Η “Ηρωίδα” Αλεξάνδρα Κ*
Η σεναριογράφος και πρωταγωνίστρια των πολύ πετυχημένων «Ηρωίδων» του Mega μάς συστήνει εκ νέου την ελληνική τηλεόραση.
Photo: Ανδρέας Γούλος ( από τα γυρίσματα της σειράς), Χριστίνα Μπράτουσκα (πορτρέτο).
Δεν θα το κρύψω. Η σεναριογράφος και πρωταγωνίστρια των πολύ πετυχημένων «Ηρωίδων» του Mega με έκανε να ξανανοίξω την τηλεόραση, (η οποία είχε πιάσει αράχνες από την αχρηστία) μετά από πολύ καιρό. Και σίγουρα, αν μέχρι τώρα δεν την έχετε ήδη παρακολουθήσει, θα σας «συστήσει» εκ νέου την ελληνική τηλεόραση.
Την συνάντησα στον «Κύριο», στην πλατεία Μαβίλη. Η ώρα είχε περάσει και εγώ έπιασα τον εαυτό μου να «καρδιοχτυπά», κατεβαίνοντας από την Πανεπιστημιούπολη για να πάρω το λεωφορείο και να πάω να τη συναντήσω – το στήσιμο από τον άνθρωπο που ζήτησε τη συνέντευξη δεν θα ήταν καλός οιωνός για την εξέλιξη της βραδιάς. Όσο το δυνατόν πιο γρήγορα, περπατούσα προς το μπαρ, σκεπτόμενος αν θα καταφέρω να προλάβω και, πρωτίστως, να θυμηθώ όλα αυτά που ήθελα να τη ρωτήσω. Τελικά, όπως αποδείχθηκε και μετά το πέρας της συνάντησής μας, η μία ώρα συνέντευξης ίσως δεν ήταν αρκετή για να μιλήσεις με έναν τόσο ενδιαφέροντα άνθρωπο. Εν πάση περιπτώσει, ας αφήσω τώρα τα εκ των υστέρων «απωθημένα» και ας γυρίσω στο «κυρίως».
Φτάνω, ευτυχώς χωρίς να αργήσω, παρά μόνο 5 λεπτά. Μπαίνω στον «Κύριο». Αυτή πρέπει να είναι, δεν μπορεί. Εντάξει, τώρα που γύρισε το πρόσωπο είμαι πλέον βέβαιος. Είναι το ίδιο όμορφη – ίσως και παραπάνω- όσο και στη σειρά. Αφού χαιρετιόμαστε, κάθομαι απέναντί της, με εκείνο το χαρακτηριστικό άγχος του πρωτάρη στις συνεντεύξεις, που προσπαθεί κλασικά να το παίξει άνετος και κουλ, παρότι, βέβαια, τον λούζει κρύος ιδρώτας για να βγει το αποτέλεσμα όπως το επιθυμεί και να βάλει σε μια λογική σειρά όλα αυτά που θέλει να ρωτήσει. Μου δηλώνει πως είχε μια πολύ κουραστική μέρα και πως μετά από πολλές ώρες, τσίμπησε επιτέλους κάτι και άρχισε να χαλαρώνει με ποτάκι. Το πρώτο πράγμα που συνειδητοποιεί κανείς από την πρώτη κιόλας επαφή μαζί της είναι πως είναι οικεία όσο και ένας κολλητός φίλος και εξαιρετικά προσγειωμένη, παρά, φυσικά, την μεγάλη, φέτος, επιτυχία των «Ηρωίδων». Κάπως έτσι αποβάλλω και εγώ το άγχος, υποσχόμαστε να «κόψουμε» τον – εκνευριστικό, η αλήθεια είναι- πληθυντικό (άλλωστε είναι μικρή) και αρχίζουμε χαλαρά τη συζήτησή μας. Βγάζω το μαγνητοφωνάκι και ξεκινάμε το ψυχαναλυτικό παιχνίδι των ερωτήσεων.
Πρώτα απ’ όλα, προς τι η επιλογή του Κ*;
Γιατί μου αρέσουν πάρα πολύ οι υποσημειώσεις, πάντα μου κεντρίζουν το ενδιαφέρον και πάντα ψάχνω την υποσημείωση, πριν καλά καλά προλάβω να δω όλη την πρόταση. Ακόμα, γιατί δεν ήθελα να υπάρχει το πλήρες όνομά μου, ντρεπόμουν βασικά για την ύπαρξή μου, ήδη όταν έγραψα το πρώτο μου βιβλίο. Γενικά, συνήθως δεν αισθάνομαι περήφανη γι’ αυτά που γράφω. Έτσι, και στο πρώτο βιβλίο που εξέδωσα, τη στιγμή που βιαζόμασταν για να δώσω και στην εκδότριά μου το εξώφυλλο, αποφάσισα να γράψω το όνομά μου με αυτόν τον τρόπο και στη συνέχεια συνειδητοποίησα ότι μου αρέσει πολύ ο αστερίσκος, δείχνει δηλαδή ότι κάτι σημαίνει, κάτι υπάρχει εδώ, αλλά τι συγκεκριμένα, δεν διευκρινίζεται.
Υπάρχει ίσως μια επιδίωξη ενός «μύθου» πίσω από αυτό, με την έννοια δηλαδή της προσέλκυσης ενδιαφέροντος;
Εννοείς, δηλαδή, με την έννοια του μάρκετινγκ; Όχι, μόνο δευτερευόντως, αλλά και πάλι δεν μπορώ να το πω με σιγουριά. Κυρίως ο λόγος είναι η ντροπή μου και η σκέψη ότι και εγώ αποτελώ υποσημείωση σε κάτι άλλο. Ότι αυτό που βλέπετε είναι ουσιαστικά υποσημείωση σε κάτι άλλο.
Εκτός από τη σειρά, όμως, έχεις γράψει και βιβλία. Μίλησέ μου γι αυτά και το συγγραφικό «παρελθόν» σου, που, ίσως, δεν γνωρίζει η πλειοψηφία του κόσμου που παρακολουθεί τις «Ηρωίδες».
Έχω γράψει τρία παιδικά βιβλία και ένα εφηβικό. Επίσης, έχω γράψει δύο θεατρικά έργα, μάλιστα τώρα ετοιμάζεται να ανέβει το τρίτο. Από 19 χρονών δουλεύω σε εφημερίδες και περιοδικά. Βέβαια, δεν θεωρώ τον εαυτό μου δημοσιογράφο, θεωρώ ότι ο δημοσιογράφος είναι κάτι πολύ πιο μαχητικό από αυτό που κάνω εγώ. Έχω αποπειραθεί να ξαναγράψω σήριαλ στο παρελθόν, αλλά δεν πέτυχε. Βασικά πέτυχε, αλλά πήραν τα κείμενά μου, που τους είχα στείλει, και τα έδωσαν σε άλλους να τα τελειώσουν, ουσιαστικά πρόκειται, κοινώς, για «κλέψιμο». Επίσης, δουλεύω ως κειμενογράφος σε διαφημιστικές εταιρείες και, εδώ και τέσσερα χρόνια, αρθρογραφώ στο Cosmopolitan, όπου και εξακολουθώ να δουλεύω. Κατά καιρούς, έχω δώσει κείμενά μου στην «Athens Voice», στο «Soul» και στο «Υποβρύχιο».
Πώς ξεκίνησες τη συγγραφή βιβλίων; Από κάποια εσωτερική ανάγκη;
Βασικά έγραφα από πάρα πολύ μικρή, όταν ήμουν ακόμα παιδάκι. Το πρώτο βιβλίο «Η πιο παράξενη ιστορία του κόσμου», προέκυψε όταν έγραφα, κάποια στιγμή, ένα σενάριο για ένα ενδεχόμενο παιδικό animation – στην Ελλάδα βέβαια δεν υπήρχε περίπτωση να γυριστεί κάτι τέτοιο- και όταν το είδε η κολλητή μου, με παρότρυνε να κάτσω να το τελειώσω, να κάνει η ίδια την εικονογράφηση και να το κάνω βιβλίο. Και κάπως έτσι πήγαμε στον εκδοτικό οίκο Πατάκη, άρεσε στους ανθρώπους εκεί και τελικά εκδόθηκε. Στο μεταξύ πρέπει να πω ότι η κολλητή μου είναι και η ενδυματολόγος των «Ηρωίδων», όπως επίσης και σκηνογράφος, σχεδιάστρια και πάντα στη δουλειά είμαστε μαζί, με βοηθάει σε όλα τα εγχειρήματά μου.
Οι Αντουανέτες στη σειρά συμβολίζουν, κατά κάποιον τρόπο, τα «βολεμένα» κορίτσια που προσγειώνονται απότομα στην απτή πραγματικότητα;
Δεν ξέρω. Δεν θα έλεγα βολεμένα. Πρόκειται για τη δική μου γενιά ανθρώπων, τόσο κοριτσιών όσο και αγοριών, που μεγαλώσαμε με πολλές ανέσεις συγκριτικά με το πώς μεγάλωσαν οι γονείς μας και ήμασταν προετοιμασμένοι για τα ωραία και τα μεγάλα, αλλά τελικά αποτελούμε ουσιαστικά τη γενιά που μετανάστευσε για να σπουδάσει και να βρει δουλειά και όταν επιστρέψαμε στην Ελλάδα, βρήκαμε όλες τις πόρτες κλειστές. Αυτή τη γενιά λοιπόν -τη δική μου- συμβολίζουν οι Αντουανέτες.
Η Αλεξάνδρα έξω από τα πλαίσια της σειράς ποια είναι; Τι κάνεις στην υπόλοιπη ζωή σου;
Ξεκίνησα, καταρχάς, σπουδάζοντας θεατρολογία, γιατί νόμιζα ότι θα γίνω θεωρητικός του θεάτρου. Πέρασα τελικά στη δραματική σχολή του Κ.Θ.Β.Ε, οπότε και σταμάτησα τη θεατρολογία, γιατί απλούστατα οι ώρες που απαιτεί μια δραματική σχολή είναι επίσης κάτι το δραματικό. Μετά τη σχολή κατέβηκα στην Αθήνα για να ασκήσω την ηθοποιία, είδα όμως ότι δεν μου έβγαινε καθόλου. Παράλληλα έγραφα, πήγα στην Αμερική, επέστρεψα, το έριξα στο γράψιμο και στον Τύπο, στο μεταξύ έκανα και ένα παιδί, που κοντεύει σήμερα τα 5. Αυτά…. Έχεις αναφέρει και σε άλλες συνεντεύξεις σου πως κάποια στιγμή έφυγες και αναζήτησες την τύχη σου στην Αμερική. Ποιοι λόγοι σε οδήγησαν σ’ αυτή την «φυγή»;
Ο λόγος που πήγα είναι ότι στην Ελλάδα αισθανόμουν ένα απόλυτο τέλμα, όλες τις πόρτες να είναι κλειστές, αλλά και ότι, ακόμα και να άνοιγε κάποια από αυτές, δεν ήταν κάποια δουλειά που με ενδιέφερε. Επίσης, ένιωθα, γενικότερα, ότι κάτι δεν πάει καλά σ’ αυτή τη χώρα. Το αποφάσισα και άρχισα να μαζεύω τα σχετικά απαιτούμενα «χαρτιά» τον Δεκέμβριο του 2008. Κάπως έτσι, λοιπόν, έφυγα και πήγα στο Μανχάταν να κάνω μαθήματα σεναρίου και υποκριτικής στην κάμερα. Παράλληλα, συμμετείχα σε διάφορες ομάδες νέων σκηνοθετών που έκαναν ταινίες μικρού μήκους ή ομάδες θεατρικών συγγραφέων που δοκίμαζαν τα κείμενά τους πάνω σε νέους ηθοποιούς και ταυτόχρονα, για να τα βγάλω πέρα, έκανα τρεις δουλειές. Δούλευα ως σερβιτόρα σε ελληνικό εστιατόριο – η αλήθεια είναι ότι ήμουν φρικτή σερβιτόρα. Επίσης, έγραφα διαφημίσεις και έκανα εκφωνήσεις σε έναν ραδιοφωνικό σταθμό, αλλά συμμετείχα και ως κομπάρσος σε βίντεο κλιπ διαφόρων καλλιτεχνών, τους οποίους κανείς ποτέ δεν θα μάθει (γέλια). Τον πρώτο καιρό ήμουν φιλοξενούμενη σε μια ελληνική οικογένεια, την οποία δεν γνώριζα πρωτύτερα (στην κουμπάρα της κουμπάρας μου) και μετά από λίγο καιρό νοίκιασα και δικό μου σπίτι.
Πώς και επέστρεψες λοιπόν πάλι πίσω στην Ελλάδα, σε μια εποχή μάλιστα που είχε αρχίσει να κάνει αισθητή την παρουσία της και η οικονομική κρίση;
Κάποια στιγμή που είχα επιστρέψει στην Ελλάδα για να τακτοποιήσω κάποια πράγματα, του τύπου «τι θα κάνω με το σπίτι μου εδώ ή με τα πράγματά μου», γνωρίζω τον μετέπειτα σύζυγό μου και πατέρα του παιδιού μου. Αυτός βρίσκει δουλειά, επίσης στην Αμερική, ερωτευόμαστε και αργότερα είπα ότι θα επιστρέψω πάλι στην Ελλάδα. Το θέμα είναι ότι με το που επέστρεψα ήταν η εποχή που μόλις είχε εκλεγεί ο Γιώργος Παπανδρέου. Την περίοδο εκείνη φαινόταν μεν ότι κάτι συμβαίνει, αλλά ακόμα ήταν όλα ρόδινα, κανείς δεν είχε καταλάβει τι ακριβώς συμβαίνει. Ούτως ή άλλως, ήμουν τότε και εγώ σε μια φάση που δεν ήξερα αν θα παρατήσω τελείως την υποκριτική και θα ασχοληθώ μόνο με την αρθρογραφία και το γράψιμο, ήμουν λίγο στα χαμένα και προείχε τότε ο έρωτας.
Τα γεγονότα και όσα διαδραματίζονται στις «Ηρωίδες» είναι βιωματικά ή είναι αποτέλεσμα απλά κατασκευής ενός σεναρίου;
Κοίταξε, τα γεγονότα στη σειρά είναι κοινότατα γεγονότα, που έχουν συμβεί λίγο πολύ σε όλους μας. Οπότε ναι, μπορώ να σου πω ότι το τάδε γεγονός συνέβη π.χ. στην τάδε φίλη μου και μετά από δύο χρόνια συνέβη και σε εμένα, και αφού γυρίστηκε συνέβη και στην κοπέλα που το γύρισε και φυσικά και στον οποιονδήποτε που παρακολουθεί τη σειρά. Η σειρά με λίγα λόγια δεν είναι «story driven», δεν κινεί δηλαδή τους χαρακτήρες η ίδια η ιστορία, αλλά οι χαρακτήρες καθορίζουν τα γεγονότα. Είναι απλά γεγονότα, απλές ιστορίες, για τις οποίες, όμως, παρότι τις γνωρίζουμε όλοι, εγώ ήθελα να πω την άποψή μου για όλα αυτά.
Σε ενδιαφέρει δηλαδή η σκιαγράφηση των ανθρώπων, η αποτύπωση της ψυχοσύνθεσής τους;
Ναι, πάρα πάρα πολύ. Είναι το μόνο που ίσως με ενδιαφέρει. Βασικά, θα έπρεπε να έχω γίνει ψυχολόγος, είναι αυτό που με ενδιαφέρει πάρα πολύ. Βλέπω έναν άνθρωπο και αμέσως φτιάχνω το προφίλ του. Το αγαπημένο μου παιχνίδι ας πούμε είναι να κάθομαι σε ένα παγκάκι με κάποιον φίλο μου και να φτιάχνουμε τις ιστορίες των ανθρώπων που βλέπουμε να περνούν από μπροστά μας. Ήμουν για παράδειγμα στο ΚΤΕΛ και αυτός που θα είχε την πιο περίεργη ιστορία μέσα στο λεωφορείο θα καθόταν πάντα δίπλα μου και θα μου τη διηγούνταν στο πρώτο κιόλας τέταρτο της γνωριμίας μας. Απλά αγαπάω πάρα πολύ τις ιστορίες των ανθρώπων.
Στις «Ηρωίδες» θίγονται λίγο πολύ όλα. Με την έννοια ότι σε μια Ελλάδα που παραμένει, έως και σήμερα, πολύ συντηρητική σε ποικίλα θέματα, εσύ μιλάς «έξω από τα δόντια» για θέματα σεξ: ομοφυλοφιλία, ρατσισμό και πολλά ακόμα. Αυτό αποτελεί έκφραση των δικών σου, ας πούμε, «ανησυχιών»;
Πραγματικά, δεν θέλω να ξέρω με τι ασχολείται η ελληνική κοινωνία, σε ποιον βαθμό και με ποιον τρόπο. Ειλικρινά, δεν με αφορά καθόλου. Εγώ και οι φίλοι μου έτσι μιλάμε, έτσι σκεφτόμαστε και σ’ όποιον αρέσει. Δεν με νοιάζει δηλαδή πώς το εκλαμβάνουν όσοι ενοχλούνται. Πραγματικά.
Η «Ελλάδα της κρίσης» πώς προέκυψε μέσα σε αυτό; Με λίγα λόγια, το σενάριο γράφτηκε παράλληλα με τα όσα ζούμε;
Ω, ναι, καλά. Το σενάριο άρχισε να γράφεται την άνοιξη του 2012. Ήμασταν ήδη πολύ βαθιά μέσα στην κρίση. Τότε, εν τω μεταξύ, είχα πάει να ζήσω και για κάποιο χρονικό διάστημα στην Κέρκυρα, την γενέτειρά μου. Κοίτα, δεν είναι ότι «βάζω» προσποιητά τη κρίση μέσα στο σενάριο, απλώς ήθελα να καταγράψω την τωρινή ζωή της γενιάς μου. Εμείς δεν έχουμε προλάβει τις συνθήκες εργασίας πριν την κρίση, δεν έχουμε προλάβει τους αστρονομικούς μισθούς στα περιοδικά, ούτε και στην τηλεόραση. Δεν ξέρουμε πώς ήταν το πριν, το ξέρουμε μόνο από αφηγήσεις μεγαλύτερων και από το lifestyle περιβάλλον στο οποίο είχαμε ζήσει μικρότεροι. Δεν με ενδιαφέρει να εκφέρω κάποια συγκεκριμένη πολιτική άποψη σχετικά με την κρίση, μου είναι βαθύτατα αδιάφορο. Δεν προσπαθώ εξαρχής να αποτυπώσω δηλαδή τις συνθήκες μέσα στην κρίση. Απλά, προέκυψαν ιστορίες δικών μου ανθρώπων, η κρίση ουσιαστικά άλλαξε τη ζωή μας, οπότε αυτό «μπαίνει» αβίαστα και στη σειρά, χωρίς κάποια προσποιητή ή επιτηδευμένη προσπάθεια. Άλλαξε ο τρόπος που αντιμετωπίζουμε τη ζωή μας. Είμαστε σε μια ηλικία που κανονικά, σύμφωνα με τις προηγούμενες συνθήκες, θα έπρεπε να έχουμε τη γαμάτη δουλειά, τον γαμάτο μισθό, το γαμάτο σπίτι και αυτοκίνητο. Δεν τα έχουμε, όμως. Κατέρρευσε ένα ολόκληρο οικοδόμημα και μέσα σε όλο αυτό άλλαξαν άρδην και οι ιστορίες μας. Δεν μπορείς, για παράδειγμα, να συνάψεις υγιείς, ανθρώπινες σχέσεις. Όταν έχεις κάνει 800 χρόνια σπουδών και προετοιμασίας και , εντούτοις, βρίσκεις όλες τις πόρτες κλειστές, νιώθεις ακυρωμένος.
Εκτός, από τη σειρά, πού αλλού «μοιράζεις» το χρόνο σου;
Όταν έχουμε γυρίσματα, είναι μόνο γύρισμα και χρόνος με την κόρη μου. Τίποτε άλλο. Τώρα που έχουν τελειώσει τα γυρίσματα και ετοιμάζω τη δεύτερη σεζόν των «Ηρωίδων», το γράψιμο είναι αυτό στο οποίο αφιερώνω το χρόνο μου και φυσικά στο παιδί μου και τους φίλους μου. Δεν προλαβαίνω να κάνω τίποτε άλλο. Στην πραγματικότητα είμαι στο σπίτι μου από τις 7 το πρωί που θα ξυπνήσω μέχρι και τις 3 το ξημέρωμα που θα ξανακοιμηθώ, ασχολούμαι με το παιδί μου και παίζω με τους φίλους μου (γέλια). Όλα δείχνουν πως η σειρά θα ανανεωθεί και για του χρόνου, οπότε κυρίως πάνω σε αυτό δουλεύω.
Τη συνέχεια του σεναρίου ή την έχεις ήδη στο μυαλό σου ή είναι κάτι που προκύπτει και διαμορφώνεται συνεχώς;
Την πρώτη σεζόν, ήμουν υποχρεωμένη, για να στείλω και τα κείμενα στους υπεύθυνους να τα δουν, να γράψω τουλάχιστον τα πρώτα έξι επεισόδια και ήξερα και πώς θα εξελιχθεί λίγο πολύ η ιστορία. Αλλά η αλήθεια είναι πως μου αρέσει να διαμορφώνω το στόρι, σκηνή με σκηνή, γιατί αυτό είναι και δημιουργικό για μένα. Η μία σκηνή να με οδηγεί από μόνη της στην άλλη. Ενώ είχα ένα πλάνο στο μυαλό μου, τώρα που είχα αρχίσει να γράφω τη δεύτερη σεζόν, τώρα βλέπω ότι οι ίδιοι οι ήρωες το «πάνε» αλλού. Έχουν άλλες ανάγκες από αυτές που τους είχα επιβάλει εγώ.
Τα απραγματοποίητα όνειρα και οι μελλοντικοί στόχοι σου ποιοι είναι;
Δεν έχω όνειρα, ούτε στόχους έχω (γέλια). Δεν έχω πρόγραμμα γενικά στη ζωή μου ούτε για την επόμενη βδομάδα.
Είσαι καλή μητέρα πιστεύεις;
Νομίζω ότι κανένας γονιός δεν είναι ποτέ σίγουρος για το αν μεγαλώνει το παιδί του σωστά, ήδη από την αρχή και πάντα αισθάνεται ίσως τύψεις. Εγώ, πάντως βλέπω ότι έχω ένα πολύ χαρούμενο παιδί και αυτό δείχνει ότι μάλλον κάτι κάνω σχετικά καλά.
Μίλησες λίγο πριν για τους φίλους σου. Τι ρόλο παίζουν οι φίλοι στη ζωή σου;
Αυτή την περίοδο τον βασικότερο. Δηλαδή αυτήν τη στιγμή είναι η πρώτη φορά στη ζωή μου, ενώ πλησιάζω στα 30, που καταλαβαίνω γιατί είμαι τόσα χρόνια φίλη με τους συγκεκριμένους ανθρώπους ή γιατί έχουν μπει στη ζωή μου καινούργια άτομα τόσο έντονα και δυναμικά. Πρώτη φορά καταλαβαίνω το νόημα της φιλίας. Όπως το είπε πολύ ωραία και ο φίλος μου ο Δημήτρης Αθηνάκης, «οι φίλοι είναι η συγγνώμη του Θεού για την οικογένεια». Και αυτό, όσο μεγαλώνω, το συνειδητοποιώ κάθε μέρα όλο και περισσότερο. Είμαι απολύτως εξαρτημένη από τους φίλους μου. Το άλλο που καταλαβαίνω είναι ότι όσο μεγαλώνουμε τόσο περισσότερη ανάγκη έχουμε τους άλλους ανθρώπους.
Οι αγαπημένοι σου συγγραφείς ποιοι είναι;
Πρώτα απ’ όλα ο Bret Easton Ellis για το πρώτο του βιβλίο, το «Less Than Zero». Εκεί διάβασα πρώτη φορά κακούς χαρακτήρες, τους οποίους λάτρεψα. Διάβασέ τον, θα σου αλλάξει την ζωή. Επίσης είναι ο άνθρωπος που κάνει παρατακτική σύνδεση για τρεις σελίδες και δεν θες να σταματήσει. Λοιπόν, μετά πάμε σε πιο κλασικά, τον Στρίντμπεργκ και τον Ίψεν, που διαμόρφωσαν ουσιαστικά την άποψή μου για το τι σημαίνει γυναίκα. Επίσης ο Ροΐδης που μου αρέσει για τη γλώσσα του όπως και ο Βιζυηνός και ο Παπαδιαμάντης. Γενικά μου αρέσει πάρα πολύ ο ωραίος λόγος, έχω ένα είδος λεξιλαγνείας μπορώ να πω. Ακόμα, θεατρικοί συγγραφείς, όπως ο Ευθύμης Φιλίππου και η Ελευθερία Μπασδέκη επίσης για τα θεατρικά της. Και ο Στάθης Τσαγκαρουσιάνος, που μου αρέσει πάρα πολύ για τα κείμενά του.
Και οι αγαπημένες σου σειρές αυτή την περίοδο;
Τώρα έχω πάθει πλάκα με το «Transparent», επίσης το «House of Cards» και το «Girls» , όχι τόσο ως σενάριο, αλλά ως τομή κατ’ εμέ ως προς το τι επιτρέπεται και τι δεν επιτρέπεται να λέμε και να δείχνουμε στην τηλεόραση. Πλέον βλέπω στην τηλεόραση τους δημιουργούς να προβάλλουν ρεαλιστικούς χαρακτήρες, αληθινούς ανθρώπους όπως είναι, π.χ. η παχουλή σαραντάρα με τις ρυτίδες που είναι πρωταγωνίστρια ενός μοιραίου πάθους, κάτι το οποίο, πριν από αυτήν τη σειρά, δεν θα το βλέπαμε εύκολα να διαδραματίζεται στην τηλεόραση.
Τέλος, ο μεγαλύτερός σου φόβος;
Εκτός από τα φίδια; Ο μεγαλύτερος φόβος μου είναι…. Νομίζω πως ο σωματικός πόνος είναι ο μεγαλύτερος φόβος μου. Αλλά γενικά είμαι ένας άνθρωπος που θεωρώ πως ό,τι κι αν μου συμβεί στη ζωή μου, μπορώ να κάνω adapt, να προσαρμοστώ κάθε φορά δηλαδή στις νέες συνθήκες.