Μετά το «Baby Reindeer», στο «Half Man» ο Ρίτσαρντ Γκαντ κάνει το δικό του «Adolescence»

Μετά το «Baby Reindeer», στο «Half Man» ο Ρίτσαρντ Γκαντ κάνει το δικό του «Adolescence»

Η νέα σειρά του HBO θίγει κατά μέτωπο τις τραυματικές πτυχές της τοξικής αρρενωπότητας μέσα από τις εμπορίες ενός αγοριού της εργατικής τάξης.

Το όνομα του Ρίτσαρντ Γκαντ έγινε παγκοσμίως γνωστό χάρη στη μίνι σειρά «Baby Reindeer» (Netflix), το viral φαινόμενο που βασισμένο στην αδιανόητη αληθινή ιστορία που έζησε ο εμπνευστής του, έθιξε με φρεσκάδα, γνησιότητα και αφοπλιστική ειλικρίνεια μια σειρά σύγχρονων προβληματικών φαινομένων, από τη σεξουαλική κακοποίηση μέχρι τις ψυχικές ασθένειες και το stalking.

Τώρα, δύο χρόνια μετά, ο Σκωτσέζος γράφει και πρωταγωνιστεί στο «Half Man». Την παραγωγή του HBO η οποία με φόντο την πραγματικότητα της βρετανικής εργατικής τάξης περιστρέφεται γύρω από τη βίαιη σχέση μεταξύ δύο ετεροθαλών αδερφών. Ο Νίαλ είναι ένας έφηβος ο οποίος βιώνει συστηματική βία από τους συμμαθητές του στο σχολείο και ο Ρούμπεν βρίσκεται λίγο πριν την ενηλικίωση και έχει ήδη εκτίσει μία ποινή για τη σωματική βλάβη ενός άντρα. Αμφότεροι καλούνται να συμβιώσουν σε ένα στενόχωρο δωμάτιο και τη σχολική αίθουσα, καθώς παρακολουθούμε πώς αναπτύσσεται η σχέση τους σε βάθος χρόνου. Παράλληλα, τα αδέρφια απεικονίζοντα σε μεγαλύτερη ηλίκια (Ρίτσαρντ Γκαντ και Τζέιμι Μπελ) να συναντιούνται τη μέρα του γάμου ενός εκ των δύο.

Half Man 2

Καν’ το (περίπου) όπως το «Adolescence»

Ως δημιουργός – αφηγητής, για τον Γκαντ η τρομερή επιτυχία του «Baby Reindeer» ήταν ευχή και κατάρα. Γιατί, από τη μία, του άνοιξε το δρόμο για μια καριέρα στη βιομηχανία του θεάματος και πρόσφερε στον κόσμο μια ιστορία απολύτως συντονισμένη με την εποχή της. Από την άλλη, όμως, η γοητεία της σειράς του ευθυνόταν στη βιωματική – αυτιοβιογραφική πτυχή της, με άλλα λόγια, εντυπωσίασε το κοινό γιατί όντως συνέβη. Ο 36χρονος, λοιπόν, με το «Half Man» δοκιμάζεται σε μια ολόδική του μυθοπλασία επιδιώκοντας να αποδείξει πως δεν ήταν ένα τηλεοπτικό «one hit wonder». Φυσικά, τη στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές έχει κυκλοφορήσει μόνο το πρώτο από τα έξι συνολικά επεισόδια, άρα είναι αδύνατο να απαντηθεί το παραπάνω σημείο. Οπότε, για την ώρα, ας επικεντρωθούμε σε όσα είδαμε στην πλατφόρμα του HBO.

Εκείνο που κάνει άμεσα εντύπωση είναι πως το «Half Man» έρχεται να προστεθεί στις όλο και περισσότερες αφηγήσεις της μικρής οθόνης που εμβαθύνουν στο φαινόμενο της καταπιεσμένης αρρενωπότητας. Από το «Adolescence» μέχρι το «Louis Theroux: Inside the Manosphere», το φαινόμενο των νεαρών αντρών που αντιδρούν βίαια στη μοναξιά και το ψυχολογικό τέλμα τους βρίσκεται σταθερά σε πρώτο τηλεοπτικό πλάνο. Εν προκειμένω, υιοθετείται η οπτική γωνία του μικρότερου σε ηλικία αδερφού και δίνεται έμφαση στον τρόπο που ως μηχανισμό άμυνας και επιβίωσης, αναζητά την αποδοχή στο βλέμμα του πρεσβύτερου, απειλητικά απρόβλεπτου και σαφώς παραβατικού Ρούμπεν. Πάντα, φυσικά, υπό καθεστώς τρομοκρατίας, μόνιμου στρες και επίδειξης δύναμης που φθείρει καθημερινά από λίγο τα πιο πολύτιμα στοιχεία του εαυτού τους.

Βεβαίως, γίνεται ήδη αντιληπτό πως δε μιλάμε για μια πραγματικά ρηξικέλευθη απεικόνιση αυτής της δυστυχώς καθιερωμένης κοινωνικής συνθήκης. Ακόμα περισσότερο αν λάβουμε υπόψη, επίσης, αντίστοιχα πρόσφατα κινηματογραφικά παραδείγματα («Για τον Κρίστι», «Αχινός», «Bird»). Ωστόσο, εκείνο που κάνει ενδιαφέρον το «Half Man» είναι ο τρόπος που τα αδέρφια διαχειρίζονται τις τραυματικές παρορμήσεις τους με όρους συνδιαλλαγής. Το ένα χέρι νίβει το άλλο και τα δύο του Ρούμπεν τα μούτρα των νταήδων που ταλαιπωρούν τον Νίαλ. Το γεγονός πως αυτή η σχέση αλληλεξάρτησης απλώνεται σε βάθος δεκαετίας, αν όχι παραπάνω, δίνει μια ανησυχητική ποιότητα στην πλοκή και αυτό που ίσως δώσει στο «Half Man» το συστατικό που θα το οδηγήσει σε μια ξεσηκωτική συνέχεια.

Σχετικά άρθρα