Νίκος Καλογερόπουλος: Ένας ασυμβίβαστος περιγράφει τη ζωή του
Περιεχόμενα
Γεννημένος το 1952, στα Φιλιατρά Μεσσηνίας, ο Νίκος Καλογερόπουλος έμελλε να γίνει ο ηθοποιός – σύμβολο μιας ολόκληρης γενιάς. Παρόλο που ο πατέρας του ήταν κάθετα αντίθετος στο όνειρό του να γίνει ηθοποιός, εκείνος μετακόμισε στην Αθήνα και σπούδασε στις δραματικές σχολές Κωστή Μιχαηλίδη, Βεάκη και Αθηνών.
Φύση αντισυμβατική, πνεύμα περιπετειώδες, ασχολήθηκε με το θέατρο, τον κινηματογράφο και τη μουσική, με τη θυελλώδη καλλιτεχνική του πορεία να μετρά πάνω από 50 χρόνια.
Τα 2018, εγκατέλειψε την Αθήνα επέστρεψε στη Μεσσηνία και εγκαταστάθηκε στην Κυπαρισσία. Δημιούργησε μια αίθουσα πολιτισμού, κοντά στον τοπικό σταθμό τρένου, το «Τρενοτεχνείο», αφιερωμένο στο θέατρο, τη μουσική και τις τέχνες, ο οποίος αποτέλεσε σημείο αναφοράς για την ανεξάρτητη καλλιτεχνική δημιουργία.
Με την ιδιαίτερη σκηνική του παρουσία, τον ποιητικό λόγο και την ασυμβίβαστη στάση του, ο Νίκος Καλογερόπουλος άφησε το δικό του ξεχωριστό αποτύπωμα.
Νίκος Καλογερόπουλος: Από τον Καζαντζάκη στη Λούφα
Πρωτοεμφανίστηκε στην τηλεόραση το 1975, στη μεταφορά του Νίκου Καζαντζάκη «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται», ενώ ακολούθησαν συμμετοχές σε δημοφιλείς σειρές όπως «Μεθυσμένη Πολιτεία», «Χαίρε Τάσο Καρατάσο», «Στο Κάμπινγκ» και «Ερασιτέχνης Άνθρωπος».
Πραγματοποίησε το ντεμπούτο του στον κινηματογράφο το 1981, στη θρυλική, πλέον, ταινία «Μάθε παιδί μου γράμματα», ερμηνεία που του χάρισε το Β΄ Βραβείο Ανδρικού Ρόλου στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης. Είχε προηγηθεί, βέβαια, μια μικρή συμμετοχή στην ταινία, «Θανάση, σφίξε κι άλλο το ζωνάρι» το 1980. Η καθιέρωση ήρθε χρόνια αργότερα, με τον πρωταγωνιστικό του ρόλο στη «Λούφα και Παραλλαγή» του Νίκου Περάκη, για την οποία τιμήθηκε με το Α΄ Βραβείο Ανδρικού Ρόλου στο ίδιο φεστιβάλ.
Νίκος Καλογερόπουλος: Η ζωή και η φιλοσοφία του μέσα από λόγια του
«Όταν είπα στον πατέρα μου, στα 10 μου, πως θέλω να γίνω ηθοποιός έφαγα μια φάπα που δεν κατάλαβα από πού μου ήρθε».
«Στα 15 μου ο γιατρός μου είπε πως σε έξι μήνες θα πεθάνω. Χάθηκα, όταν το άκουσα».
«Το 1975 με αφόρισε η Εκκλησία. Ήμουν νέος και είχα κάνει ένα θεατρικό, το «Μπαμπούλας». Μπαμπούλας ήταν η Αγροτική Τράπεζα και η Εκκλησία και ήθελαν να πάρουν ένα αμπέλι από έναν αγρότη. Είχαν διαβάσει όλες τις κατάρες στον Άι Γιάννη τον Ρώσο. Αυτός ήταν ο προσωπικός αφορισμός… Πώς λένε οι ζωγράφοι έχω κάνει μια προσωπική έκθεση και μια ομαδική… Ε, ο ομαδικός αφορισμός ήταν στο Ο Χριστός Ξανασταυρώνεται. Εκεί μας αφορίσανε όλους. Μέχρι και το γαϊδουράκι του “Γιαννακού” αφορίσανε».
«Από τότε δεν έχω πάει στην εκκλησία. Με τον Θεό μιλάω, όμως, κάθε μέρα».
«Είχα την τύχη η πρώτη μου δουλειά να είναι το Ο Χριστός Ξανασταυρώνεται, να μπολιαστώ με τον Καζαντζάκη».
«Στο ξεκίνημά μου προτιμούσα να πηγαίνω να δουλεύω στην οικοδομή ως μπογιατζής, παρά να πηγαίνω να παίζω σε όποια ταινία μου λέγανε».
Λειτουργούσα πάντα σαν να είχα πολλά λεφτά και δεν είχα ποτέ τίποτα. Στην αρχή όταν έλεγα “όχι” λέγανε “θα έχει φράγκα αυτός”. Όταν είδανε ότι πήγαινα στην οικοδομή και δούλευα, σου λέει “πάει, αυτός είναι τρελός”».
«Ακόμη και όταν δεν είχα γύρισμα εγώ, πήγαινα στα γυρίσματα του Ο Χριστός Ξανασταυρώνεται για να μαθαίνω σκηνοθεσία».
(Για τον ρόλο του Μάιμου, στο κάμπινγκ) «Αυτοί είναι επικίνδυνοι ρόλοι. Ένα λίγο παρακάτω ένα λίγο παραπάνω, ή έχεις ξεφτιλιστεί εσύ, ή έχεις ξεφτιλίσει αυτόν που κάνεις. Για μένα είναι πρόκληση αυτό».
«Ακόμα και τώρα που περπατάω, πάω σε μια πόλη πχ στα Γιάννενα, με σταματάνε “ο Μάιμος, ο Μάιμος!”… “Καλογερόπουλε, να σου κάνω τον Μάιμο;”».
«Κάθε φορά που ήμουν στις μαύρες μου, έκανα μια βόλτα στην Αθήνα και ένιωθα καλύτερα… Με χαιρετούσαν όλοι. Και αυτό γιατί δεν κορόιδεψα ποτέ κανέναν»
«Η υποκριτική απαιτεί παρατήρηση και σεβασμό. Να παρατηρείς τη φύση και να τη σέβεσαι».
«Ήθελα στο τελευταίο κομμάτι της ζωής μου να πάρω το δισάκι μου, να γυρίσω όλη την Ελλάδα και να γράφω. Αλλά οι καταστάσεις δεν μου το επιτρέπουν».
«Εμείς σαν καλλιτέχνες έχουμε μεγάλο μερτικό για το κατάντημα της πατρίδας μας».
«Αν δεν ξέρεις πού πας, γύρνα πίσω». (από την ταινία Οι Ιππείς της Πύλου)
«Αχαριστία μού έχουν δείξει κάποιοι στους οποίους φέρθηκα καλά. Αλλά σε αυτούς οφείλω τα τραγούδια που γράφω».
Είχα πάθει κολπική μαρμαρυγή και με έσωσε ο καρδιολόγος μου. Πήγα να πεθάνω… Και του έλεγα συνέχεια “Σωτήρη, τα τραγούδια μου”. Και μετά, όταν έγινε καλά, μου λέει ο Σωτήρης, “δεν έλεγες τα παιδιά μου, έλεγες τα τραγούδια μου”».
Οι συνεντεύξεις δόθηκαν στον Πάνο Χρυσοστόμου, στον Κώστα Μανιάτη και στην εκπομπή Καρντάσιανς.