Είδα το Mommy
Μια ταινία του Ξαβιέ Ντολάν, του χαρισματικού (κάνει τα πάντα σκηνοθεσία, σενάριο, παραγωγή , μοντάζ και κοστούμια) 25χρονου από το Μόντρεαλ, που όλοι τον κράζουν αλλά δεν μπορούν να τον μιμηθούν.
Όσοι αγαπούν ειλικρινά το σινεμά, συχνά εκδηλώνουν ένα είδος ιδιότυπης αλλεργίας. Με το που διαβάζουν κριτικές που ξεχειλίζουν από χλιαρή και ζηλόφθονη υποδοχή για κάποιο έργο (τύπου: «αριστούργημα, αλλά λίγο άνισο, χαλαρό, γραφικό κ.λ.π.»), σπεύδουν να το δουν, όχι για να την επιβεβαιώσουν, αλλά για να την ανατρέψουν. Πρωτομαγιά βράδυ, στον απόηχο μιας μέρας με πολιτικές προεκτάσεις, βρέθηκα στο Δαναό, μετά από παρότρυνση φίλου, για να κάνω πράξη την αντίδραση ενάντια στην ξινίλα για το έργο «Mommy» του Ξαβιέ Ντολάν.

Το σενάριο του Ντολάν τοποθετεί τους ήρωες της ταινίας στον Καναδά, στον οποίο ισχύει υποτίθεται ένα νέο νομοσχέδιο κοινωνικής πρόνοιας: οι γονείς μπορούν να παραδίδουν για δωρεάν περίθαλψη σε ψυχιατρικές κλινικές τα παιδιά τους, που αντιμετωπίζουν ψυχιατρικά προβλήματα, εφόσον δεν μπορούν να τα φροντίσουν οικονομικά και συναισθηματικά. Η ταινία περιστρέφεται γύρω από τη ροκ Ντιαν, μια καλοστεκούμενη φυσιογνωμικά χήρα, τον ατίθασο, βίαιο και όμορφο σαν άγγελο γιο της Στιβ και τη γλυκιά και πονεμένη γειτόνισσα Κάιλα.

Και οι τρεις τους παλεύουν. Η Ντιαν μάχεται με τη ζωή για να μην εγκαταλείψει τον Στιβ, εκείνος με τους προσωπικούς του δαίμονες και η Κάιλα με ένα προσωπικό ψυχολογικό τραύμα που δεν της επιτρέπει να δουλέψει αλλά και να μιλήσει καλά. Η Αν Ντορβάλ στο ρόλο της μητέρας –αμαζόνας Ντιαν κλέβει καρδιές με το χιούμορ, το χίπικο στυλ της, το σαρκασμό, αλλά και το σπαραγμό της. Πρόκειται για έναν άνθρωπο που αρνείται να παραιτηθεί όσο σκληρά της φέρεται η ζωή, που αρνείται να κλείσει τα μάτια, ακόμη κι όταν όλα τα φώτα σβήνουν.

Στον αντίποδά της η Σουζάν Κλεμάν, ως Κάιλα (που τη λάτρεψα στο «Λόρενς για πάντα») που γίνεται το τρίτο μέλος αυτής της οικογένειας, με λιγότερες ψυχολογικές διακυμάνσεις, αλλά μεγαλύτερη εσωτερικότητα κι ένα απίστευτο, σχεδόν μυστικιστικό χαμόγελο. Κι ανάμεσα σε αυτές τις δυο, ο λαμπερός Αντουάν Ολιβιέ Πιλόν, ο έφηβος – πέτρα στου σκανδάλου, ο κινητήριος μοχλός του έργου- χωρίς αυτόν δε θα υπήρχε ούτε σενάριο, ούτε πόνος.

Ο Πιλόν ερμηνεύει μοναδικά τον νεανικό θυμό, τα ξεσπάσματα και την αδυναμία του Στιβ να χειριστεί μια πραγματικότητα με σκληρούς όρους που τον συνθλίβουν. Η σκηνή στην οποία στροβιλίζεται με ένα καροτσάκι από σούπερ μάρκετ με άγρια χαρά, αλλά και η άλλη που, απόλυτα ευτυχισμένος, πετά φρούτα γελώντας στο δρόμο στα διερχόμενα αυτοκίνητα, υπό το βλέμμα των πιο σημαντικών γυναικών της ζωής του, είναι χαρακτηριστικές. Τις κουβαλάς για ώρα μετά μέσα σου, αφού τελειώσει το έργο, διαπιστώνοντας ότι το μικρό παιδικό κομμάτι σου διατηρεί αναλλοίωτη την ικανότητα να πάλλεται ακόμη. Αυτό βέβαια μπορεί να οφείλεται εν μέρει και στο φουλ 90’s σάουντρακ της ταινίας. Εμένα προσωπικά με έκανε να κρατάω το ρυθμό και να σιγοψιθυρίζω τους στίχους των τραγουδιών, μέσα στην αίθουσα, με την ίδια ανεμελιά της εφηβείας μου, ξεχνώντας πόσες εκατοντάδες φορές τα έχω ακούσει.

Πάμε στο διά ταύτα τώρα: γιατί να το δείτε. Διότι πρόκειται για την πιο ώριμη ταινία του Ξαβιέ Ντολάν, του χαρισματικού (κάνει τα πάντα σκηνοθεσία, σενάριο, παραγωγή , μοντάζ και κοστούμια) 25χρονου από το Μόντρεαλ, που όλοι τον κράζουν αλλά δεν μπορούν να τον μιμηθούν. Διότι αυτή η ταινία απέσπασε το Βραβείο της Επιτροπής στο Φεστιβάλ των Καννών (εξ ημισείας, αν δεν κάνω λάθος, με τον Γκοντάρ). Διότι οι ερμηνείες των συντελεστών είναι θυελλώδεις. Διότι πρόκειται για ένα έξοχο μελόδραμα για την αγάπη «που όλα τα υπομένει και όλα τα ελπίζει». Αυτή που βάζεις στοίχημα (όπως η Ντιαν στην αρχή της ταινίας) ότι δεν μπορεί να νικηθεί. Αυτή που κάνει τον ξέπνοο Στιβ να ρωτά «Αγαπιόμαστε ακόμη, έτσι;» και την μητέρα του να απαντά «Αυτό είναι το φόρτε μας φίλε».