Το Όσκαρ της Έιμι Μάντιγκαν ήταν δίκαιο και έγινε πράξη
«Weapons»

Το Όσκαρ της Έιμι Μάντιγκαν ήταν δίκαιο και έγινε πράξη

Η πολύπειρη ηθοποιός βραβεύτηκε για πρώτη φορά από την Ακαδημία και εμείς ξεσπάσαμε σε πανηγυρισμούς.

Την προηγούμενη φορά που η Έιμι Μάντιγκαν ήταν υποψήφια για βραβείο Όσκαρ, ο Ρόναλντ Ρίγκαν ήταν πρόεδρος των ΗΠΑ και εκείνη ενσάρκωνε την κόρη του Τζιν Χάκμαν στο «Twice in a Lifetime» (Μπαντ Γιόρκιν). Τότε, ο β΄ γυναικείος ρόλος απονεμήθηκε, δικαίως, στην Αντζέλικα Χιούστον για την «Τιμή των Πρίτσι» (Τζον Χιούστον). Σήμερα, τέσσερις δεκαετίες αργότερα, η 75χρονη ηθοποιός βρέθηκε ξανά υποψήφια της Αμερικανικής Ακαδημίας Κινηματογράφου, μόνο που αυτήν τη φορά κέρδισε και μάλιστα ως αουτσάιντερ.

Streets of Fire
«Streets of Fire»

Γιατί η Έιμι Μάντιγκαν άξιζε το βραβείο Όσκαρ

Σε μια εξαιρετικά ποιοτική χρονιά υποψηφιοτήτων για το β’ γυναικείο ρόλο, κάτι που αποδεικνύεται από το γεγονός πως θα «χωρούσαν» και άλλες, όπως της Τσέις Ινφίνιτι για το «Μια Μάχη Μετά την Άλλη» (Πολ Τόμας Άντερσον), η Μάντιγκαν ήταν η μόνη που άμα τη εμφανίσει της στο «Weapons» (Ζακ Κρέγκερ) αλλάζει ακαριαία όλη την ενέργεια της ταινίας. Εάν δεν έχετε δει το εν λόγω αριστουργηματικό horror, πρώτον κακώς, δεύτερον δεν μπορούμε να αποκαλύψουμε σχεδόν τίποτα για το ρόλο της Αμερικανίδας, διότι από μόνος του συνιστά spoiler μεγατόνων. Ωστόσο, αυτό που μπορούμε να αναφέρουμε είναι ότι η προετοιμασία για την εμφάνισή της γίνεται απειλητικά και η  ίδια δίνει μία από τις πιο ανατριχιαστικές ερμηνείες που έχουμε δει εδώ και χρόνια στη μεγάλη οθόνη.

Όπως έχει δηλώσει σε συνέντευξή της: «Δεν είχα κανένα ενδοιασμό να ενσαρκώσω αυτήν τη γυναίκα. Είναι φανταστική και πρωτότυπη. Ξέρω πως στην πραγματικότητα είναι μια κακιά (σ.σ.: «villain»), αλλά δεν την αντιμετώπισα έτσι. Διαθέτει τρομερή αυτοπεποίθηση και ζωντάνια, όπως επίσης μια μοναδική ικανότητα στο να διατηρεί πνευματική διαύγεια. Μου ήταν πρόσχαρο που μπόρεσα να το κάνω αυτό». Πράγματι, διότι μετά την κυκλοφορία του «Weapons», χάρη στη Μάντιγκαν ο χαρακτήρας της δεν έγινε απλός διασημότερος από την ταινία, αλλά μετατράπηκε σε χρόνο dt σε meme και στολή για το Χάλογουιν.

Η αυτόνομη αξία της δουλειάς της ηθοποιού, αλλά και το πολιτισμικό αντίκτυπο του ρόλου της, είναι μερικοί από τους παράγοντες που συγκίνησαν τα μέλη της Ακαδημίας. Ωστόσο, η επικράτηση της Αμερικανίδας είναι σημαντική και για το είδος του τρόμου, αφού τα Όσκαρ συνηθίζουν να είναι διστακτικά απέναντι στις ταινίες είδους. Για παράδειγμα, παρότι το «Weapons» επέδειξε καλλιτεχνική ποιότητα και εντυπωσιακή επίδοση στο box office (270 εκατομμύρια δολάρια έσοδα έναντι προϋπολογισμού 38 εκατ.), απέσπασε οσκαρική υποψηφιότητα μόνο για την Μάντιγκαν. Εξ ου και η συγκίνηση του Κρέγκερ μόνο και μόνο για αυτό το επίτευγμα, όπως έχει δηλώσει: «Το ενδεχόμενο να κερδίσει το Όσκαρ μετά από τόσα χρόνια θα με γέμισε ευχαρίστηση. Την αγαπώ τόσο ως άνθρωπο, τη σέβομαι απεριόριστα ως ηθοποιό. Κάνει σταθερά σπουδαία δουλειά όλο αυτό το διάστημα και παρόλα αυτά, με κάποιο τρόπο είναι παραγνωρισμένη. Δακρύζω και μόνο στη σκέψη πως μπορεί να κερδίσει Όσκαρ και νιώθω περηφάνια που μπόρεσα να τη βοηθήσω να το διεκδικήσει. Δε θα μπορούσε να συμβεί αυτό σε καλύτερο άνθρωπο». Τι ωραία που ευχή του πραγματοποιήθηκε, αλλά και το πως όλα δείχνουν ότι θα συνεργαστούν ξανά, αφού είναι στα σκαριά πρίκουελ του «Weapons» βασισμένο στο χαρακτήρα της.

Field of Dreams
«Field of Dreams»

Η Έιμι Μάντιγκαν είναι διαχρονικά cool

Από τις αρχές της δεκαετίας του ’80, όταν και ξεκίνησε την κινηματογραφική καριέρα της, η Μάντιγκαν δουλεύει αδιάκοπα. Όχι πάντα σε ρόλους πρώτης γραμμής, αλλά συχνά σε ερμηνείες που μένουν αξέχαστοι χάρη στην παρουσία της. Μόλις στο κινηματογραφικό ντεμπούτο της, όπου υποδύθηκε μια έγκυο κατάδικο («Love Child», Λάρι Πιρς, 1982) διεκδίκησε Χρυσή Σφαίρα ανερχόμενου ταλέντου, προτού κλέψει την παράσταση στο πωρωτικό νεο-νουάρ «Streets of Fire» (Γουόλτερ Χιλ, 1984). Λίγο μετά συνεργάστηκε με το σπουδαίο σκηνοθέτη Λουί Μαλ στο «Άλαμο Μπέι» (1985), παραγωγή όπου γνώρισε το μετέπειτα σύζυγο της και εξίσου εμβληματικό ηθοποιό, Εντ Χάρις. Οι δυο τους παραμένουν ένα από τα πιο cool power couples του Χόλιγουντ, επιδρώντας καθοριστικά ο ένας στη καλλιτεχνική ζωή του άλλου και έχοντας συμπρωταγωνιστήσει στο «Pollock» (2000), το σκηνοθετικό ντεμπούτο του Χάρις. Η Μάντιγκαν, εξάλλου, του επεφύλασσε ειδική αναφορά όταν παρέλαβε το Όσκαρ.

Η πιο επιτυχημένη χρονιά της ηθοποιού ήρθε το 1989, όταν έπαιξε και τους πιο δημοφιλείς ρόλους της. Ήταν η σύντροφος του Κέβιν Κόστνερ στο «Ξυπόλυτο Τζο» («Field of Dreams», Φιλ Ρόμπινσον) και πρωταγωνίστησε στην κομεντί «Μόνος με τον Θείο» («Uncle Buck») του αγαπημένου Τζον Χιούζ. Επίσης, διεκδίκησε βραβείο Emmy και απέσπασε Χρυσή Σφαίρα για την τηλεταινία «Roe vs. Wade» (Γκρέγκορι Χόμπλιτ). Ωστόσο, το να έχεις μια σταθερή καριέρα στο Χόλιγουντ δεν είναι απλή υπόθεση. Σε πρόσφατη συνέντευξή της στην Guardian, η Μάντιγκαν επισήμανε ακριβώς αυτό: «Έχουν υπάρξει στιγμές που τα πράγματα έχουν πάει τόσο στραβά ώστε σκέφτηκα να τα παρατήσω. Δε γίνεται διαφορετικά. Αυτές οι σκέψεις εισβάλλουν μέσα σου, ειδικά όταν είσαι σε κακό φεγγάρι. Αναρωτιέσαι “άραγε, θα δουλέψω ποτέ ξανά; Μήπως έχω αποσυρθεί και δεν το έχω ομολογήσει στον εαυτό μου;” Αυτή η δουλειά είναι αμείλικτη, είναι γεγονός. Όμως και πάλι, η πραγματικότητα είναι πως λατρεύω να την κάνω”».

Έιμι Μάντιγκαν Όσκαρ Καζάν
Η Έιμι Μάντιγκαν δε χειροκροτά τον Ελία Καζάν στα Όσκαρ του 1999.

Κλείνοντας, οφείλουμε μια ειδική μνεία. Στην τελετή των Όσκαρ το 1999, το τιμητικό βραβείο απονεμήθηκε στον Ελία Καζάν. Έναν αδιαπραγμάτευτα σπουδαίο σκηνοθέτη, ο οποίος εκτός του ότι άλλαξε το χολιγουντιανό σινεμά του ’50 και του ’60, επηρέασε βαθιά ανθρώπους όπως ο Μάρτιν Σκορσέζε και ο Ρόμπερτ Ντε Νίρο, που ήταν και εκείνοι που του έδωσαν το χρυσό αγαλματίδιο. Παράλληλα, βέβαια, στο πλαίσιο της αυταρχικής και δυσοίωνης εποχής του μακαρθισμού στις ΗΠΑ, ο Καζάν «έδωσε» φόρα παρτίδα πολλούς συναδέλφους του για δήθεν «κομμουνιστική δραστηριότητα». Αυτό σήμαινε πολύ απλά πως ήταν αδύνατο για εκείνους να δουλέψουν ξανά, αλλά και όχι μόνο. Οι ζωές τους δεν ήταν οι ίδιες έκτοτε. Εκείνη την περίοδο, ο δημοσιογράφος πατέρας της Μάντιγκαν κάλυπτε τις δίκες του Μακάρθι και είχε επηρεαστεί σε τέτοιο βαθμό από όσα δυσοίωνα έβλεπε, ώστε είχε καταρρακωθεί ψυχολογικά. Έτσι, όταν η Ακαδημία θέλησε να βραβεύσει τον Καζάν, η Αμερικανίδα απέδειξε πως δεν είχε κοντή μνήμη και δε χειροκρότησε το σκηνοθέτη, όπως επίσης έκαναν ελάχιστοι άλλοι συνάδελφοί της. Όπως έχει πει: «Δεν μπορώ να συγχωρήσω τέτοιου είδους πράγματα. Δεν εύχομαι για κάποιον σαν και εκείνον να σκοντάψει σε έναν υπόνομο, οκ ίσως το εύχομαι ενίοτε, πάντως δεν είμαι υποχρεωμένη να συμμετάσχω στο χειροκρότημα. Πιστεύω πως ήταν ντροπιαστικό για την Ακαδημία που τον τίμησε με αυτόν τον τρόπο».

Και για να θυμηθούμε μια ταιριαστή ατάκα του Ντε Νίρο στα «Καλά Παιδιά» του Σκορσέζε, τα δύο σημαντικότερα πράγματα στη ζωή είναι αυτά: να μη ρουφιανεύεις τους φίλους σου και να κρατάς το στόμα σου κλειστό.

Ο νικητήριος λόγος της Έιμι Μάντιγκαν στα Όσκαρ:

Σχετικά άρθρα