολλές ακόμα παράλληλες πλοκές, όπως το πένθος της Ναϊτίρι (Ζόι Σαλντάνια) και η κρίση ταυτότητας του νεαρού Σπάιντερ (Τζακ Τσάμπιον), οι οποίες θα έπρεπε να προσθέτουν συναισθηματικές ποιότητες στο αφήγημα, αλλά απλώς χρησιμοποιούνται για να επιτείνουν τη μαραθώνια διάρκειά του που φτάνει τα 195 λεπτά.
![]()
Η πολύτιμη όσο και αναμασημένη οικολογική – αντι-ιμπεριαλιστική καταγγελία δίνει τον τόνο στο «Φωτιά και Στάχτη», ωστόσο, αυτή που κάνει νωθρή την ταινία είναι η εκφορά της. Ενδεικτικά, κάθε νέα σεναριακή εξέλιξη προκύπτει με οφθαλμοφανή απλοϊκότητα που συνοψίζεται στο ότι όλοι οι χαρακτήρες αθετούν τις υποσχέσεις που δίνουν. Κάτι αυτονόητο στο χολιγουντιανό συντακτικό, κουραστικό στο πλαίσιο μιας τρίωρης περιπέτειας όταν είναι το μοναδικό καύσιμό της. Έπειτα, η απεικόνιση του Κουόριτς ως βασικού ανταγωνιστή (ένας επιεικώς αφελέστατος «κακός») πραγματοποιείται με κινηματογραφικά ξεπερασμένους όρους, πέρα από το ότι επισκιάζει γνήσια υποβλητικές παρουσίες όπως της Βαράνγκ, μιας περίπλοκης περσόνας που αποπνέει μια απειλητική γοητεία και παίρνει αυθεντικά ρίσκα με κάθε κίνησή της, αλλά παραγκωνίζεται άδικα. Τα διακυβεύματα, κοινώς, αρθρώνονται δίχως εκπλήξεις μα κυρίως, δεν αναπαράγουν νέα, ικανά να προξενήσουν ειλικρινή προσμονή για τις τύχες των Νάβι. Αυτή η παρατήρηση χρειάζεται να γίνει, όχι μόνο γιατί υπάρχουν και άλλα «Avatar» στα σκαριά, αλλά και επειδή ο Κάμερον είναι ένας αποδεδειγμένα δεινός αφηγητής. Εξάλλου, κάθε μεγάλη κινηματογραφική μυθολογία για να αποκτήσει αυτήν τη διάστασή της, απαιτεί εκείνα τα στοιχεία που θα δώσουν στην έκβασή της διαστάσεις υπαρξιακές. Και ας είναι το τέλος της ένα happy end…