Η σοπράνο που συγκινείται με το Stairway to Heaven
Η Χριστίνα Πουλίτση γεννήθηκε στην Αθήνα και σπούδασε στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο και στο Berlin University of Arts, με τις υποτροφίες «Μαρία Κάλλας» και «Αλεξάνδρα Τριάντη». Από την Ινώ Κοέν
Είχα την ευκαιρία να τη γνωρίσω το καλοκαίρι και να μου μιλήσει για τη ζωή της. Ανάμεσα σε άλλα, μου είπε ότι της αρέσει η jazz, η rock, οι Doors, οι Led Zeppelin και οι Pink Floyd (είχε τραγουδήσει το Wish you Were Here όταν ήταν στο λύκειο) και στην Ελλάδα οι Imam Baildi.
Στη σκηνή, η Χριστίνα ξεχωρίζει ως «Βασίλισσα της Νύχτας» στο Μαγεμένο Αυλό του Μότζαρτ, ένα ρόλο με τον οποίον έχει καθιερωθεί διεθνώς. Στη ζωή, η Χριστίνα μου έκανε εντύπωση με τη σεμνότητα και την ευαισθησία της.
Πότε αποφάσισες να ασχοληθείς με την Όπερα;
Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, το τραγούδι ήταν για μένα ένας φυσικός τρόπος έκφρασης. Νομίζω ότι πρώτα τραγούδησα και μετά μίλησα. Πήγα σε μουσικό νηπιαγωγείο και έμαθα να παίζω κιθάρα και πιάνο. Όταν σπούδαζα μουσικολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, έκανα το πρώτο μου μάθημα στο λυρικό τραγούδι και αμέσως ερωτεύτηκα την Όπερα. Αποφάσισα ότι αυτό ήταν που ήθελα να κάνω στη ζωή μου.
Πώς ήταν η ζωή στη Γερμανία για μια φοιτήτρια που μόλις είχε έρθει από την Ελλάδα;
Θαυμάζω τη γερμανική κουλτούρα γιατί έχει ως αξίες την εκπαίδευση, την αποτελεσματικότητα και τη σκληρή δουλειά. Όμως ο πρώτος μου μήνας στη χώρα αυτή, ήταν ένα σοκ με πολλές παρεξηγήσεις. Να σας πω ένα παράδειγμα: Έπρεπε να πάω στο σπίτι της καθηγήτριάς μου για ένα ιδιαίτερο στις 10 το πρωί. Αγχωμένη για να είμαι στην ώρα μου, στήθηκα έξω από την πόρτα της ένα τέταρτο νωρίτερα και περίμενα να πάει 10 για να χτυπήσω το κουδούνι. Μπήκα στο σπίτι της περίπου στις 10.2, αλλά εκείνη με μάλωσε πολύ αυστηρά, λέγοντάς μου ότι είχαμε πει ότι το μάθημα θα άρχιζε στις 10 ακριβώς, άρα θα έπρεπε να είχα χτυπήσει το κουδούνι στις 9.55. Κατάλαβα ότι έτσι λειτουργούν επαγγελματικά οι Γερμανοί, ενώ στην Ιταλία το κλίμα είναι εντελώς αντίθετο…
Πότε εμφανίστηκες για πρώτη φορά στη σκηνή; Πώς ένιωσες, είχες τρακ;
Η πρώτη μου εμφάνιση ήταν στο ρόλο της Ιζαμπέλλας στην όπερα του Ροσίνι ‘L`ingannofelice’, με την Εθνική Λυρική Σκηνή, σε μία παραγωγή της Όπερας Δωματίου Αθηνών. Με το που βγήκα στη σκηνή ένιωσα σαν το σπίτι μου και δεν είχα τρακ. Να σας πω κάτι για μένα: Από τη μία πλευρά, στην προσωπική μου ζωή είμαι πολύ απλή, δεν είμαι ντίβα. Από την άλλη όμως, με το που πατάω το ποδι μου στη σκηνή αισθάνομαι ότι μεταμορφώνομαι. Μου δίνει ένα αίσθημα ελευθερίας και συνδέομαι αμέσως με το κοινό.
Ποια ήταν τα πρώτα βήματα στην καρίερα σου;
Όταν σπούδαζα στο Βερολίνο, ξεκίνησα να πηγαίνω σε οντισιόν για να αποκτήσω εμπειρία. Με το που πήγα στη δεύτερη οντισιόν, υπέγραψα συμβόλαιο με μία μικρή σκηνή στη Δρέσδη. Μου δίνανε καλούς ρόλους και απέκτησα εμπειρία, δουλεύοντας παράλληλα με τις σπουδές μου. Ο πρώτος μου ρόλος ήταν η Βασίλισσα της Νύχτας, ένα ορόσημο που μου άνοιξε νέους ορίζοντες.
Αυτός είναι ένας ρόλος μέσα από τον οποίο καθιερώθηκες διεθνώς και έχεις ερμηνεύσει στις μεγαλύτερες σκηνές του κόσμου. Νιώθεις ότι έχεις μία ιδιαίτερη σχέση μαζί του;
Ναι, έχουν συμβεί πολλές συμπτώσεις που με συνδέουν με αυτό το ρόλο. Όταν σπούδαζα μουσικόλογία, η θεματική μου αφορούσε το Μαγεμένο Αυλό. Η Βασίλισσα της Νύχτας είναι ένας ρόλος με πολύ υψηλές απαιτήσεις, κάτι σαν extreme sports, με τις πιο δύσκολες άριες που έχουν γραφτεί ποτέ. Όταν άρχισα να τραγουδάω, δεν είχα αυτές τις ψηλές νότες και δεν φανταζόμουνα ποτέ ότι θα τα κατάφερνα μια μέρα. Ως φοιτήτρια συμμετείχα στη χορωδία σε μια παράσταση του Μαγεμένου Αυλού και ενώ καθώς την παρακολουθούσα από τα παρασκήνια, ονειρευόμουνα τον εαυτό μου στο ρόλο της Παμίνα, που έχει λιγώτερες απαιτήσεις. Μια άλλη σύμπτωση είναι ότι αργότερα, ως Βασίλισσα της Νύχτας τραγούδησα μαζί με τον πρωταγωνιστή της συγκεκριμένης παράστασης και ήταν πολύ συγκινητικό.
Αυτός ο ρόλος είναι ένα δυνατό «διαβατήριο» για μένα, γιατί σε όλο τον κόσμο είναι πολύ λίγες οι σοπράνο που μπορούν να τον αποδώσουν. Αλλά έχει και την παγίδα να σε ταυτίσουν μόνο με αυτόν – όπως είχε πει μια φίλη μου είναι σαν το ρόλο του Τζέημς Μποντ που ακολουθεί σε έναν ηθοποιό σε όλη του τη ζωή.
Πρέπει να είμαι υγιής και ήρεμη! Επειδή είμαι ελεύθερος επαγγελματίας, αν αρρωστήσω και ακυρωθεί η εμφάνισή μου, χάνω όλα τα χρήματα. Άρα πρέπει να προσέχω πολύ τον εαυτό μου και να ακολουθώ έναν υγιή τρόπο ζωής. Κάνω γίοκα και φροντίζω να τρώω ποιοτικά. Κατά τη διάρκεια των παραστάσεων πίνω ένα «μαγικό ποτό», ζεστό νερό με τζίντζερ και μέλι. Μεγάλη σημασία έχει και ο ψυχολογικός παράγοντας. Πρέπει να παραμένω ήρεμη και χαλαρή, αλλιώς δεν βγαίνουν οι νότες!
Τι σημαίνει το τραγούδι για σένα;
Αυτό που συνειδητοποίησα μέσα από αυτή τη συνέντευξη, είναι ότι το να μπορείς απλώς να τραγουδίσεις δεν σε κάνει αυτόματα τραγουδίστρια Όπερας. Θα πρέπει να αφιερώσεις τον ίδιο σου τον εαυτό, σωματικά, πνευματικά και συναισθηματικά. Και να αγαπάς αυτό που κάνεις με όλη σου την καρδιά.
Μέσα από το τραγούδι μου, μου αρέσει να δίνω ελπίδα στους ανθρώπους, να τους βοηθάω να αισθάνονται αισιόδοξοι και να βρίσκουν τη δύναμη και τα καλά πράγματα που έχουν μέσα τους. Αυτο είναι που κάνει η μουσική.
Όταν τραγουδάω είναι σα να σταματάει να κυλάει η ζωή μου. Ξεχνάω τα καθημερινά προβλήματα, συνδέομαι με το κοινό και νιώθω σα να ζω μία στιγμή μέσα στην αιωνιότητα.
Αγαπάω το τραγούδι. Είναι το πάθος μου και η ζωή μου. Για μένα το τραγούδι δεν έχει ταμπέλες, ούτε είναι «δουλειά».
Η Χριστίνα Πουλίτση εμφανίζεται τη Δευτέρα 1 Φεβρουαρίου με την Ορχήστρα του Ισραήλ και τον Μαέστρο ZubinMeta στο Μέγαρο Μουσικής.