Πώς ο Τραμπ φέρνει τον σοσιαλισμό στις ΗΠΑ
Ο Ντόναλντ Τραμπ καταφέρνει αυτό που κανείς άλλος αντίπαλος των Σοσιαλιστών, ούτε οι ίδιοι οι Αμερικανοί Σοσιαλιστές, δεν μπόρεσαν.

Πώς ο Τραμπ φέρνει τον σοσιαλισμό στις ΗΠΑ

Ό,τι δεν κατάφερε ένας αιώνας προσπαθειών από Σοσιαλιστές, Αμερικανούς και μη, φαίνεται πως το καταφέρνει ο Ντόναλντ Τραμπ.

Πριν από έναν αιώνα οι Σοσιαλιστές στις ΗΠΑ έμοιαζαν με τους πρωτοχριστιανούς. Κρυφές συναντήσεις, διώξεις, αγιοποιήσεις. Πλέον, η γενιά των Boomers στις ΗΠΑ παρακολουθεί με αμηχανία τον «εχθρό» να «διαβρώνει» πανηγυρικά την αμερικανική κοινωνία. Τι θα σκεφτόταν τώρα ο Ρόναλντ Ρίγκαν; Πώς οι σοσιαλιστές κατάφεραν να παρουσιάζονται ως αξιόπιστη εναλλακτική στο παραδοσιακό σύστημα εξουσίας των ΗΠΑ; Τι κάνει το Golden Boy του καπιταλισμού, ο πρόεδρος Τραμπ; Πώς επέτρεψε στον σοσιαλισμό να περάσει στην άλλη όχθη του Ατλαντικού, έπειτα από έναν αιώνα αποκλεισμού;

Το παράδοξο είναι σχεδόν ιστορικό. Ο Αμερικανός πρόεδρος που χρησιμοποίησε τον «σοσιαλισμό» ως… μπαμπούλα για το εκλογικό σώμα μπορεί να αποδειχθεί ένας από τους σημαντικότερους ακούσιους καταλύτες της κανονικοποίησης του σοσιαλισμού.

Οι επιδόσεις του Τραμπ που «φέρνουν» τον… Σοσιαλισμό

Με την εμπρηστική ρητορική του, ο Ντόναλντ Τραμπ προσπαθεί να συσπειρώσει τους MAGA ψηφοφόρους του. Δεν τον νοιάζει να είναι αρεστός σε όλους, φτάνει να τον λατρεύουν οι ψηφοφόροι του. Φυσικά και υπάρχει μια αντίρροπη δύναμη σε αυτήν την κίνηση: Ο Τραμπ «σπρώχνει» Κεντρώους προς τα αριστερά.

Οι αμφιλεγόμενες αποφάσεις του και η διαρκής επίθεση στους θεσμούς οδηγούν προοδευτικούς ψηφοφόρους προς τη μοναδική παράταξη που μοιάζει έτοιμη να τον αντιμετωπίσει χωρίς μισόλογα: τους Σοσιαλιστές.

Πέρα από το modus operandi του Τραμπ, υπάρχει και αυτή η ρημάδα η καθημερινότητα, που τσαλακώνει καλοσιδερωμένα προφίλ. Έτσι, 7 στους 10 Αμερικανούς αποδοκιμάζουν τη διαχείριση της κυβέρνησής του ως προς το κόστος ζωής και τις αυξανόμενες τιμές. Μόλις το 29% εγκρίνει συνολικά τους χειρισμούς του στην οικονομία, σύμφωνα με την τελευταία δημοσκόπηση της Ipsos για το Reuters. Ο Τραμπ υποσχέθηκε ευημερία. Μέχρι στιγμής, όμως, προσφέρει στους πολιτικούς του αντιπάλους το ισχυρότερο επιχείρημά τους: το δυσβάσταχτο, στη μεσαία τάξη, κόστος ζωής.

ΗΠΑ, You Feel the Bern?

Η αρχή όλων των δεινών του πολιτικού Κέντρου των ΗΠΑ τοποθετείται ήδη στο 2015, όταν πραγματοποιήθηκαν ταυτόχρονα δύο πολιτικές «εξεγέρσεις», στις δύο άκρες του πολιτικού άξονα.

Στα δεξιά, ο δισεκατομμυριούχος επιχειρηματίας Ντόναλντ Τραμπ ξεκινά την απίθανη πορεία του προς την «άλωση» του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος.

Στα αριστερά, ο 73χρονος γερουσιαστής από το Βερμόντ, Μπέρνι Σάντερς, ο οποίος δεν διστάζει να αυτοπροσδιορίζεται ως «Δημοκρατικός Σοσιαλιστής», αποφασίζει να αμφισβητήσει τη Χίλαρι Κλίντον για το χρίσμα των Δημοκρατικών. Δεν χρειάζεται να εξηγήσουμε την επιρροή των Κλίντον στο κόμμα, σωστά;

Ο Μπέρνι Σάντερς δεν θα κερδίσει ποτέ το χρίσμα. Θα καταφέρει όμως κάτι που, σε βάθος χρόνου, ίσως αποδειχθεί σημαντικότερο: θα αλλάξει το πολιτικό λεξιλόγιο της αμερικανικής Αριστεράς.

Το Medicare for All (Δημόσιο Σύστημα Υγείας), τα δωρεάν δημόσια πανεπιστήμια, η αύξηση της φορολογίας των πλουσιότερων Αμερικανών, η ενίσχυση των συνδικάτων και η σύγκρουση με τη Wall Street προσπαθούν να στριμωχτούν στην ατζέντα του Δημοκρατικού Κόμματος.

Το Feel the Bern παύει να είναι απλώς ένα επιτυχημένο προεκλογικό σύνθημα. Γίνεται πολιτική ταυτότητα για μια νέα γενιά ψηφοφόρων.

Όμως η εκλογή Τραμπ αλλάζει ακόμη και τους όρους της πολιτικής αντιπαράθεσης. Δεν υπάρχει πλέον «κοινό έδαφος», «πολιτικός πολιτισμός» και άλλα φληναφήματα. Το Κέντρο καταρρέει. Το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα μετακινείται σε μια πολύ πιο συγκρουσιακή πολιτική λογική και η παλιά ιδέα ότι οι εκλογές κερδίζονται από το κόμμα που θα πείσει τους αναποφάσιστους πετιέται στον κάλαθο των αχρήστων. Οι εκλογές πλέον κρίνονται και από τον αριθμό των ψηφοφόρων που θα καταφέρει κάθε υποψήφιος να σηκώσει από τον καναπέ του σπιτιού τους. Και ο Τραμπ ξεσήκωσε πολλούς χάρη στην εμπρηστική ρητορική του.

Το ερώτημα προκύπτει σχεδόν αυτονόητα: Εάν οι Ρεπουμπλικάνοι μπορούν να κερδίσουν μετακινώντας τα όρια της πολιτικής συζήτησης προς τα δεξιά, γιατί οι Δημοκρατικοί πρέπει να αναζητούν διαρκώς τη σωτηρία τους στο κέντρο;

Με τον Σάντερς να έχει ήδη ανοίξει την πόρτα και τον Τραμπ να στέλνει τους κεντροαριστερούς προς τα εκεί, όλα μοιάζουν νομοτελειακά!

AOC: Το πρώτο παιδί της εποχής Τραμπ

Δύο χρόνια έπειτα από τη νίκη του Τραμπ, μια 28χρονη πρώην σερβιτόρα και οργανώτρια της προεκλογικής καμπάνιας του Σάντερς προκαλεί πολιτικό σεισμό στη Νέα Υόρκη: Η Αλεξάντρια Οκάζιο-Κορτέζ νικά στις προκριματικές τον Τζο Κρόουλι, έναν από τους ισχυρότερους Δημοκρατικούς της Βουλής των Αντιπροσώπων. Το όνομά της γράφεται πλέον με τρία γράμματα και γίνεται το brand name των Δημοκρατικών Σοσιαλιστών: AOC!

Πώς ο Τραμπ έκανε την AOC… brand name!

Και φυσικά, είναι ο Τραμπ που την κάνει να τρεντάρει, αφού την εξυψώνει, τοποθετώντας την ως το ιδεολογικό του αντίπαλο δέος. Αυτό εξυπηρετεί και τον ίδιο: Ο Τραμπ χρειάζεται την AOC, καθώς εκείνη προσωποποιεί τη «σοσιαλιστική απειλή». Κάθε επίθεση όμως έχει και μια «παρενέργεια»: γιγαντώνει την άγνωστη μέχρι τότε βουλεύτρια.

 

Δείτε αυτή τη δημοσίευση στο Instagram.

 

Η δημοσίευση κοινοποιήθηκε από το χρήστη Alexandria Ocasio-Cortez (@aoc)

Έτσι, τον Μάιο του 2026, AOC και Σάντερς φιγουράρουν στις δύο πρώτες θέσεις δημοτικότητας μεταξύ έξι σημαντικών στελεχών του κόμματος που μέτρησε το Marquette. Η 28χρονη πολιτική αντάρτισσα του 2018 συζητείται πλέον ως πιθανή διεκδικήτρια για το προεδρικό χρίσμα στις εκλογές του 2028. Με 60% θετικές γνώμες και μόλις 15% αρνητικές, οι Δημοκρατικοί δείχνουν την απαιτούμενη τόλμη. Και μην ξεχνάμε πως υπάρχει και ο δήμαρχος, ο Ζοχράν Μαμντάνι!

Μαμντάνι, το φαινόμενο

Ο Μαμντάνι έκανε κάτι που ο Σάντερς δεν κατάφερε ποτέ και που η AOC δεν είχε ακόμη επιχειρήσει: κέρδισε την εξουσία της σημαντικότερης πόλης των Ηνωμένων Πολιτειών δηλώνοντας ανοιχτά Δημοκρατικός Σοσιαλιστής. Ποιος θα πίστευε πως στην πρωτεύουσα του καπιταλισμού, της Wall Street και του Μανχάταν θα κυβερνούσε ένας σοσιαλιστής!

Και κέρδισε διατυμπανίζοντας τις θέσεις του, οι οποίες ήταν απλουστευμένες: Ενοίκια, παιδικοί σταθμοί, λεωφορεία, σούπερ μάρκετ, κόστος ζωής. Ο Μαμντάνι κατάλαβε ίσως καλύτερα από οποιονδήποτε άλλον της νέας αμερικανικής Αριστεράς ότι ο μέσος ψηφοφόρος δεν ενδιαφέρεται ιδιαίτερα για τις θεωρητικές διαφορές ανάμεσα στον σοσιαλισμό, τη σοσιαλδημοκρατία και τον προοδευτικό καπιταλισμό. Ενδιαφέρεται για το κόστος της καθημερινότητάς του. Η καμπάνια του οικοδομήθηκε γύρω από μία έννοια: προσιτή ζωή.

Περισσότεροι από δύο εκατομμύρια Νεοϋορκέζοι προσήλθαν στις κάλπες των δημοτικών εκλογών του 2025 και ο Μαμντάνι κέρδισε το 50% των ψήφων, σχεδόν δέκα μονάδες μπροστά από τον αντίπαλό του, Άντριου Κουόμο.

Ο Τραμπ ανέλαβε προσωπικά να αποτρέψει την εκλογή Μαμντάνι. Τον αποκαλούσε «Κομμουνιστή» επανειλημμένα. Απείλησε πως, εάν εκλεγόταν, θα περιόριζε την ομοσπονδιακή χρηματοδότηση της Νέας Υόρκης στο απολύτως νόμιμο ελάχιστο. Προσπάθησε να συσπειρώσει τους αντιπάλους του, σε τέτοιο βαθμό, που έφτασε να συνταχθεί ακόμη και με τον… διάολο, στο πρόσωπο του Δημοκρατικού αντιπάλου του Μαμντάνι, Άντριου Κουόμο.

Έτσι, ο Τραμπ κέρδισε δικαίως τη χλεύη του Μαμντάνι όταν κατά τη νικητήρια ομιλία του απευθύνθηκε ευθέως σε εκείνον: «Donald Trump, since I know you’re watching, I have four words for you: turn the volume up!». («Ντόναλντ Τραμπ,  ξέρω πως παρακολουθείς, έχω τέσσερις λέξεις για σένα: Δυνάμωσε τον ήχο»).

Έτσι, ο Μαμντάνι απέδειξε πως ο Τραμπ δεν είναι ο πανίσχυρος παίκτης της Αμερικανικής πολιτικής σκηνής. 

Το τεστ Μαμντάνι

Μόνο που το πραγματικό τεστ για τον Μαμντάνι δεν εξαντλούταν στην εκλογή του. Η επόμενη ημέρα θα ήταν η δύσκολη, όταν και θα έπρεπε να μετατρέψει τα συνθήματα σε πραγματική πολιτική. Η πρώτη μεγάλη απάντηση ήρθε τον Ιούνιο του 2026:

Επί δημαρχίας Μαμντάνι ψηφίστηκε το πάγωμα των ενοικίων για περίπου ένα εκατομμύριο διαμερίσματα, υλοποιώντας μία από τις κεντρικές προεκλογικές δεσμεύσεις του νέου δημάρχου.

Πάνω από ένα εκατομμύριο Αμερικανοί πολίτες θα επωφεληθούν από ένα μέτρο που συνδέθηκε άμεσα με τη σοσιαλιστική πολιτική του Μαμντάνι, ακόμη κι αν δεν γνωρίζουν τις βασικές αρχές της. Γνωρίζουν, όμως, κάτι πολύ πιο σημαντικό για εκείνους: Το ενοίκιό τους δεν θα αυξηθεί!

Αυτή είναι ίσως και η μεγαλύτερη επικοινωνιακή επιτυχία της νέας αμερικανικής Αριστεράς. Προσπαθεί να αποσυνδέσει τη λέξη «σοσιαλισμός» από τις ιδεολογικές εικόνες του 20ού αιώνα και να τη συνδέσει με απτά προβλήματα της καθημερινότητας. Και εκεί ακριβώς βρίσκεται η πραγματική δοκιμασία του «πειράματος Μαμντάνι».

Εάν η καθημερινότητα των Νεοϋορκέζων βελτιωθεί, η νέα Αριστερά θα έχει αποκτήσει κάτι που κανένα θεωρητικό μανιφέστο δεν μπορούσε να της προσφέρει: ένα κυβερνητικό παράδειγμα. Εάν αποτύχει, από την άλλη, οι αντίπαλοί της θα αποκτήσουν το δικό τους.

Πλέον, το μεγάλο ερώτημα είναι αν θα μπορέσουν οι Σοσιαλιστές να πάρουν τον έλεγχο του Δημοκρατικού Κόμματος. Ένα από τα πιο εμβληματικά σχέδια του Σάντερς, η καθολική υγειονομική περίθαλψη, επιστρέφει, αν και πολλοί θεσμικοί Δημοκρατικοί το θεωρούν πολιτικά τοξικό και εκλογικά ανέφικτο. Έτσι, το ρυάκι του Σάντερς το 2015 μοιάζει να γίνεται ορμητικό ποτάμι το 2026.

Φυσικά και η παραδοσιακή πτέρυγα των Δημοκρατικών αντιστέκεται. Για τους κεντρώους, οι νίκες της νέας Αριστεράς μπορεί να ενθουσιάζουν τους νεότερους ψηφοφόρους στις μεγαλουπόλεις, αλλά κινδυνεύουν να μετατραπούν σε εκλογικό βαρίδι στις αμφίρροπες πολιτείες και στα προάστια που κρίνουν ποιος θα καταλάβει τον Λευκό Οίκο. Και φαντάζει λογικό.

Το αδιανόητο 27%

Φυσικά και η Αμερική δεν έγινε σοσιαλιστική μέσα σε 10 χρόνια. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δεν συμβαίνει κάτι κοσμογονικό.

Σε δημοσκόπηση Reuters/Ipsos, που πραγματοποιήθηκε διαδικτυακά από τις 24 έως τις 26 Ιουλίου 2026 σε 1.248 ενήλικες Αμερικανούς, με περιθώριο σφάλματος τριών ποσοστιαίων μονάδων, το 27% των ερωτηθέντων απάντησε ότι οι Δημοκρατικοί Σοσιαλιστές έχουν «πολλές» ή «κάποιες» καλές ιδέες. Το 51% απάντησε ότι έχουν ελάχιστες ή καθόλου και το 20% δήλωσε αναποφάσιστο.

Τα νούμερα γίνονται ακόμη πιο εντυπωσιακά όταν η ερώτηση περιορίζεται στους ψηφοφόρους των Δημοκρατικών: το 53% θεωρεί ότι οι Δημοκρατικοί Σοσιαλιστές έχουν πολλές ή κάποιες καλές ιδέες.

Ακόμη περισσότερο, δύο στους πέντε Δημοκρατικούς και ψηφοφόρους που κλίνουν προς το κόμμα δηλώνουν ότι, εάν είχαν να επιλέξουν, θα προτιμούσαν έναν υποψήφιο που αυτοπροσδιορίζεται ως Δημοκρατικός Σοσιαλιστής από έναν που αυτοπροσδιορίζεται απλώς ως Δημοκρατικός.

Σε άλλη έρευνα των Reuters/Ipsos τον Αύγουστο του 2026, τα ευρήματα ήταν εξίσου εντυπωσιακά: Οι ίδιοι οι Δημοκρατικοί έχουν μετακινηθεί αισθητά προς τα αριστερά, καθώς το 71% αυτοπροσδιορίζεται πλέον ως προοδευτικό, έναντι 55% το 2012.

Αυτή η τεράστια διαφορά αποτυπώνεται πλέον και στις μεγάλες πλειοψηφίες που θεωρούν βασικές πολιτικές θέσεις την καθολική υγειονομική περίθαλψη και την υψηλότερη φορολόγηση των επιχειρήσεων και των πλουσιότερων Αμερικανών.

Η Ιστορία λατρεύει τις ειρωνείες

Η παραδοξότητα να είναι ο Τραμπ, ο άνθρωπος που υποσχέθηκε να σώσει την Αμερική από τον σοσιαλισμό, υπεύθυνος περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον για την κανονικοποίησή του θα κάνει τους ιστορικούς του μέλλοντος να τρίβουν τα μάτια τους. Αρκεί να μην είναι διορισμένοι από τον Τραμπ.

Σχετικά άρθρα