Γιατί είναι τόσο δύσκολο να δούμε μια καλή pop ταινία;
Από το «Moment» έως το «Mother Mary», τελευταία, βλέπουμε συχνά αναπαραστάσεις των αδιεξόδων που συναντούν τραγουδίστριες μόλις γνωρίσουν επιτυχία. Καμία, όμως, δεν είναι ακριβώς ικανοποιητική.
Ένα από τα πιο αγαπημένα «σπορ» του Χόλιγουντ είναι να οικειοποιείται τον κόσμο των ποπ σταρ για τους κινηματογραφικούς σκοπούς του. Είτε μέσα από φιλμ που προσπαθούν να αφουγκραστούν το πώς είναι να ζεις μονίμως σε μια σκηνή, κυριολεκτική και μεταφορική, είτε δανειζόμενο απευθείας «έτοιμους» καλλιτέχνες με ευρεία απήχηση. Πρόχειρα στο μυαλό έρχονται οι πρόσφατες περιπτώσεις της Lady Gaga («Ένα Αστέρι Γεννιέται») και του Χάρι Στάιλς («Μην Ανησυχείς Αγάπη μου»), με τα αντίστοιχα παραδείγματα να φτάνουν δεκαετίες πίσω (Bjork, Φρανκ Σινάντρα κ.ο.κ.). Τα τελευταία χρόνια φαίνεται να έχει αναθερμανθεί το σχετικό ενδιαφέρον, ίσως επειδή έχουν αναδυθεί τραγουδιστές που δεν προξενούν απλώς σούσουρο, αλλά διατυπώνουν μια ολοκληρωμένη πολιτισμική πρόταση, το οποίο έχει οδηγήσει στην κυκλοφορία ποπ παραγωγών με κοντινές ημερομηνίες πρεμιέρας. Πρόσωπο – κλειδί σε αυτήν την εξίσωση είναι, φυσικά, η Charli XCX.
Το καλοκαίρι του 2024, με το «BRAT» η Βρετανίδα έσμιξε την κλαμπ κουλτούρα με τη Y2K νοσταλγία και την εξομολογητική αυτοαναφορικότητα, φτιάχνοντας ένα μοντέρνο ποπ αριστούργημα που έγινε αμέσως σταθμός. Και φυσικά, επειδή έχουμε κάνει ήδη τη συζήτηση για το δικό της προσεχές και πληθωρικό πέρασμα στη μεγάλη οθόνη, αυτό το κείμενο καταπιάνεται συγκεκριμένα με το πώς η μουσικός φαίνεται ότι επηρεάζει κιόλας τα κινηματογραφικά δεδομένα. Διότι με απόσταση λίγων μηνών το 2026 κυκλοφορούν τίτλοι που φέρουν την καλλιτεχνική σφραγίδα της ανεξάρτητα από το αν η Charli βρίσκεται μπροστά ή πίσω από την κάμερα.

«The Moment» όπως «Succession»
Στο πρόσφατο φεστιβάλ του Σάντανς, τον περασμένο Ιανουάριο, προβλήθηκε για πρώτη φορά το πολυαναμενόμενο «The Moment» (Έινταν Ζαμίρι). Ένα mockumentary που εμβαθύνει, θολώνοντας τα όρια μεταξύ μυθοπλασίας και ρεαλισμού, στις μοντέρνες πολυπλοκότητες που καλείται να διαχειριστεί μια καλλιτέχνιδα που κάνει πρωτοφανή πάταγο. Κυρίως, τη δυσκολία του να μένει πιστή στο όραμά της, την ώρα που δέχεται πιέσεις για να είναι πανταχού παρούσα, διαθέσιμη και να μη λέει «όχι». Δηλαδή, τίποτα περισσότερο από τη γνώριμη μάχη ενάντια στο ξεπούλημα. Το ύφος του Ζαμίρι θυμίζει έντονα τη σπουδαία σειρά «Succession», χάρη στον τρόπο που αποδομείται μέσω ειρωνείας και μαύρου χιούμορ ο ναρκισσισμός και η σοβαροφάνεια μιας βιομηχανίας όπου τα νήματα κινούν άνθρωποι άσχετοι με τη μουσική – ακόμα και ως θαυμαστές. Παράλληλα, με γκονταρική απείθεια το «Moment» ακυρώνει τις προσδοκίες όσων είναι γνώριμοι με την κουλτούρα του «BRAT» και της Charli γενικότερα. Διότι ενώ η ταινία συστήνεται ως ένα concert movie που καταγράφει την τραγουδίστρια στο απόγειο της καριέρας της, στην πραγματικότητα αποτελεί απότομη προσγείωση σε μια δαιδαλώδη ρουτίνα που ισορροπεί μεταξύ χάους, συσκέψεων και περφόρμανς. Από την άλλη, βέβαια, αυτό είναι κάπως και το «ταβάνι» του «Moment». Δεν εμβαθύνει, δηλαδή, στα αλήθεια ούτε στην ίδια την ιδιοσυγκρασία της Βρετανίδας, αλλά και ούτε ενστερνίζεται στο βαθμό που θα μπορούσε την καλλιτεχνική ταυτότητά της. Δύο πτυχές που ταυτίζονται και έχουμε δει να χρησιμεύουν στη δομή ενός σεναρίου στο παρελθόν, αν και σε τελείως διαφορετικές περιπτώσεις («Ο Σωματοφύλακας», «Ο Άνθρωπος που Έπεσε στη Γη»).

Αν Χάθαγουεϊ όπως «Mother Mary»
Μετά το Σάντανς, ακούσαμε την Charli στα «Ανεμοδαρμένα Ύψη», σε ένα σάουντρακ σαφώς ανώτερο από το φιλμ της Έμεραλντ Φένελ, για να ακολουθήσει άλλο ένα score, αυτήν τη φορά σε σύμπραξη με το σταθερό συνεργάτη της A.G. Cook. Αφορμή ήταν η νέα δουλειά του σκηνοθέτη Ντέιβιντ Λόουερι («Ο Κύριος & το Όπλο», «Ο Πράσινος Ιππότης»), η οποία ψηλαφεί τις πιο ενδόμυχες προβληματικές της μουσικής σύνθεσης αλλά και του κόστους που επιβαρύνει τις προσωπικές – σεξουαλικές σχέσεις, όταν αυτές μετατρέπονται σε πηγή έμπνευσης για κομμάτια που τραγουδιούνται από στόματα χιλιάδων. Με τίτλο «Mother Mary», η ταινία περιστρέφεται γύρω από, τι άλλο, μια ποπ σταρ (Αν Χάθαγουεϊ) που κατά τη διάρκεια μιας κρίσης ταυτότητας σπεύδει στη θαλπωρή παλιάς φίλης και συνεργάτριας που υπήρξε κομβική για το σμίλευμα του ύφους της (Μικαέλα Κόουλ). Η επανασύνδεσή τους μετατρέπεται σε μια υπερβατική – καθαρτική εμπειρία, στην προσπάθειά τους να επουλώσουν περασμένες πληγές και να διεκδικήσουν τη συμβολική μετενσάρκωσή τους σε κάτι νέο.
Η περσόνα της Χάθαγουεϊ αποτελεί συγκερασμό ποπ αναφορών, από την προφανή της Lady Gaga μέχρι το neo-disco ήχο της Dua Lipa. Αλλά πρωτίστως, αποπνέει το σίγουρο αέρα μιας γυναίκας γεμάτης αυτοπεποίθηση, γιατί βρίσκεται σε επαφή με κάτι βαθύτερο και φευγαλέο που θα μπορούσε να παραπέμπει στον αφανή κόσμο της έμπνευσης. Υπάρχει, δηλαδή, ουσία σε αυτό που προσπαθεί εξερευνήσει ο Λόουρι, βέβαια, το πρόβλημα είναι πως πέφτει θύμα της φιλοδοξίας του. Η αισθητική του παραπέμπει σε μια μίξη «Αόρατης Κλωστής» και «Possession», ιδέα γοητευτική αλλά στην εφαρμογή της «κουμπώνει» άτσαλα. Βασικό ζήτημα η πλήρης απουσία προσβασιμότητας και εξοικείωσης με τις δύο ηρωίδες, αφού σχεδόν από την αρχή βρισκόμαστε θεατές στην εγκεφαλική επικοινωνία των Χάθαγουεϊ – Κόουλ, χωρίς να πολλά – πολλά. Με άλλα λόγια, μοιάζει σα να κάθεσαι για πρώτη φορά σε παρέα με αγνώστους και όλοι συζητάνε με inside jokes.

Εξίσου ελαττωματικό το τουπέ των χαρακτήρων. Όχι ακριβώς αυτάρεσκο, αλλά ούτε και προσγειωμένο, το ύφος τους έχει μια επιτήδευση που διογκώνει την απόσταση από εκείνες, χώρια που οι ατελείωτοι διάλογοι του Λόουερι όχι απλώς δεν προφέρουν τίποτα ουσιαστικό, αλλά αποτελούν υπόδειγμα κινηματογραφικής φλυαρίας. Αναπόφευκτα, σημαντικό μέρος του «Mother Mary» ξοδεύεται σε σκηνές απλανών υγρών βλεμμάτων και φράσεων βγαλμένων από προσπέκτους κάποιας φαντασμένης περφόρμανς, θυμίζοντας ή και όχι τις λιγότερο σημαντικές στιγμές της Μαρίνα Αμπράμοβιτς. Εύλογα, λοιπόν, όταν τα πράγματα οδηγούνται σε μια αδικαιολογήτως horror τρίτη πράξη, δεν έχουν μείνει πολλά που δικαιολογούν όσα συμβαίνουν πέρα από την ίδια την έπαρση του σκηνοθέτη.
Κάπως έτσι, το ερώτημα του τίτλου επανέρχεται: τι κάνει τόσο δύσκολο σήμερα το γύρισμα μιας ταινίας για το τι σημαίνει να είσαι ποπ σταρ; Μια παρορμητική και προβοκατόρικη σκέψη θα έλεγε πως στο συγκεκριμένο πεδίο το σινεμά βρίσκεται πίσω από τις εξελίξεις, άρα αγνοεί πώς να απαθανατίσει το φαινόμενο. Η κινηματογραφικότητα που μπορεί να εντοπίζεται στα βίντεο κλιπ καλλιτεχνών και στη συνολική εικαστική ταυτότητά τους, δε σημαίνει νομοτελειακά πως γίνεται να ανακυκλωθεί στη μεγάλη οθόνη. Παρομοίως, πιο ενδιαφέρουσα είναι η προσέγγιση του Νίκολας Ρεγκ, ο οποίος όπως στον «Άνθρωπο που Έπεσε στη Γη» (1976) έτσι και στο «Performance» (1970), με πρωταγωνιστές τους Ντέιβιντ Μπόουι και Μικ Τζάγκερ αντίστοιχα, χρησιμοποίησε την αύρα των εν λόγω σταρ για να την πολλαπλασιάσει, όχι για να τη φέρει στα δικά του μέτρα. Ο μεν Μπόουι που τότε έπαιζε με την ιδέα πως είναι εξωγήινος, χρησίμεψε άψογα ως συμβολική ενσάρκωση της υπαρξιακής ματαιότητας και αποξένωσης. Ο δε frontman των Rolling Stones έμοιαζε αυτονόητη επιλογή για μια ντελιριακή οδύσσεια ον ντραγκς. Άρα, δεν αρκεί να πάρεις μια ποπ τραγουδίστρια «όπως είναι» ή «όπως λογικά μοιάζει» για να φτιάξεις μια ξεχωριστή ταινία. Οφείλεις να την εντάξεις σε έναν κόσμο που ο δικός της μύθος θα αποτελεί κομμάτι ενός μεγαλύτερου παζλ που θα κλείνει το μάτι σε όσα το κοινό γνωρίζει ήδη για εκείνη.