Η πρώτη συνέντευξη της Βάνας Μπάρμπα στο ΚΛΙΚ

Η πρώτη συνέντευξη της Βάνας Μπάρμπα στο ΚΛΙΚ

Η Βάνα Μπάρμπα, τα μπουλούκια, τα καλλιστεία και οι βιντεοκασέτες και μια ψυχή που «θέλει να είναι ωραία γυναίκα». Το κείμενο αναδημοσιεύεται αυτούσιο από το αρχείο.

Η Βάνα Μπάρμπα ξέρετε πια ποια είναι. Την ξέρετε σαν ωραία και δυναμική ηθοποιό, την είδατε κάποτε σαν Μις Ελλάς, μετά, συχνά, στα βιντεοκλάμπ σε πολλές βιντεοκασέτες, πέρυσι στο «Βίο και Πολιτεία» του Περάκη, φέτος στο «Μ’ αγαπάς ;» του Πανουσόπουλου. Φαίνεται πως η Βάνα Μπάρμπα έχει δύσκολο δρόμο. Μέσα από τα βλέμματα και τις σκέψεις των γύρω της, πρέπει να περπατήσει ατάραχη προς τα πράγματα μέσα από την εικόνα, προς τη δική της εσωτερική ηρεμία.

Εμένα, σήμερα, η Βάνα Μπάρμπα μου λέει για μπουλούκια μόδας και καλλιστεία άθλια, για χασάπηδες των βιντεοκασετών και καλαματιανούς Τέληδες Σαβάλες, για ανόητους και έξυπνους ανθρώπους. Μιλώντας για τις πολλές μέρες που έχει περάσει μέσα σε λίγες ώρες, η Βάνα Μπάρμπα μιλάει για την ψυχή της, για τα πιο ώριμα, τώρα, όνειρά της. Μοιάζει να μην ντρέπεται για τίποτα, όταν η αθωότητά της την οδηγεί.

Βάνα Μπάρμπα: Με παίρνουνε διάφοροι στα καλά καθούμενα, που τους έχω συναντήσει μια φορά και μου λένε ό,τι του κατέβει του καθένα. Με παίρνει προχτές, μετά από μια δεξίωση, ένας σκηνοθέτης που μου τον είχανε γνωρίσει δυο λεπτά, αμέσως μετά, δεν είχα προλάβει καλά-καλά να φτάσω σπίτι μου. «Δε μου λες, το τηλέφωνό μου πού το βρήκες;» «Δεν μπορώ να σου πω», μου λέει, «είμαστε ακόμη στον μπουφέ και πίνουμε και μιλάμε». Έπαθα πλάκα. Δεν είμαστε καλά!

– Πείτε μας λοιπόν, τα νέα. Είναι δύσκολο να ‘ναι κανείς γνωστός κι ωραίος;

Λοιπόν. Έχεις πολλά αβαντάζ, σε προσέχουν πιο εύκολα σ’ ό,τι και να κάνεις. Μπορείς π.χ., να κάθεσαι στις πρώτες θέσεις, να βγάζεις πιο εύκολα εισιτήρια, οι δρόμοι μοιάζουν να ανοίγουν πιο εύκολα για κάποιον που είναι ωραίος και επιθυμητός. Πληρώνεις όμως, ταυτόχρονα, ένα τίμημα πολύ άσχημο.

– Δηλαδή;

Έχεις συνεχώς ανθρώπους να σε περιτριγυρίζουν, που σου γίνονται βάρος κάποια στιγμή. Άτομα που δεν έχεις καμία σχέση μαζί τους, που μια καλημέρα έχετε πει μόνο, βάζουνε με το νου τους χίλια-δυο πράγματα, και γίνονται ενοχλητικότατοι.

– Παίρνουνε θάρρος από δυο ωραία μάτια;

Μπα, δεν είναι θάρρος, αυτό που παίρνουνε. Θράσος είναι. Δεν λέω, καλό είναι, βολικό, να ξεμπερδεύεις με διάφορα βαρετά πράγματα χωρίς δυσκολία, κουνώντας έτσι το δαχτυλάκι σου, αλλά το να θέλουν αμέσως να σ’ ανέβουν όλοι αυτοί στο κρεβάτι και βλακεία είναι και κουραστικό.

– Γιατί, λέτε, συμβαίνει αυτό;

Ε, βλέπουν μια ωραία κοπέλα, και νομίζουν ότι είναι και χαζή, εύκολη. Πίσω από την επιφάνεια όμως μιας εξωτερικής ομορφιάς, μπορεί να υπάρχουν εξαιρετικά δύσκολες καταστάσεις, άλλα. Και πρέπει να ‘χεις γερά νεύρα και πολύ γερό στομάχι για να μπορείς να τα βγάλεις πέρα πρώτα με τον εαυτό σου κι ύστερα μ’ όλους αυτούς γύρω.

– Η ομορφιά δεν είναι κοινό κτήμα, δεν ανήκει σ’ όλους; 

Τι πα να πει αυτό; Όλοι μπορούμε να ‘χουμε μερίδιο σ’ ό,τι θέλουμε, αλλά υπάρχουν τρόποι και τρόποι. Μόλις δεις ένα των ραίο πρόσωπο και σ’ αρέσει, πρέπει να τ’ αποκτήσεις αμέσως, Άντε, φύγαμε: Αντιθέτως. Όσο πιο πολύ ποθούμε κάτι, τόσο πιο δύσκολα πρέπει να τ’ αποκτήσουμε. Με ποιο δικαίωμα θα έχεις δικαιοδοσίες πάνω σ’ έναν άλλον ἀνθρωπο, έτσι, στα καλά καθούμενα; Αυτά δεν έχουνε σχέση μόνο με την ομορφιά.

– Με τι άλλο έχει; Ρωτάω ως δικηγόρος του διαβόλου μου. 

Είναι θέμα επαφής, θέμα κόντακτ. Πόσο σε θέλει κι ο άλλος. Εγώ προσωπικά πολλές φορές έχω δει να ελκύομαι από κακάσχημα πρόσωπα, που σαν άτομα όμως με ελκύανε, που είχανε ομορφιά κρυμμένη, πιο εσωτερική.

– Να, ένα πρόβλημα των «ωραίων»: Να αποδεικνύουν διαρκώς, περισσότερο από τους υπόλοιπους ανθρώπους, ότι δεν είναι κτίρια του Χόλυγουντ, σκηνικά μόνο, αλλά έχουν και από μέσα, δεν είναι «φτερά στον άνεμο».

Μπράααβο. Αυτό είναι. Πρέπει όλη την ώρα να πείθεις ότι δεν είσαι μόνο εικόνα, ένας ωραίος κώλος, μια ωραία μούρη. Πρέπει να ‘σαι όλη την ώρα στην τσίλια, ας πούμε. Γιατί να μην μπορώ να χαλαρώσω λίγο κι εγώ; Και με ανθρώπους της δουλειάς μου ακόμα, πρέπει να προσέχω τι θα πω, πώς θα μιλήσω. Γιατί είναι προκατειλημμένοι κι εύκολα μπορούν να με παρεξηγήσουν. Γιατί είναι δύσκολο να ‘σαι εξαίρεση στον κανόνα της ωραίας γκόμενας που συνήθως είναι αγγούρι. Παρακάτω. 

– Παρακάτω. Πέστε μου εσείς το δικό σας ορισμό της ωραίας γκόμενας.

Μια ωραία γκόμενα είναι πρώτα πρώτα μια γυναίκα, ένα πρόσωπο κι ένα σώμα, που ξεκουράζει τα μάτια σου. Μια ωραία γκόμενα έχει σχέση με την αισθητική, αλλά, ξεκουράζοντας τα μάτια σου, ξεκουράζει και την ψυχή σου. Τι άλλο να πω περισσότερο; Κι ένας ωραίος άντρας το ίδιο είναι, μην το περιορίσουμε στις γκόμενες. 

– Κι αυτό που λέμε ακτινοβоλία;

Είναι η ψυχή. Κάποιο μυαλό που υπάρχει πίσω από τα μάτια, μια προσωπικότητα ανήσυχη, κάποιες συνήθειες που δεν είναι δυσάρεστες για τους άλλους. Πού θέλετε όμως να καταλήξετε,

– Σ’ εσάς. Εσείς, πιστεύω εγώ, έχετε διαλέξει να είστε ωραία, προκλητική, θα ‘λεγα, γκόμενα. 

Μην αμφιβάλλετε. Και να μην ντυνόμουνα όπως ντύνομαι, και να μην πρόσεχα τον εαυτό μου, πάλι ωραία γκόμενα θα ‘μουνα. Η ψυχή μου θέλει να ‘μαι ωραία γυναίκα, και να μπορώ να χαίρομαι κάθε στιγμή ήρεμα και καλά. Η δουλειά μου όμως έχει κι άλλες απαιτήσεις. Εγώ δεν επιδιώκω το χάσιμο της ηρεμίας μου, δεν μ’ αρέσει αυτή η πλευρά του «στίγματος της ομορφιάς». Δεν είμαι ψωνισμένη και ντιβέ, ούτε υπερβολική φιλαρέσκεια έχω. Έχω όση φιλαρέσκεια έχει κάθε κοπέλα. 

– Δεν βλάφτει και λίγη παραπάνω. Καλό είναι ν’ αγαπάνε και μερικοί τον εαυτό τους, μέσα σ’ όλη αυτή την ισοπέδωση και την τυποποίηση.

Με καλούνε σ’ ένα μέρος. Δεν πάω με το μπλουτζήν μου, ή με κανά κουρέλι. Αισθάνομαι πως πρέπει να φροντίζω τον εαυτό μου. Σέβομαι, αν θέλεις, το χώρο, το χώρο μου.

– Ποιος είναι αυτός ο χώρος; Πώς μπήκατε; Ξέρουμε πως έχετε κάνει ικανό αριθμό βιντεοκασετών, αλλά και Περάκη και Πανουσόπουλο, πρόσφατα.

Πάμε από την αρχή. Ξεκίνησα από τα ελληνικά καλλιστεία. Δεκαεφτά χρονών. Ζούσα σε μια επαρχία, στα Γιάννενα. Τέλειωνα το Λύκειο κι έπρεπε ν’ αποφασίσω τι θα κάνω. Οι γονείς μου θέλανε να με βάλουνε σε καμιά τράπεζα, σε κάποια γραφειοκρατική δουλειά.

– Όπως τον Τζίμη τον Πανούση.

Έτσι κι εμένα. Εγώ πνιγόμουνα όμως.

– Αυτός να δείτε!

Δεν μπορούσα τα γραφεία, ανέκαθεν. Σιχαινόμουνα τους κλειστούς χώρους, χωρίς να είμαι συνειδητοποιημένο άτομο. Στα δεκαεφτά σου χρόνια, δεν μπορείς να ξέρεις ακριβώς τι θέλεις. 

– Υποψιάζεσαι.

Ούτε καν. Απλώς, υπάρχει το ένστικτό σου, λειτουργείς περισσότερο με το ένστικτο. Κι εμένα το ένστικτό μου είναι ισχυρό, το ακούω πάντα, και γι’ αυτό οδηγούμαι και σε ακραίες καταστάσεις, συχνά. Σε πολλά καλά και σε πολλά άσχημα. Στην προκειμένη περίπτωση, το ένστικτό μου μ’ έκανε να φύγω από τα Γιάννενα. Μ’ έκανε να θέλω να ξεφύγω απ’ όλον αυτόν τον τρόπο. Από τον καλό γαμπρό, από την κοπέλα την επαρχιώτισσα, που επειδή είναι ομορφούλα και συμπαθητική, πρέπει να βρει έναν πλούσιο να πάρει, από μια σταθερή δουλειά, να παίρνω το μισθουδάκο μου κάθε μήνα, απ’ όλα αυτά. 

– Τελικά;

Τελικά, έφυγα. Έφυγα όμως και τυχαία. Πιστεύω στο «συν Αθηνά και χείρα κίνει», αλλά πιστεύω και στη μοίρα. Βρήκα ένα χαρτί, τότε. Αυτό το χαρτί ήταν για έναν ετήσιο διαγωνισμό, με κοπέλες που διαλέγουνε απ’ την επαρχία, για να βγούνε οι δώδεκα φιναλίστ στα καλλιστεία. Αυτό δεν το είχα ποτέ όνειρο. Έτυχε. 

– Ο «Θησαυρός» ήτανε, ή η «Απογευματινή»;

Αυτό ήταν του «Ρομάντσου». Και το πήρα, κι έστειλα τ’ όνομά μου και περίμενα. Έλεγα ότι αν με πάρουνε σ’ αυτό, θα μπορούσα εύκολα να φύγω, και χωρίς μάλιστα να πληρώνω, γιατί κάτι έγραφε το φυλλάδιο για έξοδα πληρωμένα στην Αθήνα κανά-δυο μήνες. Ε, σε μια βδομάδα μου στέλνουνε ένα γράμμα, έρχονται δύο κύριοι στα Γιάννενα, με βλέπουνε και μου λένε ότι τους κάνω. Και ξεκινάω για τα καλλιστεία.

– Το χίλια εννιακόσια …

ογδόντα τρία. Είμαι τώρα εικοσιδύο, πριν πέντε χρόνια.

– Και περπατήσατε με μαγιό; 

Με μαγιό, με όλα, και μας βλέπανε επιτροπή και κοινό. Εγώ είχα φορτιστεί. Έβλεπα ότι και στους γονείς μου άρεσε η ιδέα να κερδίσω και να πάει η κόρη τους σ’ ένα διεθνή διαγωνισμό, και πίστευα με τα κοριτσίστικα όνειρά μου ότι κάτι θα μου πρόσφερε αυτή η ιστορία. Όλα τα όνειρά μου καταστραφήκανε το ίδιο βράδι, όταν πια βγήκα Μις Ελλάς. Αντιμετώπισα τέσσερις χιλιάδες άτομα που με κοιτάγανε σαν ζώο επί σφαγή, τα μπούτια μου, τον κώλο μου, να χουγιάζουν από κάτω, να φωνάζουν, να ουρλιάζουνε συνέχεια. Μια τρομερή κατάσταση.

– Πού όλ’ αυτά; Στο «Χίλτον»;

Στο «Κάραβελ».

– Α, το «Κάραβελ» είναι υψηλής αισθητικής ξενοδοχείο.

«Υψηλής αισθητικής», ήταν όλος ο θεσμός αυτός. Να μην τα πολυλογώ, βγαίνει και πέφτει ένας φοβερός προβολέας πάνω μου. Εγώ ήμουνα σαν τη βλαχοπούλα απ’ το χωριό, δεν ήξερα ούτε πώς να μακιγιαριστώ, ούτε πώς να ντυθώ, τίποτα. Κι όλοι αυτοί οι έξαλλοι το μόνο που θέλανε ήταν να δούνε μια γκόμενα με μαγιό, να ικανοποιήσουν τη σεξουαλική τους δίψα. Κι εγώ πάλευα τρεις μήνες μην πάρω κανά κιλό, πώς να περπατήσω όμορφα, πώς να είμαι. Τι ήθελα; Ήθελα να προσφέρω στους γονείς μου μια χαρά, να τους δείξω ότι έχω προσωπικότητα και μπορώ να τα καταφέρω και μόνη μου, αν μ’ αφήσουν λίγο ελεύθερη. Ότι μπορούσα να φτάσω κάπου, άσχετα αν αυτό το κάπου ήταν επιφανειακό. Πέταξα το στέμμα, τον τίτλο, όλες αυτές τις ανοησίες επί τόπου.

– Συνηθίζεται κι αυτό.

Εγώ δεν το ‘κανα για διαφημιστικούς λόγους, όμως. Έτσι ένιωσα. Έτρεχαν δάκρυα απ’ τα μάτια μου, ένιωθα πάρα πολύ άσχημα. Και τώρα είμαι τελείως ενάντια στα καλλιστεία, και το λέω. Είναι πράγματι απαράδεκτα και θα πρέπει κάποτε να σταματήσουνε αυτές οι μαλακίες.

– Στην Αθήνα τώρα, ογδονταδύο και μετά. Σαν τουριστική μιας ζωής εξελίσσεται αυτή η κουβέντα. 

Στην Αθήνα, μετά τα καλλιστεία, άρχισαν μερικοί άνθρωποι του χώρου, της δουλειάς, να με πλησιάζουν. Συγκεκριμένα ποιου χώρου, δεν ήξερα. Κάτι φωτογραφίσεις, σαν μανεκέν, κάτι τηλέφωνα ότι το μέλλον μου θ’ αλλάξει από κάτι κυρίους, αρκεί ν’ άκουγα τις δικές τους συμβουλές, τέτοια. Θα παίξεις με τον Τέλη Σαβάλας σε μια ταινία στην Καλαμάτα, τα εισιτήρια έτοιμα, όλα πληρωμένα. Και πάλι εγώ χαρούμενη, ξεκινούσα για την Καλαμάτα, πιστεύοντας ότι πάω για κάτι πιο σοβαρό. Και στην Καλαμάτα, ένας μ’ ένα μούσι μου λέει πως θα πληρωθώ τότε, το ’83, δέκα χιλιάδες δολάρια! Για μια ελληνοαμερικάνικη παραγωγή, αν περάσω όμως κάτι τεστ. Τα τεστ, βέβαια, ήτανε ένα ρίξιμο, ένα κρεβάτι με τον μουσάτο, που μόλις είδε πως δεν επρόκειτο να γίνει με τίποτα, μας παράτησε εμένα και κάτι άλλες κοπέλες σύξυλες στην Καλαμάτα. 

– Αυτός είχε σαρκώδη και φιλήδονα χείλη σαν του Σαβάλας;

Αυτός ήταν ένας μαλάκας, ένα γελοίο άτομο, που πήγε να τη βγει σε δύο κοριτσάκια δεκαοχτώ χρονών, για να τα πάρει. Και τα κοριτσάκια μείνανε αμανάτι στη Νότια Πελοπόννησο. Ε, βρέθηκε ένας χειμερινός κολυμβητής, μετά, σε μια παραλία, ένας καλός ανθρωπάκος, και μας δάνεισε, 10 Φεβρουαρίου, πέντε χιλιάρικα να γυρίσουμε πίσω. Ούτε Τέλης Σαβάλας, ούτε Γιουλ Μπρίνερ, ούτε τίποτα. Έτσι, όμως, άρχισα να καταλαβαίνω τι γίνεται, στο χώρο. 

– Ύστερα;

Ύστερα, ένα γραφείο με μοντέλα, μερικές δουλειές ανούσιες, για να βγάζω ένα χαρτζιλίκι, να ζω εδώ. Επιδείξεις στην επαρχία, σα θεατρικά μπουλούκια, μπουλούκια μόδας. Μας βάζανε σ’ ένα φορτηγό, πάλι σαν τα ζώα, χωρίς φαΐ, χωρίς ποτό, καμιά δεκαριά κορίτσια, πηγαίναμε δυο μέρες επίδειξη στην επαρχία, να βγάλουμε οχτώ-δέκα χιλιάδες δραχμές μεροκάματο. 

– Να κάτι που δεν το ‘ξερα.

Υπάρχουν πολλά που δεν ξέρετε. Τελοσπάντων. Μετά, με πήρε ένα καλό γραφείο, η Μαίρη Δρακοπούλου. Τη Δρακοπούλου, την εκτιμώ πολύ, είναι απ’ τους λίγους ανθρώπους στο χώρο που μπορεί να βοηθήσει νέα παιδιά. Έχουμε ανάγκη από ‘κείνους που θα τους εμπιστευτούμε και θα τους πούμε, «ναι, κάνε όπως νομίζεις». Όχι, για να μας στείλουν με κανέναν στο «Ιντερκοντινένταλ», ή στο «Κον Ακάι». Μιλάμε για ουσιαστική δουλειά.

– Εκτός Καλαμάτας.

Φτιάξανε, λοιπόν, λίγο τα πράματα. Κάνω μερικές καλές φωτογραφίσεις, βήματα στις διαφημίσεις, γνωρίζω ανθρώπους του κινηματογράφου μέσα από τις διαφημιστικές εταιρίες. Αλλά, μεσολαβούν κι οι βιντεοκασέτες.

– Ο μαζικός κόσμος του βίντεο.

Από την εποχή των μπουλουκιών της μόδας, έχω αρχίσει τις βιντεοκασέτες. Γιατί τα λεφτά ήταν ελάχιστα, κι εγώ έπρεπε να επιβιώσω, να φάω. Κάποιος κύριος πάλι μου πρότεινε να παίξω σε βιντεοκασέτες. Πώς να παίξω, που δεν είχα ιδέα; Ήμουνα ξεκρέμαστη, δεν ήξερα καν τι ήτανε η βιντεοταινία. Τότε, όμως, θέλανε να με χρησιμοποιήσουνε σαν μια ωραία παρουσία και μόνο. Αν μπορείς να χειριστείς σωστά τα πράγματα, οι άσχημες στιγμές του επαγγέλματος μπορούν να σου αποφέρουν πολλά καλά. Τι εννοώ;

– Τι εννοείτε;

Εμένα με χρησιμοποίησαν για την εμφάνισή μου στις βιντεοταινίες. Να φοράω μαγιό πάλι, να το παίζω γκόμενα κουνιστή, τέτοια.

– Γυμνά;

Γυμνά, όχι. Το πρώτο γυμνό που έκανα ήταν στον Πανουσόπουλο. Και χαίρομαι που έγινε έτσι, που μπόρεσα να έρθουν έτσι τα πράγματα. Γιατί, είχα τις καλύτερες συνθήκες. Δεν είχα όλους αυτούς τους γελοίους, που το μόνο που θέλουνε από μένα είναι να με πηδήξουνε.

– Σε ποιες βιντεοταινίες έχετε παίξει;

Δεν ξέρω τίτλους. Ποτέ δεν κοίταγα τίτλους. Η βιντεοταινία ήταν μια δουλειά που την έκανα μόνο για τα χρήματα. Κι όταν ξεκίνησα εγώ τις βιντεοταινίες, οι συνθήκες ήταν τραγικές. Οι παραγωγοί προσπαθούσαν να εκμεταλλευτούν και το μεσημεριανό μας φαγητό, αν ήταν δυνατό. Δουλεύαμε είκοσι ώρες το εικοσιτετράωρο. Σενάρια οικτρά. Μπουλούκια στην Αθήνα! Σιγά-σιγά όμως άρχισα να σκέφτομαι: τι γίνεται εδώ πέρα; Ο καθένας, ο κάθε μπακάλης, μ’ ένα εκατομμύριο γύριζε βιντεοταινία. Η βιντεοταινία της ξεπέτας πάει, πέθανε πια. Τώρα, γιατί κάνω ακόμα βιντεοταινίες; Πάνε προς το καλύτερο τα πράγματα. Και τα κασέ ανεβήκανε, κι ο κόσμος, σιγά-σιγά, ξύπνησε. Είδανε πως δεν πάει άλλο το θέμα, πέσανε οι μανάβηδες κι οι μπακάληδες έξω, άρχισαν να γίνονται πιο υπεύθυνες εταιρίες παραγωγής. 

– Ήσασταν η ντυμένη «τσόντα» των βιντεοκασετών, δηλαδη.

Ναι, ήμουνα η ντυμένη «τσόντα». Ένα σεξουαλικό πέρασμα. Όμως, σιγά-σιγά, άρχισα να την ψάχνω τη δουλειά, άρχισα να μαθαίνω κάτι, άρχισα να μιλάω περισσότερο. Έκανα σαράντα με πενήντα βιντεοταινίες. Ξέρετε τι σημαίνει αυτό; Εκμεταλλεύτηκα την πείρα αυτή, και κάποτε άλλαξα κατηγορία, ας πούμε. Μπορούσα να τα λέω πια τα λόγια, να στέκομαι.

– Και να, ο Περάκης. Τι είναι αυτός ο περίεργος τύπος, πού σας ξεφύτρωσε;

Αυτός ο περίεργος τύπος, κάτσε να θυμηθώ: Με πήραν από ένα διαφημιστικό γραφείο, και του ‘χανε προτείνει να περάσω οντισιόν για το «Βίος και Πολιτεία». Για το ρόλο μιας δημοσιογράφου. Πάω και συναντάω έναν τύπο στο γραφείο του, πολύ οργανωμένο, που μου έδωσε ένα πολύ ωραίο σενάριο. Ήταν ο Νίκος ο Περάκης. Μου ‘πε, «μάθε αυτά τα λόγια κι έλα να μου τα πεις όπως μπορείς, αύριο. Αλλά, θέλω να τα μάθεις». Εγώ δεν το είδα σοβαρά, είχα γίνει πολύ δύσπιστη με όλους. Τα ‘μαθα όμως τα λόγια, τα ‘πα, κι έπαιξα στην ταινία! Ο Νίκος ο Περάκης ήταν ό,τι καλύτερο μπορούσε να μου τύχει σ’ ένα χώρο που απαιτούσε ποιότητα δουλειάς και δουλειά.

– Κι αυτός όμως έψαχνε για μια σεξουαλική γκόμενα.

Ναι, που μιλάει όμως. Που μπορεί ν’ απαντήσει στους άντρες όπως του αξίζει του καθενός. Μια ατάκα που λέω στον Περάκη σ’ έναν, «επειδή με πήδηξες μια φορά, νομίζεις πως μπορείς να μου τη βγαίνεις συνέχεια, δηλαδή;», βγήκε από μέσα μου. Την είπα καλά.

– Μετά, είναι ο Ταβιάνι. Έστω, ο τρίτος αδελφός.

Πάλι μια διαφημιστική εταιρία, μόλις είχε τελειώσει ο «Βίος», με προτείνανε για μια οντισιόν για μια διαφήμιση ζυμαρικών στην Ιταλία.

– Σας βλέπουμε στη RAI τώρα, να ροβολάτε στους αγρούς με τα στάχυα, εμείς οι δορυφοριστές.

Λοιπόν: κι όμως αυτό το διαφημιστικό εμένα πάλι μου ‘δωσε ένα σωρό πράγματα. Όχι γιατί δούλεψα για την Τσινετσιτά, ούτε γιατί είδα όσα είδα. Αλλά, γιατί γι’ αυτό το διαφημιστικό έδωσα όλο τον εαυτό μου, σε ανθρώπους που θέλανε από μένα μια άλλη εικόνα, ένα κοριτσίστικο, αθώο λουκ. Έπαιξα άβαφη, με πολύ κουραστικές συνθήκες, δέκα μέρες σκληρές, αλλά και αποδοτικές, χαρούμενες. Ανέβαινα έναν λόφο συνέχεια τρέχοντας, μες στα στάχυα, πληγωνόμουνα, τα πόδια μου τρέχανε αίματα στο τέλος. Σε κάθε δουλειά που αγαπώ όμως, έτσι προσπαθώ, αυτό το μεράκι βάζω. Όχι δέκα φορές και είκοσι μόνο πάνω κάτω το λόφο, ό,τι χρειαστεί, ό,τι μπορώ, όλη την ψυχή μου βάζω τότε. 

– Κι ο Πανουσόπουλος, τώρα. Φεύγουμε από το λεπτό της Τσινετσιτά και γυρνάμε στα σκληρά, τα καθ’ ημάς. 

Σ’ εσάς, κύριε Κακίση. Με τον Γιώργο, επειδή είχαμε συνεργαστεί και στην ταινία του Περάκη, είχαμε μια πάρα πολύ καλή επαφή. Είχαμε απ’ την πρώτη στιγμή καλό κοντάκι. Ο Γιώργος, τη μέρα που με πήρε και μου ‘πε πως ήθελε να παίξω ένα ρόλο στην ταινία, μου είπε: «Θα μου πεις ειλικρινά αν μπορείς να το κάνεις, να παίξεις γυμνή». Εγώ πάγωσα, δεν το ‘χα ξανακάνει, όλα τα ταμπού μέσα μου ξύπνησαν. «Δεν μπορώ, Γιώργο», του ‘πα, «λυπήσου με. Κι εσύ δε θα κάνεις καλά να ποντάρεις πάνω μου, αφού νιώθω έτσι». Ο Πανουσόπουλος το σεβάστηκε αυτό. Είπε, «καλά», μ’ άφησε. Ξεχάστηκε το θέμα. Έλα όμως που ξαφνικά άρχισα ν’ ακούω πολλά πράγματα γι’ αυτήν την ταινία. Κάτι άρχισε να με τρώει. Λίγο το ‘να, λίγο τ’ άλλο, το σαράκι της δουλειάς. Μ’ αρέσει να είμαι μπροστά στην κάμερα, έχω καλή επαφή με το φακό. Και ξυπνάω μια μέρα, και λέω, θα την κάνω τη δουλειά του Γιώργου. Ήθελα να ξαναβρεθώ μ’ όλον αυτόν τον κόσμο, είτε γυμνή, είτε ντυμένη. Ήθελα να παίξω πάλι.

– Και να ‘μαστε σ’ ένα μπάνιο με τον Αντώνη Θεοδωρακόπουλο. 

Να ‘μαστε. Να ‘μαστε σ’ ένα μπάνιο, και σε μια βδομάδα πριν, που ο Γιώργος προσπαθούσε να μας φέρει σ’ επαφή με τον Αντώνη, να μας «γνωρίσει» μεταξύ μας. Να καταπραΰνει τις δικές μου αναστολές. Ο Περάκης και ο Πανουσόπουλος αξίζουν πολλά. Έλεγα, τι θέλει τώρα ο Γιώργος και με ξεσηκώνει από τις διακοπές μου καλοκαιριάτικα; Θα κάνω τις πρόβες όταν έρθει ο καιρός. Τι τυραννιόμαστε ένα μήνα πριν; Για μια σκηνούλα; Μετά, κατάλαβα. Όταν πια έγινε το γύρισμα, ήμουνα τόσο λυμένη, τόσο έτοιμη, που κι ο ίδιος ο Γιώργος τα χασε. Ήμουνα γυμνή στο μπάνιο, κι εγώ σκεφτόμουνα τα λόγια μου, αυτό μ’ ενδιέφερε. Μια εσωτερικότητα. Τη γύμνια μου και τα σαπούνια, τα ‘χα ξεχάσει τελείως. Κρύωνα, υπέφερα, αλλά εκεί, 

– Η Νάταλι Γουντ έπεσε στη μέση του ωκεανού χωρίς να ξέρει μπάνιο για να γίνει σταρ.

Μάλιστα. 

– Τώρα; Είμαστε στο 1989. Τι λέει το πρόγραμμα; 

Εξαρτάται. Εξαρτάται, πάντα. Εξαρτάται απ’ το αν οι άνθρωποι που εκτιμώ, θέλουν να δουλέψουν μαζί μου. Έχω μερικές ενδιαφέρουσες προτάσεις, ήδη. Νιώθω έτοιμη να κάνω ωραία πράματα, τώρα που ‘χω μάθει κάτι, που έχω δει κάτι παραπάνω. Για μένα πια έχει σημασία η αμοιβαία συνεργασία. Τελείωσαν πια για μένα οι καταστάσεις της ωραίας γκόμενας στο φιλμ, δεν τα τρώω πια. Τα ‘φαγα στη μάπα πέντε χρόνια, αρκετά. Ξέρω ότι έχω να δώσω πολλά άλλα πράγματα, κάτω από την επιφάνεια που βλέπει ο πολύς κόσμος. Αυτό νομίζω πως κι ο Περάκης κι ο Πανουσόπουλος το κατάλαβαν και μου ‘δωσαν μια ευκαιρία. Αυτό θέλω από δω και πέρα. Θέλω ανθρώπους που θα μπορούν να δουν ότι δεν υπάρχει μόνο η Βάνα Μπάρμπα η γκόμενα, αλλά η Βάνα η Μπάρμπα που μπορεί να τα καταφέρει σαν επαγγελματίας. 

– Αν αύριο σας παίρνανε στο τηλέφωνο και σας κάνανε μια πρόταση να πάτε στο Χόλυγουντ και να κάνετε καριέρα εκεί, θα πηγαίνατε;

Ποιο Χόλυγουντ; Είμαι προσγειωμένος άνθρωπος. Οι υποσχέσεις δεν έχουν πια για μένα σημασία. Η δουλειά και ο χώρος της ζωής μου είναι τώρα εδώ. Εδώ μ’ ενδιαφέρει να επιβιώσω, να σταθώ. 

Συνέντευξη: Σωτήρης Κακίσης

Τεύχος 23, Φεβρουάριος 1989

Σχετικά άρθρα