Έχει η «Οδύσσεια» του Κρίστοφερ Νόλαν ταξικό πρόβλημα;

Έχει η «Οδύσσεια» του Κρίστοφερ Νόλαν ταξικό πρόβλημα;

Οι προβολές της επικής ταινίας μπορεί να είναι γεμάτες για εβδομάδες, όμως δεν απολαμβάνουμε όλοι την ίδια ποιότητα προβολής.

Πριν καν βρεθεί στις μαρκίζες, ένα από τα κρισιμότερα στοιχεία που έκαναν ελκυστική την «Οδύσσεια» του Κρίστοφερ Νόλαν ήταν το γεγονός πως θα γυριζόταν εξ ολοκλήρου σε κάμερες IMAX, κάτι που δεν έχει γίνει ποτέ ξανά στην ιστορία. Αυτή η επιλογή σήμαινε πως η ταινία θα αποτελούταν από πρωτοφανούς εικαστικότητας πλάνα, αλλά είχε και μια αυτονόητη συνέπεια: η συντριπτική πλειοψηφία του κοινού δε θα είχε τη δυνατότητα να παρακολουθήσει το φιλμ «όπως το οραματίστηκε ο σκηνοθέτης», δηλαδή σε 70mm. Οι εναλλακτικές συνθήκες θέασης, είτε σε IMAX προβολείς με λέιζερ σαν αυτόν που διαθέτουν τα Village Cinemas του Mall είτε σε συμβατικές υπαίθριες και μη αίθουσες, αναπόφευκτα παρουσιάζουν κόπιες όπου τα κάδρα είναι προσαρμοσμένα στις εκάστοτε διαστάσεις των μεγάλων οθονών. Άρα, λιγότερο ή περισσότερο, χάνεται μέρος των πληροφοριών που απεικονίζονται στο σινεμά. Κάπως έτσι, άπαξ και κυκλοφόρησε η «Οδύσσεια», το κινηματογραφικό ίντερνετ άρχισε να αναρωτιέται επισταμένως εάν οι φτωχοί βλέπουν «λιγότερη» ταινία από τους προνομιούχους θεατές των προβολών σε σελιλόιντ. Η απάντηση δεν είναι εύκολη, όμως, έχει σαφώς ταξικό πρόσημο.

Δες περισσότερα άρθρα μας στις αναζητήσεις

Πρόσθεσε το ΚΛΙΚ στη Google

Οδύσσεια Odyssey γυρίσματα 2

Με των πόσο η IMAX φιλαράκι;

Χωρίς να μακρηγορούμε, είναι δεδομένο πως με βάση τον κυνισμό της ελεύθερης αγοράς, υπάρχουν διαφοροποιήσεις ως προς το ποιοι, πώς και πόσοι έχουν πρόσβαση σε πολιτισμικά αγαθά. Και αντίστοιχα, πως ένας δημιουργός του διαμετρήματος του Νόλαν γνωρίζει εκ προοιμίου ότι η χρήση των IMAX καμερών αυτομάτως παράγει αντικειμενικούς διαχωρισμούς. Είναι ενδεικτικό, για παράδειγμα, πως μόλις σαράντα ένα αίθουσες σε όλο τον κόσμο μπορούν να υποστηρίξουν την προβολή της «Οδύσσειας» στις τυπικά σωστές διαστάσεις. Για αυτό το λόγο, κυκλοφορούν πολλές αφηγήσεις σινεφίλ που έκαναν ολόκληρα ταξίδια για να βρεθούν στους κινηματογράφους που εξασφαλίζουν αυτές τις δυνατότητες. Και έαν η επιλογή του σκηνοθέτη ενέχει σαφώς το καλλιτεχνικό κριτήριο, αφού εύλογα επιθυμεί να γυρίσει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο μια ταινία του, το τι είδους πρόσβαση προσφέρεται σε αυτήν είναι μια καθόλα ταξική συζήτηση.

Στην Αθήνα, ας πούμε, το εισιτήριο για μια κανονική προβολή της «Οδύσσειας» κοστίζει κατά μέσο όρο περίπου 7-8€, ενώ ισχύουν και προσφορές που με 9€ εξυπηρετούνται δύο άτομα. Να συμφωνήσουμε πως τα ποσά αυτά δεν είναι αστρονομικά, αντίθετα, ενδεχομένως να ενθαρρύνουν έναν υποψήφιο θεατή να επισκεφτεί τον κοντινότερο κινηματογράφο του. Ωστόσο, την ίδια ώρα για την IMAX το κόστος σχεδόν διπλασιάζεται και φτάνει τα 15€. Παρομοίως, σε ορισμένες αίθουσες εφαρμόζονται πλέον διαβαθμίσεις, έτσι εάν κάποιος δε δύναται να αγοράσει με 10€ μια «premium» θέση, θα πρέπει να βολευτεί στις μπροστινές σειρές που κοστίζουν 8,5€. Αντίστοιχα, σε κάποιους κινηματογράφους που προσφέρουν αναβαθμισμένες υπηρεσίες και καθίσματα, μπορεί κανείς να βρει εισιτήριο αξίας 13,5€. Με άλλα λόγια, για να καλυφτεί η ανάγκη των αιθουσαρχών να προσελκύσουν όσο το δυνατόν περισσότερο κόσμο, διότι χρόνο με το χρόνο δυσκολεύει εκθετικά ο βιοπορισμός τους, τείνουν να αποκλειστούν εκείνοι που τα συντηρούν όλο τον υπόλοιπο χρόνο, δηλαδή οι συστηματικοί επισκέπτες τους. Όλα αυτά, μάλιστα, για να μη δει κανείς «πραγματικά» την «Οδύσσεια». Και κάπου εδώ εντοπίζονται τα πραγματικά προβλήματα στην εν λόγω συζήτηση.

Οδύσσεια Odyssey 7

Το αόρατο χέρι του προβολατζή

Όταν οι ίδιοι οι ιθύνοντες της IMAX ομολογούν από πέρσι πως είναι αδύνατον να ανταποκριθούν στη ζήτηση για τη διασκευή του ομηρικού έπους, προκύπτει ξεκάθαρα πως το ζήτημα είναι πολυπαραγοντικό. Όσον αφορά το πρακτικό κομμάτι, αφενός δεν υπάρχουν αρκετοί προβολείς φιλμ 70mm για όλους, αφετέρου η τεχνολογία είναι τόσο παλιά που στο πέρασμα του χρόνου ξεχάστηκε ο τρόπος κατασκευής μέρους της συγκεκριμένης τεχνολογίας. Για να το πούμε απλά, η IMAX δεν έχει ιδέα πώς να φτιάξει κάποια ανταλλακτικά και κομμάτια των ίδιων των μηχανημάτων της, γιατί έχει χαθεί η τεχνογνωσία. Αλλά, ακόμα και εάν δε συνέβαινε αυτό, υπάρχει το εμπόδιο της εκπαίδευσης. Διότι, περιπλέκεται η χρήση αυτών των προβολέων χωρίς την πρόσληψη ειδικά καταρτισμένων μηχανικών προβολής. Πέρα από το χωροταξικό το οποίο, επίσης, είναι κρίσιμο θέμα, αφού δεν είναι οικονομικά εφικτό για πολλούς ιδιοκτήτες να αναπροσαρμόσουν τους κινηματογράφους τους σε αυτές τις προδιαγραφές. Υπάρχουν, βέβαια, και εξαιρέσεις.

Άρα τι απομένει; Το προφανές, πως ο πολιτισμός πάντα θα είναι το θύμα ενός οικονομικού συστήματος που επιβιώνει χάρη στις ανισότητες που διαιωνίζει. Λιγότερο ιδεαλιστικά, η αγορά της κινηματογραφικής διανομής καλείται να ανταπεξέλθει σε διαρκώς αυξανόμενες προκλήσεις, τη στιγμή που οι σκοτεινές αίθουσες δέχονται δυσανάλογο φορολογικό βάρος σε σχέση με άλλες τέχνες και οι συμπεριφορές του κοινού αλλάζουν διαρκώς. Επομένως, περιπτώσεις σαν την «Οδύσσεια» αναδεικνύουν αυτήν την τεράστια αντίφαση στον πυρήνα του σινεμά, η οποία θέλει την πιο λαϊκή μορφή τέχνης να κινδυνεύει να μετατραπεί σε είδος πολυτελείας, αλλά μόνο για παραγωγές – event. Το μόνο θετικό, πως το κοινό τουλάχιστον αντιλαμβάνεται ότι η μεγάλη οθόνη παραμένει το αυτονόητο και μοναδικό μέρος στο οποίο μπορεί να απολαύσει μια ταινία σε όλο της το μεγαλείο. Ακόμα και εάν αυτό σημαίνει πως θα χάσει λίγο από το βάθος πεδίου.

Σχετικά άρθρα