Άννα Βίσση: Από την λατρευτική μανία στο ΟΑΚΑ στο λαϊκό δικαστήριο του timeline
Όταν το lifestyle, η νομική της πνευματικής ιδιοκτησίας και η ταξική μνησικακία γίνονται τέλειες δικαιολογίες για να φέρουμε το ανέγγιχτο στα μέτρα μας.
Περιεχόμενα
- «… Ποια τύχη μ’ έφερε απόψε εδώ μπροστά σας να τραγουδήσω έναν αβάσταχτο καημό…» – Η Άννα με το Πρώτο Βραβείο στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης
- «… Δες το πλήθος κοιτά και σωπαίνει και το μίσος ανασαίνει…» – η Άννα για τον Ζακ Κωστόπουλο
- «… Μέσα στο βράχο σύναξα το γαίμα στάλα στάλα, μαντήλι ρόδινο έπλεξα κι ήλιο μαζεύω τώρα…» – Η Άννα σε κουβέντα με ένα λουλούδι
- «… Θα πάμε κόντρα και όπου βγει στου χρόνου την καταστροφή, ότι αξίζει θα σωθεί…» – Η Άννα για τις κόντρες στο μυαλό και στην ψυχή
Είναι η γυναίκα με την άνευ χρόνου εφηβικότητα, που έβαλε original score, ή ας πούμε soundtrack, στις ίδιες της ζωές μας, εδώ και 53 χρόνια και μας χάρισε ψυχαγωγία, διασκέδαση, συντροφιά. Έδωσε ήχο σε χωρισμούς, καψούρες, νέους έρωτες, προδοσίες, επανασυνδέσεις, ξενύχτια, μεράκια, μοναξιά, χορούς, φλερτ, ξεπέτες, διακοπές, ταξίδια, μποτιλιαρίσματα ασύλληπτης ανίας, γενέθλια και επετείους, ψυχολογικά πεσίματα αλλά και χαρές. Και τον έδωσε απλόχερα! Μ’ αυτή τη φωνή, που πάλλεται σα χορδές βιολοντσέλου, όπως είχε πει ο μέγας Κουγιουμτζής, όταν την άκουγε κοριτσάκι 17 ετών. Είναι η Άννα Βίσση, βέβαια, που πριν δύο εβδομάδες, για την συναυλία της στο ΟΑΚΑ, τα ΜΜΕ και τα social media παραληρούσαν και 95.000 θεατές, αψήφησαν το βροχερό -άστα να πάνε- καιρό, για να βρεθούν, όσο πιο κοντά της γίνεται και να ‘χουν εκείνη την σχεδόν μεταφυσική σύνδεση που μόνο οι μεγάλοι καλλιτέχνες μπορούν να δημιουργούν.
«… Ποια τύχη μ’ έφερε απόψε εδώ μπροστά σας να τραγουδήσω έναν αβάσταχτο καημό…» – Η Άννα με το Πρώτο Βραβείο στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης
Η Βίσση είναι μια φωνή αγωγός συναισθημάτων, με μια μαγνητική αύρα, που δεν εξηγείται, που καθηλώνει τα βλέμματα και σαγηνεύει ψυχές, όχι, μωρέ, με εντυπωσιακές κινήσεις, αλλά με την εσωτερική της ένταση. Εκείνη, που μοιάζει να λέει μόνο σε σένα, προσωπικά, σε κάθε τραγούδι, μια μικρή αυτονομία ιστορία, που μοιάζει με κάποια δικιά σου. Είναι ένα σώμα, που με βραχνάδες, αναπνοές, παύσεις και αυξομειώσεις γίνεται όλη μια μουσική αφήγηση και παραδίδει ένα μικρό, αυτόνομο θεατρικό έργο – τραγούδι. Και μια σταρ πάνω στην σκηνή της – αυτοκρατορία, που δεν μπορείς να πάρεις τα μάτια σου από πάνω της, είτε φορά τουαλέτες σινιέ και χορευτές στροβιλίζονται άνευ βαρύτητας γύρω της, είτε είναι για ώρες με ένα σκισμένο τζιν και τραγουδά σε ένταση, λες και έχει καταπιεί όλους τους Rolling Stones.
Για αυτό και έξι δεκαετίες τώρα, καθόμαστε όλοι ήσυχοι και ακούμε τι έχει να πει, σαν να κάνουμε κάθε «απόψε μίαν αρχή», όπως είχε τραγουδήσει το 1977 στο φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, παίρνοντας το πρώτο βραβείο. Μα δύο εβδομάδες μετά το ΟΑΚΑ, υμνητές, λατρευτές και όσοι κομπλεξικό – μπλαζέ αποποιούνται σχέσεων με το trend και δυσφορούσαν που όλοι ασχολούνταν με τη Βίσση -όπως και οι ίδιοι, άλλωστε- με χαρά, ηδονή τεράστια, σαρκοφαγική διάθεση σχεδόν θρησκευτική και θείας κοινωνίας αναπαράσταση, νιώθουν υποχρεωμένοι να αλλάξουν την δική τους ψήφο για Ιησούν ή Βαραββάν; – και κάντε ο καθένας την δική σας διανομή στους ευαγγελικούς ρόλους!
«… Δες το πλήθος κοιτά και σωπαίνει και το μίσος ανασαίνει…» – η Άννα για τον Ζακ Κωστόπουλο
Χρήστες social media, τρολ, ινστρούχτορες του TikTok, keyboard warriors, serial σχολιαστές, beauty vloggers που βάφονται στην κάμερα, mukbang creators που τρώνε κάνοντας ήχους στο μικρόφωνο, unboxing addicts που σκίζουν μανιωδώς πακέτα, drop-shippers και digital marketers που πουλάνε από πινέλα για λαδώνεις τα ταψιά μέχρι lifestyle courses, content creators, hate watchers και clout chasers που ζουν για ένα view, νιώθουν υποχρέωση για το αν έχει δίκιο ο Καρβέλας ή η Βίσση! Ο δημιουργός ή ο ερμηνευτής; Ποιος έχει κυριαρχικό δικαίωμα και πως όλοι ξέρουν τη νομοθεσία περί πνευματικής ιδιοκτησίας, απ έξω και ανακατωτά; Εκπομπές στη τηλεόραση, πάνελ συγκροτημένα κι άλλα της συμφοράς, καλεσμένοι γνώστες κι άλλοι που μια φορά είδαν την Βίσση ή τον Καρβέλα να περνούν μέσα στα supercars τους και τους φάνηκε πως απ το φιμέ τζάμι σα να βλεφάρισαν δείχνοντας σημάδια ζωής, επαγγελματίες και ερασιτέχνες, σεσημασμένοι τηλεδικαστές ή κανονικοί άνθρωποι, junkies της προβολής και νάρκισσοι του timeline έχουν όλοι άποψη και για το τι έγινε στο ΟΑΚΑ, πριν τη συναυλία, πόσα λεφτά ζήτησε ο Καρβέλας, τι χαρακτήρα έχει η Βίσση και βέβαια είναι πεπεισμένοι με πάθος για το ποιος έχει δίκιο!
Οι περισσότεροι, ξαφνικά, αν και απόλυτα προβλέψιμα, αγελαία και ηδονικά δεν δίνουν δίκιο στη Βίσση. Γιατί κάνει παρέα με μυθικά πλούσιους. Γιατί χρεώνει εκατοντάδες ευρώ το εισιτήριο για να τη δουν από κοντά. Γιατί ζει σε μια προστατευμένη φούσκα χλιδής μακριά από την καθημερινότητα του κόσμου. Γιατί μετατράπηκε από Απόλυτη του λαού της, σε status symbol της ελίτ. Γιατί εξαργυρώνει την αγάπη του κοινού σε prive πάρτι ισχυρών. Γιατί προτιμά τη λάμψη των μεγιστάνων από την αληθινή επαφή με τον δρόμο. Γιατί έγινε κομμάτι ενός συστήματος που εμείς δεν θα αγγίξουμε ποτέ. Γιατί, στο κάτω, κάτω, δε μας μοιάζει και ίσως, όσο και αν προσπαθούμε να την πιάσουμε, δεν την φτάνουμε! Και γιατί, ενώ δεν μας πέφτει λόγος, τώρα, ναι, μπορούμε να την φέρουμε στα δικά μας μέτρα!
«… Μέσα στο βράχο σύναξα το γαίμα στάλα στάλα, μαντήλι ρόδινο έπλεξα κι ήλιο μαζεύω τώρα…» – Η Άννα σε κουβέντα με ένα λουλούδι
Ο σπουδαίος Jan Kott, έλεγε στο μνημειώδες έργο τους «Θεοφαγία», πως στις Βάκχες του Ευριπίδη το κομμάτιασμα και η καταβρόχθιση του ζωντανού θύματος – θεού, είναι η βαθιά, αβυσσαλέα τρομακτική ψυχολογική ανάγκη του όχλου, που για να ενσωματώσει θεϊκή δύναμη του ειδώλου του, πρέπει πρώτα να το κατασπαράξει! Δεν έχει σημασία εδώ, λοιπόν αν αυτοί οι δυο άνθρωποι που κάποτε αγαπήθηκαν πολύ, κάναν παιδί, είχαν κοινή ζωή και δημιουργήσαν μαζί έχουν πράγματι δίκιο, ποιος λιγότερο και ποιο περισσότερο, ή ασκούν ένα παράφορο power game!
Το πιο φοβικό όλων, το πιο μυστηριακό για τα εσώψυχα μας τα ίδια, το πλέον αποκαλυπτικό, νοσηρό, πρωτόγονο, ανθρωποφαγικό για αγελαία ένστικτα μας, που δείχνει το δικό μας εσωτερικό ζηλόφθονο σκοτάδι, είναι με πόση ευκολία, μέσα σε δύο μόλις εβδομάδες, ετοιμαζόμαστε να κατασπαράξουμε αχόρταγα, εκείνο το 16χρονο κοριτσάκι με τα σκούρα μάτια και την ολοφώτεινη φωνή, που, το 1973, ηχογραφούσε, κατά τη διάρκεια της χούντας, κρυφά και γενναία, με τον Γιώργο Νταλάρα «18 Λιανοτράγουδα της Πικρής Πατρίδας» του Μίκη Θεοδωράκη. Την λεπτεπίλεπτη έφηβη, που στάθηκε μπροστά μας για να μας δώσει μουσική, χωρίς να μας φοβηθεί.
«… Θα πάμε κόντρα και όπου βγει στου χρόνου την καταστροφή, ότι αξίζει θα σωθεί…» – Η Άννα για τις κόντρες στο μυαλό και στην ψυχή
Είμαστε έτοιμοι να κατασπαράξουμε και την Βίσση, ως φτασμένη ερμηνεύτρια, που πήρε βραβεία, κάνει σόου, πουλάει τρελά και γνωρίζουμε κάθε λεπτομέρεια της ζωής της μέσα από τα ιλουστρασιόν εξώφυλλα των περιοδικών και την προσεκτική δική της άρνηση να ταΐσει με λεπτομέρειες το τέρας της περιέργειας των fans. Την ερμηνεύτρια των «Παραλύω», «Τρελαίνομαι», «Καταρρέω», που πέρασε σε τραγούδια όπως το κινητό τηλεφωνάκι μου –έναν ύμνο στην κινητή τηλεφωνία, που ήταν τότε στα σπάργανα- στο «γκάζι» που ξεχνιέται ανοιχτό, στα «αγάπη είναι η σκόνη στα παπούτσια που φοράς, τα κομμένα νύχια που πετάς…», στα σαντρέ μαλλιά και τα τραγούδια τα παλιά «τα ανοξείδωτα, που δεν σκουριάζουν με τίποτα» και «με άφησες μόνη σε ένα δωμάτιο, νεκρή να αναπνέω».
Μα, πάντα, ότι κι αν τραγουδούσε το κάνει επιτυχία. Δεν είναι λίγοι και οι συνάδελφοι της, όπως έκανε ο χαμένος πια απ αυτόν τον κόσμο, Λαυρέντης Μαχαιρίτσας, που αναφέρονται σ’ αυτήν υπονοώντας πως το ταλέντο της, το ένθεο χάρισμα της, το σπατάλησε σε εύκολα σουξέ και δεν θα αφήσει πίσω της, ίχνη μεγάλων τραγουδιών. Ποιος να ξέρει, αλήθεια; Ο χρόνος, μόνο, που η Άννα με τα μεγάλα μάτια και την ακόμα μεγαλύτερη φωνή, τον έχει κι αυτόν γοητεύσει ακόμα. Κι ας βρυχάται ο ψηφιακός και πανελίστικος όχλος, ακόμη και «Βαραββάν» εκκωφαντικά. Ίσως, στο τέλος, ο χρόνος να ακούει μόνο Βίσση!