Όταν το ΚΛΙΚ έκανε αφιέρωμα στη Μαντόνα, δεν είχε κυκλοφορήσει ακόμα το «Like a Prayer»
Μόλις λίγα χρόνια μετά την έκρηξη της μεγάλης ποπ σταρ στην διεθνή σκηνή, το ΚΛΙΚ της αφιέρωσε ένα από τα πρώτα του εξώφυλλα. Το κείμενο αναδημοσιεύεται αυτούσιο από το αρχείο
Ίσως να μην το περιμένατε. Αλλά το ΚΛΙΚ τελικά υπέκυψε και γράφει για τη Μαντόνα. Το «γιατί» εύκολο:
Τον περασμένο μήνα επισκίασε όλα τα πολιτικά γεγονότα στη Δυτική Ευρώπη και κάθε μέρα έβγαινε πρώτο θέμα στις σελίδες των εφημερίδων. Η ευρωπαϊκή της περιοδεία πέρασε σαν καταιγίδα απ’ τη γηραιά Ήπειρο, διαλύοντας τους μύθους των προηγούμενων ετών. Έγινε εξώφυλλο στα περισσότερα και καλύτερα περιοδικά του κόσμου. Τα εισιτήρια των συναυλιών της εξαντλήθηκαν μέσα σε λίγες ώρες και στη μαύρη αγορά έφθασαν το ποσό των 700 δολαρίων (ναι, 100.000 δρχ.!). Τα τηλεοπτικά κανάλια μετέδιδαν σε μεγάλα ρεπορτάζ σκηνές υστερίας από το Χήθροου του Λονδίνου, όταν έφθασε για τη συναυλία της, μέχρι το Τόκιο της Ιαπωνίας. Οι κινηματογράφοι άρχισαν να παίζουν την τελευταία ταινία της. Μα, ποιο είναι τελικά αυτό το κορίτσι;

Η Μαντόνα μέσα σε 4 χρόνια έφτιαξε μια καριέρα χωρίς προηγούμενο στο χώρο της μουσικής. Έχει πουλήσει 20 εκατομμύρια δίσκους. Ξεπέρασε και το Μάικλ Τζάκσον στα τραγούδια που έγιναν νούμερο ένα. Έχει τα περισσότερα «φαν κλαμπ» στον κόσμο, της Ελλάδας συμπεριλαμβανομένης. Στο Πίτσμπουργκ, τη Θεσσαλονίκη και το Μπανκόγκ, τα μικρά κορίτσια παίζουν τις Μαντόνες της γειτονιάς. Μέσα σε χρόνο ρεκόρ η νεαρή Ιταλοαμερικάνα, η «Μαντόνα» Λουίζ Βερόνικα Τσικόνε, απ’ το Μπαίη Σίτυ του Μίτσιγκαν, έγινε ένας σύγχρονος μύθος.
Η Μαντόνα μάλλον δεν είναι τυχαία.
Είχε θέληση, διορατικότητα ήξερε τι ήθελε και πώς να το απαιτήσει. Δεν πούλησε ποτέ τίποτα παραπάνω απ’ αυτό που είχε. Αλλά αυτό το παρουσίασε σωστά. Έμαθε ν’ αλλάζει την εικόνα της ανάλογα με τους καιρούς αλλά κύρια ανάλογα με την ηλικία της.
Έκανε απρόβλεπτες κινήσεις και ξάφνιασε όλους αυτούς που την είχαν καταχωρήσει στο ράφι «Ντουράν-Ντουράν, Γουάμ, Μαντόνα, μουσική για προσχολική ηλικία». Βέβαια η Μαντόνα μεγάλωσε, έγινε 28 χρόνων, δεν μπορούσε να κάνει κι αλλιώς. Πόσοι όμως ξέρουν να ωριμάζουν σή- μερα που η αγορά της διασκέδασης είναι οι δεκαπεντάχρονοι;
Δημιούργημα, πέρα απ’ το ταλέντο, και του τέλειου μάνατζμεντ και των μαγικών εικόνων της σοουμπίζνες. Και λοιπόν; Μπορεί κανείς να την αγνοήσει, τη στιγμή που αποτελεί κοινωνικό φαινόμενο πια; Κάπως έτσι αφόριζαν οι κομουνιστές, οι φιλόλογοι του Τύπου και οι ορθόδοξοι της δεκαετίας του 1960 το φαινόμενο των Μπηλτς, όταν εμείς, 10-15 χρονών τότε, αφήναμε αφέλειες στα μαλλιά, φορούσαμε καμπάνα παντελόνι και χοροπηδώντας, φωνάζαμε «Help». Ακόμη ζητάνε συγνώμη, ανακαλύπτοντας τις κοινωνικές πλευρές των «σκαθαριών». Σε λίγο, όταν η Μαντόνα θα έχει ισοπεδώσει τα πάντα πια, αυτοί θ᾽ ανακαλύπτουν τους Ρόλινγκ Στόουνς, και τους Χου.

Ώριμη μέσα σε τέσσερα χρόνια, η προκλητική παρθένα της ποπ είναι πια μια μέγα-σταρ, και μας αναγκάζει να υποκλιθούμε και να γράψουμε. Όχι βέβαια για τη βιογραφία της, αλλά για τους κώδικες και τα σημεία της.
Την πρωτακούσαμε στο «Holliday» και μας χαζοάρεσε. Είπαμε: «Να, μια σωστή ντίσκο τραγουδίστρια που θα μπορούσε να επισκιάσει την Ντόνα Σάμερ». Η Σάμερ, παρόλο που δεν είχε πια επιτυχίες, κράταγε γερά ακόμη τον τίτλο της βασίλισσας της ντίσκο. Εκείνη την εποχή, πριν τέσσερα χρόνια, δεν υπήρχε καμιά σούπερ τραγουδίστρια. Μόνο κάτι γλυκανάλατες και ξενέρωτες, επιπέδου Μπόνι Τάιλερ.
Κανείς τότε δε φαντάστηκε αυτό που θ’ ακολουθούσε. Τα πιο έγκυρα περιοδικά της Ευρώπης την πέρασαν στο «ντούκου» και μαζί το πρώτο της άλμπουμ. Και ήταν πράγματι κακό. Εκτός απ’ το «Holliday» όλα τ’ άλλα τραγούδια δεν ήταν αξιόλογα. Η εταιρία της φάνηκε δυσαρεστημένη και στην Ιταλία ο δίσκος αποσύρθηκε μετά από μερικούς μήνες κυκλοφορίας. Λένε πολλοί ότι η Μαντόνα είναι δημιούργημα του σωστού μάρκετινγκ της εταιρίας της. Λάθος. Η εταιρία εκμεταλλεύθηκε σωστά το τερατώδες δαιμόνιο που είχε μέσα της. Βέβαια, ο πρόεδρος της εταιρίας είναι ο άνθρωπος που ανακάλυψε και τους Τόκιν Χεντς. Όμως, η Μαντόνα κουράστηκε πολύ. Δε βγήκε κατ’ ευθείαν με επιτυχία όπως π.χ. η Γουίντεϋ Χιούστον, μια επιτυχία καθοδηγημένη απόλυτα απ’ το δαιμόνιο πρόεδρο της Arista.

Διαβάστε επίσης
Όταν πριν από 10 χρόνια έφτανε η Μαντόνα στη Νέα Υόρκη είχε βάλει στόχο να γίνει πλούσια, να ζήσει στη Νέα Υόρκη, να γίνει διάσημη και να μείνει στην Ιστορία. Πολλοί το είχαν επιθυμήσει, αλλά λίγοι το κατάφεραν. Έτσι, όταν δεν έμεινε ευχαριστημένη απ’ το ξεκίνημά της, τα ξανάβαλε όλα κάτω, είδε τι δυνατότητα έχει, βρήκε νέους συνεργάτες στα τραγούδια της, νέους παραγωγούς ανακάλυψε νέα «αξεσουάρ» και μας χάρισε το «Like a Virgin».
Τα τραγούδια αυτά τα διάλεξε η ίδια, η ίδια επέλεξε το νέο look, κάπου ανάμεσα στη Μαίριλυν και τον Τζαίημς Ντην, και η ίδια έσυρε το χορό της δημοσιότητας.
Τι είχε τελικά παραπάνω απ’ τους άλλους;
Η συνταγή της Μαντόνα
1. Η ποπ σκηνή είχε κυριαρχηθεί τα τελευταία 10-15 χρόνια σχεδόν αποκλειστικά από διάφορους αρσενικούς τραγουδιστές. Ο κόσμος είχε βαρεθεί να βλέπει άντρες και αντράκια, σκληρούς Σπρίνγκστην και ανδρογύναια τύπου Τζάκσον. Μια γυναίκα, δυνατή απέναντι στα φλας αλλά και το κοινό, αναζητούνταν απεγνωσμένα απ’ τις εταιρίες.
2. Δεν υπήρχε όχι μόνο γυναίκα, αλλά ούτε και ένα δυνατό σέξυ θηλυκό. Η Μαντόνα είχε τα προσόντα και επιζήτησε να γίνει σεξ σύμβολο.
Ο τρόπος με τον οποίο κινείται πάνω στη σκηνή διεγείρει σεξουαλικά τους άντρες αλλά οδηγεί και τις γυναίκες σ᾽ ένα είδος μπανιστηριού.
«Δε θα μπορούσα ποτέ να πετύχω αν δε γινόμουνα σεξουαλικό σύμβολο», λέει η ίδια. «Είμαι σέξυ, πώς να τ᾿ αποφύγω; Θα πρέπει να βάλω μία τσάντα στο κεφάλι και να καλύψω το υπόλοιπο σώμα μου. Η φωνή μου όμως θα υπήρχε. Και η φωνή μου είναι το πιο σεξουαλικό πράγμα που διαθέτω».

3. Δεν υπήρχε είδωλο στο χώρο του θεάματος με το οποίο θα μπορούσαν να ταυτιστούν οι τηνέιτζερς, όπως παλιότερα είχε συμβεί με τους Τζαίημς Ντην, Μπράντο, Πρίσλεϋ, Μονρόε, Μπήτλς κ.λπ. Τα αγόρια επιθυμούν μια φίλη σαν κι αυτή, τα κορίτσια θέλουν να της μοιάσουν. Αν ήσασταν 14 χρόνων δε θ’ αμφιβάλατε καθόλου γι’ αυτό. Έτσι δεν έγινε μόδα μόνο το τραγούδι της αλλά και το ντύσιμό της. Στις πρόσφατες συναυλίες στην Καλιφόρνια τα στάδια γέμισαν με κορίτσια δεκαοχτάχρονα ντυμένα και μακιγιαρισμένα με το «look Μαντόνα»: σουτιέν ορατό κάτω απ’ το σακάκι, μίνι φούστες, μπότες, βαμμένα κατακόκκινα χείλια και κατάξανθα μαλλιά. Αλλά μην πάμε μακριά. Μια βόλτα στις ντισκοτέκ του Βόλου, για παράδειγμα, θα σας πείσει για του λόγου το αληθές.
4. Καλλιέργησε έντεχνα ένα μυστηριώδες και αδιευκρίνιστο παρελθόν. Λίγο πονεμένο (μεγάλη, φτωχική ιταλοαμερικάνικη οικογένεια), λίγο καλλιτεχνικό (μέχρι και μπαλέτα της Μάρθα Γκράχαμ) λίγο σεξουαλικό, (πορνό φιλμς και τσόντα φωτογραφίσεις για το «Playboy»).
Και πάνω απ’ όλα έφτασε στα άκρα την αμερικάνικη πίστη ότι όλοι μπορούμε να γίνουμε διάσημοι έστω κι αν είμαστε στον πάτο της κοινωνίας. Δεν είναι τυχαίο ότι τα λαϊκά έντυπα όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και στον κόσμο ολόκληρο ασχολούνται ασταμάτητα με την παιδική και εφηβική της ηλικία.

5. Ήταν συνεργάσιμη με τους ανθρώπους που μπορούσαν να την ανεβάσουν και να την κάνουν διάσημη. Τους ανέχθηκε στα συμβούλια να καπνίζουν πούρα, μπροστά στο φακό να τη ρωτούν ηλίθια πράγματα, ακόμη και στο κρεβάτι της. Η Μαντόνα ξέρει να κάνει την καρδιά της πέτρα.
6. Έχει πάντα μια έξυπνη στάση απέναντι στο κοινό της. Δεν κάνει ανόητες, υποτιμητικές δηλώσεις. Η προηγούμενη βασίλισσα Ντόνα Σάμερ έβρισε τους γκέι που την καθιέρωσαν και έφαγε τα μούτρα της. Η Μαντόνα δε σνόμπαρε ποτέ τους νεαρούς οπαδούς της κάνοντας δηλώσεις του τύπου «τώρα θα κάνω μουσική και σινεμά για σοβαρούς ανθρώπους μεγαλύτερης ηλικίας».
7. Χωρίς να είναι βέβαια ούτε η καλύτερη τραγουδίστρια, χορεύτρια ή ηθοποιός καταφέρνει να πείθει ότι τα κάνει όλα καλά.
Οι λάιβ εμφανίσεις της Μαντόνα είναι καλοδουλεμένα και εντυπωσιακά σόου. Το σκηνικό των πρόσφατων συναυλίων π.χ. είναι εμπνευσμένο από το βίντεο κλιπ του Μοντινό. Ένα τζάμπο 747 Cargo ένα DC-7, 23 καμιόνια και 50 άτομα μεταφέρουν και στήνουν τη σκηνή και τα ντεκόρ, αριθμοί εντυπωσιακοί και για το γύρισμα ταινίας. Πάνω στη σκηνή η Μαντόνα τα κάνει όλα. Τραγουδάει, χορεύει, μιμείται και, κύρια, κάνει μεταφορικά έρωτα μ’ ό,τι βρει μπροστά της, ακόμη και με τον αέρα. Βέβαια, από κοντά γίνεται εμφανές ότι δυσκολεύεται, αφού φυσάει και ξεφυσάει σαν λαχανιασμένο τρένο στην ανηφόρα. Βέβαια ποιος έχει την ψυχραιμία να τα δει όλα αυτά στη διάρκεια των. κονσέρτων…
Στον κινηματογράφο, ήταν υπέροχη στο «Ψάχνοντας απεγνωσμένα τη Σούζαν» και κακή στο «Σαγκάι Σερπράιζ». Στο νέο έργο «Who’s that girl» φροντίζει να καλύψει πιθανά κενά στην ερμηνεία της με τον πιο εύκολο γι’ αυτήν τρόπο. Τραγουδάει τουλάχιστον πέντε φορές στη διάρκεια της ταινίας.
Για να μπορεί να τα βγάζει πέρα η Μαντόνα γυμνάζεται ασταμάτητα. 3-4 ώρες γυμναστική, κολύμπι, χορό τη μέρα και συχνά τζόκινγκ στα πιο κοντινά πάρκα. ΄Άλλοτε στο Χάιντ Παρκ, άλλοτε στο Γκρην Παρκ ή στο Σέντραλ Παρκ (ανάλογα με την πόλη όπου βρίσκεται) περιστοιχισμένη από σωματοφύλακες, τρέχει για πολλή ώρα. Και αυτό όταν πολλές γνωστές τραγουδίστριες κάνουν αγώνα να χάσουν την κυτταρίτιδα που απέκτησαν απ’ το πολύ κάθισμα.
Οι πρόβες για τις συναυλίες κρατούν πολλούς μήνες, έτσι ώστε όλα να μοιάζουν σαν ένα καλοστημένο θεατρικό έργο. Η Μαντόνα σέβεται το νεανικό κοινό της και τα γούστα του, πιο πολύ απ’ όλους.

8. Δουλεύει σαν σκύλος για να δημιουργήσει την εικόνα που αυτή έχει επιλέξει. Είναι γελασμένοι όσοι πιστεύουν π.χ. ότι τα βίντεο κλιπ των τραγουδιών της τα φτιάχνουν σεναριογράφοι, σκηνοθέτες και χορογράφοι. Η ίδια διαλέγει σενάριο και η ίδια κατευθύνει τα γυρίσματα.
Το εκπληκτικό βίντεο κλιπ που γύρισε ο Μοντινό για το «Open your heart» ήταν δική της ιδέα. Ήθελε να σοκάρει, να δείξει ότι απευθύνεται και σ’ ένα κοινό που αναγνωρίζει τα σημεία και τα σήματα, και πέτυχε ν’ αναγνωριστεί και απ’ τους φανατικούς επικριτές της.
Δική της ήταν και επόμενη πανέξυπνη ιδέα ν’ ασχοληθεί το βίντεο κλιπ με τις λατινοαμερικάνικες μειονότητες των ΗΠΑ. Το «Isla Bonita» αντί να το γυρίσει σε τροπικές παραλίες, πήγε και το έκανε μέσα στις συνοικίες των Μεξικάνων και των Πορτορικάνων.
Για να μην απομακρυνθεί όμως και πολύ απ’ την εικόνα που έχουν γι’ αυτή οι τηνέιτζερς έκανε το κλιπ του «Who’s that girl» χορεύοντας και τραγουδώντας με πιτσιρίκια.
Τελικά αυτό το κορίτσι κατάφερε πολλά, πάρα πολλά, σε σύντομο χρονικό διάστημα. Τόσα πολλά που το μεγαλύτερο πρόβλημά της είναι πως θα συνεχίσει από εδώ και πέρα.
Πάντως, άσχετα απ’ τις εκπλήξεις που θα μας προσφέρει στο μέλλον, η Μαντόνα κατάφερε να γίνει η δεύτερη πιο πολυσυζητημένη γυναίκα του θεάματος, στη μεταπολεμική περίοδο, μετά τη Μαίριλυν Μονρόε.
Σας εκνευρίζει η σύγκριση; Θα προτιμούσατε να είναι κάποια πιο «σοβαρή»; Να είναι, ας πούμε, η Δήμητρα Γαλάνη, η Σούζαν Βέγκα ή, έστω, η Κρίσι Χάιντ; Θα σας απογοητεύσουμε. Η δεσποινίς Λουίζ Βερόνικα Τσικόνε ή Μαντόνα θα μείνει στην ιστορία σαν φαινόμενο. Για όποιον δεν το πιστεύει, καλά γεράματα και πίσω έχει η αχλάδα την ουρά…
Κείμενο: Πέτρος Φ. Χατζής