Γιώργος Μαζωνάκης: Ανήκε, πάντοτε, στον ίδιο και στα όνειρα του
Η εκκεντρική περσόνα, η μεγάλη ευαισθησία, η ζωή του, τα media και εκείνος ο ακούσιος εγκλεισμός του στο Δρομοκαΐτειο και η πληγωτική υπόθεση ενός νεαρού.
Περιεχόμενα
- Ένα περασμένο, όχι παλιό καλοκαίρι
- «Θέλω να γυρίσω στα παλιά, θέλω την παλιά μου γειτονιά»
- «… Η φιλοσοφία μου — όλα να τα κάνω κι όλες τις ευθύνες μου τις αναλαμβάνω…»
- «… Δύσκολα φεγγάρια έκανα παζάρια λύπες και χαρές…»
- «… Ώρες μικρές στα σκοτεινά, του πόνου πιάνω τη συχνότητα…»
- «… Εγώ και ο σκύλος μου, ο μόνος φίλος μου, που όλα του τα εξηγώ… παιδί της νύχτας είμαι εγώ… χωρίς αγάπη είμαι εγώ…»
- «… Λείπει πάλι ο Θεός…»
Μπορεί να λυπόμαστε για τον χαμό ενός μεγάλου μακρινού σταρ όπως η Ντόλι Πάρτον ή ο Ντέιβιντ Μπόουι για παράδειγμα. Ή ίσως στενοχωριόμαστε λίγο για το τέλος κάποιου εγχώριου αγαπημένου καλλιτέχνη, που έφυγε σε πλήρη δόξα στην άκρη μιας μεγάλης ζωής. Πόσο όμως, μας αφήνει με την αίσθηση του απότομου, του άγρια βίαιου και του ασύλληπτα ημιτελούς, το τέλος, η οριστικότητα του ποτέ πια, η απολυτότητα της απουσίας ενός ανθρώπου οικείου, με την αίσθηση του «δικού μας», του κοντινού μας, του τόσο νέου και πυροτεχνηματικά ζωηρού.
Το «πέθανε ο Μαζωνάκης» μας βρήκε ανύποπτους, ειλικρινά ανυποψίαστους και για μια απ τις ελάχιστες φορές αθώους στην παντoγνωσία της όποιας προφητείας μας στα social media. Φυσικά και βρυχήθηκε η ψηφιακή αγέλη! «Τον φάγανε οι δικοί του» ή «οι δημοσιογράφοι με αυτά που γράφανε» και βρισιές, για τους δικούς του, τους δημοσιογράφους, ή και όλους τους άλλους εκτός απ’ αυτόν που κάνει το ποστ! «Φαγώθηκε από τις καταχρήσεις του» και καλυμμένα «ας πρόσεχε»! Και οι βιαστικές περιαυτολογικές αναρτήσεις, με φωτογραφίες μαζί του, ή αναφορές στο πόσο τους εκτιμούσε και οι πολιτικοί που θυμούνται τα λαϊκά προάστια της καταγωγής του! Δεν βαριέστε! Ο Γιώργος Μαζωνάκης είναι πια πέρα και ίσως πάνω, απ’ όλα αυτά! Έτσι όπως τον κρατούσε το κοινό, που πότε δεν ακολούθησε φήμες, μαρτυρίες, κατηγορίες εις βάρος του. Γιατί υπήρξε δικός τους, βάδισε στους ίδιους δρόμους αυτής της πόλης, στερήθηκε τα ίδια, γέλασε και χόρεψε και ερωτεύτηκε στα ίδια μέρη και με τους ίδιους πόθους και τους χάρισε τραγούδια για κέφια, μελαγχολίες, καψούρες, χωρισμούς, μελαγχολίες, παλιές γειτονιές και νοσταλγίες…
Ένα περασμένο, όχι παλιό καλοκαίρι
Ήταν αυτές οι αχνιστά καυτές, μεσαίες μέρες του Αυγούστου, που η πυρακτωμένη Αθήνα ερημώνει από τους κατοίκους της και γίνεται άντρο, ενθουσιασμένων από το μεταποκαλυπτικό couleur locale, τουριστών. Με την αργία του 15Αύγουστου να έχει οριακά ξεκινήσει, δημοσιογραφικοί οργανισμοί, τηλεοπτικοί σταθμοί, γενικά Μέσα και γραφεία ήταν, όπως πάντα, άδεια και όσοι έχουν φορτωθεί τις βάρδιες των άγιων στις παραλίες ημερών, βαριεστημένα γέμιζαν σελίδες για το «που θα γιορτάσει η κυβέρνηση της Παναγίας» και ποια σταρ «έριξε το διαδίκτυο» με τόπλες εμφάνιση της σε εξωτική θάλασσα. Κατά τα άλλα τίποτα δεν συμβαίνει και όπως αφόριζε ο μακαρίτης ο Ουμπέρτο Εκο «τον Αύγουστο δεν υπάρχουν ειδήσεις».
Και όμως! Στις 14 Αυγούστου του 2025 ο Γιώργος Μαζωνάκης, με περίπου 34 χρόνια καριέρας, αγαπητός, διαφορετικός, που δείχνει να μη παίρνει τα σταριλίκια σοβαρά και να αποδομεί την ίδια τη δική του εικόνα ως ίνδαλμα, γυρνούσε από το πρωινό του μπάνιο στο σπίτι του στην Άνω Βούλα. Γνωστή υπήρξε άλλωστε η ρουτίνα του και πως κολυμπούσε κάθε πρωί, χειμώνα και καλοκαίρι, γιατί για αυτόν η θάλασσα ήταν η «κάθαρση» του, όπως είχε πολλές φορές δηλώσει. Με το αλάτι και τα βρεγμένα του ρούχα, τον περίμενε περιπολικό της αστυνομίας με εισαγγελική εντολή, ύστερα από αίτημα συγγενών πρώτου και δεύτερου βαθμού, συγκεκριμένα της αδελφής και του πατέρας του, για να τον οδηγήσει σε δημόσια ψυχιατρική κλινική.
Τα λιγοστά εν ενεργεία πληκτρολόγια κήρυξαν βέβαια πυρ. Ο τραγουδιστής που έβαλε soundtrack στις ζωές μας, στα ξενύχτια, τους μεθυσμένους χωρισμούς, τις αρχές αβέβαιων ερώτων, την ξεχασμένη οδήγηση μας, τα γλέντια, μόλις έδινε το τέλειο τίτλο για τις μέρες, που τίποτα δε συμβαίνει και μάλιστα, ενώ οι κάμερες ήταν κατεβασμένες και οι τηλεοπτικές εκπομπές σιωπούσαν. Πριν καλά – καλά ο λαϊκός σταρ φτάσει στο Δρομοκαΐτειο, το όνομα του είχε δημοσιοποιηθεί. Ακόμη και αν δεν ήθελε βρέθηκε να βγάζει ανακοίνωση και να αναλαμβάνει τον δημόσιο χειρισμό της υπόθεσης ο δικηγόρος του. Ανάφερε δε, πως ο εγκλεισμός του ήταν βέβαια, εν αγνοία του και «άθλια μεθοδευμένος», πως δεν έπασχε από ψυχικό νόσημα και δεν θεωρούταν επικίνδυνος από το περιβάλλον. Τονίζονταν συγκεκριμένα η δικαστική διαμάχη και οι καταθέσεις μηνύσεων που σχεδίαζε, υπονοώντας ότι η κίνηση έγινε εν όψει αυτών. Ο ακούσιος εγκλεισμός του, συνέβη παραμονή Δεκαπενταύγουστου, πριν από αργία και Σαββατοκύριακο! Τα social media σύριξαν την ετυμηγορία τους με τις λέξεις σα πέτρες για λιθοβολισμό.
Όμως, πλακίτσες, χιουμοράκι και η συνήθης χωλή σε μια κοινωνία μας έχει ακόμη δρόμο μέχρι να αφαιρέσει το στίγμα γύρω από την ψυχική υγεία, περιορίστηκαν και περιθωριοποιήθηκαν νωρίς. Κυριάρχησε, εντυπωσιακά ώριμα, η αλληλεγγύη προς τον Μαζωνάκη και η διακριτικότητα για την οικογενειακή διαμάχη, με μια ανέλπιστη ευαισθησία, που δείχνει, απ τη μια ωριμότητα του μεγάλου κοινού και απ την άλλη το πόσο αγαπητός ήταν ο τραγουδιστής. Για τον Γιώργο Μαζωνάκη όμως, άσχετα απ’ την κοινή γνώμη και την κατανόηση της, ακολούθησαν 5 μέρες εγκλεισμού, στο παλαιότερο ψυχιατρικό ίδρυμα της Ελλάδας, Δρομοκαΐτειο Θεραπευτήριο Ψυχικών Παθήσεων.
«Θέλω να γυρίσω στα παλιά, θέλω την παλιά μου γειτονιά»
Με καταγωγή από τη Σητεία της Κρήτης, μεγάλωσε στη Νίκαια του Πειραιά. Ήταν εκείνα τα χρόνια, που τα παιδιά παίζανε ακόμα στους χωματόδρομους και πριν νυχτώσει βγαίνανε οι μανάδες και φωνάζανε προσκλητήριο, με τα ονόματα, που αν χρειαζόταν να ακουστούν πάνω από δυο φορές, άρχιζαν να έχουν τραβηγμένη τη λήγουσα, σε μια φωνητική επικείμενη επικινδυνότητα τιμωρίας. Υπήρχε η γειτονιά, όλοι γνωρίζονταν και είχε μπάλα, πετροπόλεμο, κάλαντα, γιορτές και γλέντια σε αυλές με κληματαριές. Και είχε και στο Πέραμα, την αγαπημένη γιαγιά του, θείες και ξαδέλφια. Χρόνια αργότερα, το Πέραμα, του προκαλεί συγκίνηση και η μνήμη της γιαγιάς του φέρνει δάκρυα. Ήταν εκεί, που του έκαναν όλα τα χατίρια γιατί, ήταν και ο τελευταίος Μαζωνάκης!
Δεν θα υπάρχει άλλος Γιώργος, ποτέ πια. Θα κάνει στο Πέραμα μάλιστα και μια ταινία μικρού μήκους, όταν θα ναι μεγάλος, τρανός, επιτυχημένος, ίνδαλμα για πολλούς. Και τα βράδια, όπου και να ναι, για να κοιμηθεί, να ηρεμεί, να νανουρίζεται παρηγορητικά θα φαντάζεται, πάντα, πως είναι και πάλι, εκεί, στο Πέραμα, στην αγκαλιά της γιαγιάς του, μικρός, χαϊδεμένος, αγαπημένος και παίζει. Ο Γιώργος Μαζωνάκης, τα έζησε όλα, με την ωραιότερη ανάμνηση των παιδικών χρόνων του, να τον κάνει, να τραγουδά, με μια δόση νοσταλγικής μελαγχολίας, το «Θέλω να γυρίσω στα παλιά, θέλω την παλιά μου γειτονιά», παρ’ ότι από πολύ μικρός ήξερε και το δήλωνε πως θα γίνει ηθοποιός ή τραγουδιστής και θα φύγει.

Στα 13 του, μπήκε κρυφά στο καμαρίνι της Μαρινέλλας, για να πάρει ένα πολύτιμο της αυτόγραφο και της δήλωσε «συνάδελφος»! Εκείνη εντυπωσιάστηκε και του έδωσε τη πολύχρωμη φωτογραφία της, περνώντας τη με λακ, μάλιστα από πάνω, για να μη ξεθωριάσει ο μαρκαδόρος. Οι γονείς του, εργάτες, και το ευρύτερο οικογενειακό περιβάλλον το ίδιο, που δεν έχουν σχέση με τίποτα καλλιτεχνικό, αλλά θεωρούν πολύ φυσικό για τον Γιώργο τους, το ότι θα ασχοληθεί με το θέατρο και το τραγούδι, μια μέρα. Και έτσι, θα βρεθεί σε θεατρικό σχήμα, που δίνει παραστάσεις στα σχολεία. Θα κάνει και μαθήματα φωνητικής στο Εθνικό Ωδείο. Μα εφηβεία, όμως, δε θα προλάβει να χαρεί! Από τα 15 του θα ξεκινήσει να δουλεύει και ήδη στην Α’ Λυκείου τραγουδούσε σε μαγαζί. Έξι νύχτες την εβδομάδα νύχτα και δουλειά και το πρωί, σχολείο. Αν και πιτσιρικάς έχει εκείνη τη χαρακτηριστική, βραχνή φωνή του και την ιδιαίτερη, ροκάδικη σχεδόν, σκηνική παρουσία, που τον κάνουν να ξεχωρίζει και να έχει συνεχώς προτάσεις. Άρχισε τις εμφανίσεις στην επαρχία. Και βουτάει, νέο αγόρι, σ’ εκείνη την εθιστική και αλλόκοτη ζωή αλλιώς, που περιγράφει ο Θάνος Αλεξανδρής στο «Αυτή η νύχτα μένει» πως «στη νύχτα νιώθαμε θιασώτες μιας παράστασης φαντασμαγορικής, μ’ έναν αόρατο σκηνοθέτη να δίνει το πρόσταγμα και οι θαμώνες, άνθρωποι της διπλανής πόρτας, να μεταμφιέζονται σε άρχοντες κόντρα στη χωματερή της άχαρης ζωής τους».
Ο Μαζωνάκης χρόνια αργότερα, θα πει, όμως, πως δεν διαχώριζε τη νύχτα από τη μέρα και πως και η μέρα έχει καταχρήσεις και πάθη πολύ χειρότερα. «Η καλή διαφορά της ημέρας από τη νύχτα είναι ότι όταν δουλεύεις βράδυ, βρίσκεις λιγότερη κίνηση στο δρόμο» αστειευόταν. Στην αρχή όμως, της πορείας του, θα βρεθεί, νύχτα, στη Πάτρα για δεκαπέντε μέρες και θα καθίσει τρία χρόνια. Οι εμφανίσεις του στην «Παριζιάνα» στην αχαϊκή πρωτεύουσα, θα μείνουν παροιμιώδης, με τους γλεντζέδες Πατρινούς να θυμούνται τις επικές νύχτες διασκέδασης με τον πιτσιρικά καλλιτέχνη, που έδινε σόου επικοινωνιακό στο πίστα και να το καυχιούνται πως ξεκίνησε από εκεί. Εκεί, που ένα βράδυ, του 1992 τον ανακάλυψε ο Νίκος Μουρατίδης και του έκλεισε συμβόλαιο με την Polygram, ενώ όταν αποχώρησε από την εταιρία έγινε manager του σχεδόν για όλη την δεκαετία του ’90. Και ο Μαζωνάκης αναδύεται ως πρώτο όνομα, με δική του ορχήστρα και σωρεία πλατινένιους δίσκους. Γίνεται superstar….
Διαβάστε επίσης
«… Η φιλοσοφία μου — όλα να τα κάνω κι όλες τις ευθύνες μου τις αναλαμβάνω…»
Στα 21 του χρόνια! Κυκλοφορεί τον πρώτο του δίσκος «Μεσάνυχτα και κάτι». Μπαίνει στις μεγάλες πίστες και εμφανίζεται στο περιβόητο τότε, Φως στην Πέτρου Ράλλη. Κάνει σουξέ πιο μετά με το «Με τα μάτια να το λες» και το «Μη μου ζητάς να αλλάξω γνώμη» το 1993. Όλοι προσέχουν τον νεαρούλη, που τραγουδάει στα μπουζούκια, με μπότες-φίδι, χαϊμαλιά, καπέλα, σε camo μιλιτέρ παντελόνια σαν έτοιμος για editorial μόδας στα διεθνή life style περιοδικά, που θριαμβεύουν τότε στο πλανήτη. Κάνει πάταγο και επιτυχία και αμέτρητα σουξέ. Κοινό στη Βουλγαρία, στην Τουρκία, στη Ρωσία. Το «Μου λείπεις» γινεται τεράστια επιτυχία, που; Στην Ιταλία με την τεράστια μουσική κουλτούρα, με τους Ιταλούς να το λατρεύουν, αφού ακούγεται στο διαφημιστικό γνωστού μοντέλου αυτοκινήτου. Επιτυχίες του τραγουδιούνται σε ξένα, κυρίως Βαλκάνια, τάλεντ σόου ως δοκιμασίες για τους συμμετέχοντες.
Στα 25 του ξενυχτάει, να διασκεδάζει, να «αλητεύει» όπως έχει παραδεχτεί, όπως και πως «δεν υπήρχε μεγαλύτερος clubber» από τον ίδιο. Αλλά αυτό ήταν μία περίοδος της ζωής του. Με τα χρόνια, ούτε αντέχει στη σκέψη του να βγαίνει κάθε μέρα. Μα η πορεία του, πολύ πριν, είχε πάρει πια πιο club-λαϊκή τροπή και το κοινό και τους θαυμαστές του τον αποκαλούν χαϊδευτικά Μαζώ, που θα το υιοθετήσει και ο ίδιος, βάζοντας το στα social media τους, στις συνεντεύξεις του και σε σλόγκαν. Όσο ζω Μαζώ, Ζω για Μαζώ, Όλα εδώ Μαζώ, ενώ στα social media κυκλοφορούν ευρέως hashtags όπως #ΌσοΖωΜάζω και #ΜάζωΦαινόμενο. Διαρκεί τρεις δεκαετίες αλλάζοντας εμφανισιακά στιλ, δοκιμάζοντας συνδυασμούς διαφορετικών και συχνά αντιθετικών μουσικών ειδών, κάνοντας τηλεόραση, μεγάλες συναυλίες, τεράστιες περιοδείες σε όλες τις ηπείρους.
Και είναι λαϊκός αλλά και ραπάρει για ένα Gucci φόρεμα! Βουρκώνει και κάνει ταινία το Πέραμα αλλά είναι και fashion icon, με αδυναμία στα παπούτσια και δη στα Louboutin. Ξεκινάει τη πρωτοβουλία «Μπουζούκι. Οι Ευαίσθητες Χορδές», για να αποκτήσει ξανά το μπουζούκι τη χαμένη του αίγλη αλλά αλλάζει το σκηνικό των αχνιστών μπουζουκιών, βάζοντας τους θαμώνες να κάθονται σε καναπέδες και το προσωπικό του μαγαζιού να φοράει ρούχα αλά Grand Hotel του 1940. Συμμετέχει στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου των Καννών καθώς πρωταγωνιστεί στην ταινία «Στον θρόνο του Ξέρξη» της Εύη Καλογηροπούλου, αλλά δημιουργεί και με την γνωστή σχεδιάστρια IIleana Makri από κοινού συλλογή κοσμημάτων. Ντύνεται όσο πιο σινιέ γίνεται, αλλά μαγειρεύει για τους αστέγους και κάνει συναυλίες για την ανακύκλωση! Αποδίδει φόρο τιμής στις κυρίες του λαϊκού τραγουδιού τραγουδώντας το Σ’ έχω κάνει Θεό, που είχε πρωτοπεί η Κατερίνα Στανίση, αλλά ξεσηκώνει και θόρυβο με τις εμφανίσεις του με φούστες και πλατφόρμες! Μιλάει για πίστη, στις μετρημένες του συνεντεύξεις, αλλά και στις συναυλίες του στο φανατικό του κοινό και δε πιστεύει στη τύχη. «Τύχη είναι εκεί, όπου δεν έχει υπογράψει ο Θεός» λέει, ενώ μότο ζωής είναι η φράση του Σωκράτη πως «το μόνο που ξέρω, είναι ότι δεν ξέρω τίποτα». Και αυτό, ακριβώς είναι που θεωρούσε την μαγεία της ζωής. Την αναζήτηση, την ίδια!

«… Δύσκολα φεγγάρια έκανα παζάρια λύπες και χαρές…»
Η επιτυχία, που πόθησε, τον βρήκε νωρίς. Έμαθε να ζει μαζί της, χωρίς να του ορίζει την ύπαρξη του. Είχε κόστος; Θυσίες; Ναι! Είναι πάντα μοναχός του, λέει συχνά. Ούτε ο έρωτας έχει παίξει κάνα ιδιαίτερο ρόλο στη ζωή του. Η μοναχικότητα υπήρξε για αυτόν στάση ζωής, μα όχι η μοναξιά, γιατί δε νιώθει μόνος. Παραδεχόταν πως είναι ντροπαλός άνθρωπος και πως ό,τι κι αν νομίζουν οι άλλοι, ήταν εντελώς έξω από εκείνον η έννοια της πρόκλησης.
Παρόλα αυτά, πάνω στη σκηνή, συχνά παρασυρόταν από τον καλλιτεχνικό του οίστρο. Σε ζωντανές εμφανίσεις του, το κοινό αιφνιδιάζοταν από κοστούμια σαν πιτζάμες και ρόμπες ύπνου, ή μιμήσεις σωματικών ανθρώπινων αναγκών ή από ερμηνείες που θυμίζουν κακαρίσματα ή από χειρονομίες, που, σε άλλους τόπους και στιγμές, θα ήταν οριακά προσβλητικές, αλλά όχι σε μια καλλιτεχνική δράση. Μα αυτά είναι, απ την άλλη, στοιχεία της μοναδικότητας του, της διάθεσης του να ιδωθεί αλλιώς η αυθεντία του στην υπερυψωμένη πίστα απ την οποία, άλλωστε, συχνά κατέβαινε και μπλέκονταν με τον κόσμο. Ήταν κάτι, σαν σκηνικά σοκ, που, συνήθως οδηγούσαν σε γλεντζέδικες παραφορές, ύστερα από δικές του πανηγυρικές ιαχές και καλέσματα, όπως για παράδειγμα «πιο ψηλά και δυνατά, από εμένα εδώ μέσα, ρε». Μα ήταν ο Μαζώ και όλα έμοιαζαν σ αυτόν από κανονικά έως χαριτωμένα!
Κι ας παραμένει η ζωή του στο μικροσκόπιο και οι φακοί που τον στοχεύουν να μην είναι μόνο τηλεοπτικοί και φωτογραφικοί, αλλά μεγεθυντικοί! Περιστατικά, με ακρότητες, λεπτομέρειες, τηλεφωνικές επιθέσεις σε μητέρες και οικογένειες, αποφεύγονται, όμως και αυτό είναι μια ανακουφιστική ένδειξη ενός, έστω και αργοπορημένου, τηλεοπτικού πολιτισμού. Μόνο, να, τον Ιούνιο του 2025, ο Μαζωνάκης διέκοψε ξαφνικά συναυλία του στο στάδιο Χαλκάνορα Ιδαλίου στη Λευκωσία, λόγω επεισοδίου ανάμεσα σε θεατές, που τον εκνεύρισαν τόσο, ώστε να αποκαλέσει τους υπαίτιους «ξεφτίλες» και «μάγκες» και να απείλησε πως διακόπτει την συναυλία. Αργότερα, σχολίασε πως «πέρασα υπέροχα. Έγινε κάτι; Γιατί να στεναχωρηθώ; Ήταν ένα μικρό ζήτημα… Οι άνθρωποι πρέπει να σέβονται ο ένας τον άλλον, αυτό μόνο. Έχω ζήσει τόσες θλίψεις που αυτό ήταν το λιγότερο». Και κάτι μας λέει πως πράγματι! Σιγά το δράμα για την ζωή του Γιώργου Μαζωνάκη!
«… Ώρες μικρές στα σκοτεινά, του πόνου πιάνω τη συχνότητα…»
Είχαν, παλιά γραφτεί πολλά, μα ο ίδιος ο Γιώργου Μαζωνάκης, όπως δεν φοβήθηκε την αλήθεια ποτέ του, την κατέθεσε στον Αντώνη Σρόιτερ, για την περίοδο της στρατιωτικής του θητείας. «Τις πρώτες εννέα ημέρες τις περνάω στο 414, στο ψυχιατρείο της Πεντέλης» είπε και πως «εγώ εκείνη την εποχή τους είχα πει ότι έχω μια μεγάλη αγοραφοβία… Αυτό που με τρόμαζε περισσότερο είναι το πώς θα αντιμετώπιζα τον εαυτό μου με ξένους ανθρώπους τριγύρω… Εκείνοι με έβαλαν εκεί μήπως και πάρω την αναβολή… Η ιστορία δεν είχε καλό τέλος, γιατί δεν πήρα την αναβολή και μπήκα στο στρατόπεδο… Πέρασα δύσκολα στο στρατό γιατί δεν είχαμε πιρούνια, ήμουν μέσα σε κάγκελα, είχα συγκεκριμένες ώρες επισκεπτηρίου, δεν ήταν η καλύτερη εμπειρία».
Το γεγονός, όμως, από τα μέσα αποδίδεται ως υπόθεση, με σεβασμό στην ατομική του εκδοχή, ενώ διευκρινίζεται, πως πρόκειται για προσωπική εξομολόγηση του ίδιου, όχι για ιατρική διάγνωση. Και αυτό – τα είπαμε- είναι κάτι! Και οι συγκρούσεις με την οικογένεια που λάτρευε και δεν το έκρυβε! Για πάνω από είκοσι χρόνια, συνεργαζόταν με μέλη της και διαχειρίζονταν τα οικονομικά και καθόριζαν την καθημερινότητα του κόσμου του έχοντας την απόλυτη εμπιστοσύνη του. Τον Μάιο του 2024 αποκαλύφθηκαν δικαστικές αντιπαράθεση, ασφαλιστικά μέτρα, αγωγές λογοδοσίας και εντυπωσιακές δηλώσεις εκείνου πως «όλα εδώ πληρώνονται. Η ζημιά μέσα μου είναι το λάβωμα της εμπιστοσύνης στους ανθρώπους που τους θεωρούσα δικούς μου»!
Τον Ιούνιο του 2024 στην Κατερίνα Καινούργιου δήλωσε πως δεν δημιούργησε εκείνος την κρίση, ούτε ήθελε να είναι υπόλογος και πως δεν περίμενε κάτι τέτοιο στα πενήντα του. Θεωρούσε ακόμη πως όλο αυτό είναι δοκιμασία από τον Θεό, πρόταση να μάθει να βάζει όρια, και ότι οι ελληνικές οικογένειες, είναι ευχή και κατάρα και πρέπει να μπορείς να ζεις με την αγάπη, όπως τη θέλει ο άλλος. Μα είναι τόσο κρίμα, που πια η οριστικότητα του «ποτέ πια» που δεν χωράει στον ανθρώπινο νου, δεν θα αφήσει περιθώρια σ όλα αυτά τα πρόσωπα τα άρρηκτα δεμένα από την ίδια τους την ύπαρξη, να συναντηθούν σε μια ειρήνη, ή να ελπίζουν πως θα υπάρξει. Ποτέ πια…

«… Εγώ και ο σκύλος μου, ο μόνος φίλος μου, που όλα του τα εξηγώ… παιδί της νύχτας είμαι εγώ… χωρίς αγάπη είμαι εγώ…»
Η τελευταία του χρονιά, όπως πικρά φάνηκε, είχε κι άλλα οδυνηρά και σκοτεινά μέτωπα για τον Γιώργο Μαζωνάκη. Εχασε την αγαπημένο του συντροφο, την σνάουτσερ σκυλίτσα του, την Αρίθα, που είχε υιοθετήσει ως αδέσποτο μετά τις καταστροφικές πυρκαγιές στην Ανατολική Αττική. Αχώριστοι οι δυο τους για επτά ολόκληρα χρόνια, μοιράστηκαν μόνο αγάπη χωρίς ανταλλάγματα ή δεύτερες σκέψεις! Στη διασκευή του τραγουδιού του «Παιδί της νύχτας» που επανεκτέλεσε μαζί με τον APON, σε έναν από τους στίχους ακούγεται να λέει πως «εγώ κι ο σκύλος μου, η Αρίθα, ο μόνος φίλος μου, που όλα του τα εξηγώ». Και τελικά, εκείνη η Αρίθα του, χάθηκε τον Σεπτέμβριο του 2025 χτυπημένη από επιπλοκές του διαβήτη, συντρίβοντας τον, όπως παραδέχτηκε. Αυτός ο θάνατος, είχε πει του στέρησε τη «μεγαλύτερη αγάπη της ζωής του»!
Μα η ψυχή του δεν προλαβαίνει να σταθεί ξανά σε όποια γαλήνη. Μια καταγγελία σεξουαλικής παρενόχλησης από νεαρό τραγουδιστή, που είχε συνεργαστεί μαζί του. Πρώτα φήμες, μετά αναλύσεις χωρίς ονόματα και τέλος όλα σε μια δημοσιότητα αδηφάγα, που έπεσε στον τοίχο της αγάπης του μεγάλου κοινού και της τρυφερότητας, της στοργής του για αυτόν! Οι εκπομπές που φιλοξενούν τον νεαρό τραγουδιστή καταβαραθρώνονται σε νούμερα τηλεθέασης και οι συντελεστές τους γίνονται στόχος ανελέητης, τρομακτικά άγριας κριτικής στα social media, ενώ ο ίδιος δέχεται ωκεανούς ψηφιακού hate. Ο Γιώργος Μαζωνάκης κάνει πρεμιέρα στο Fever και ο κόσμος σχηματίζει ουρές στην στη Λεωφόρο Συγγρού, περιμένοντας υπομονετικά για να μπει σε ένα ασφυκτικά γεμάτο και κατάμεστο μαγαζί, καταγράφοντας ιστορικό ρεκόρ προσέλευσης. Ο Γιώργος Μαζωνάκης, συγκινημένος με αυτή την δήλωση στην πραγματικότητα αγάπης και στήριξης του, βγαίνει στη λεωφόρο και κερνά σφηνάκια τους εκατοντάδες θαυμαστές του, που περίμεναν υπομονετικά για να τον αποθεώσουν.
«… Λείπει πάλι ο Θεός…»
«Στις 9/9/2026 και ώρα 16:45 το απόγευμα προσεκομίσθη με ασθενοφόρο του ΕΚΑΒ, χωρίς αυτόματη αναπνοή και χωρίς σφυγμό, ο Γεώργιος Μαζωνάκης γεννηθείς το 1972. Διενεργήθηκε καρδιοπνευμονική αναζωογόνηση βάσει πρωτοκόλλου χωρίς επιτυχή έκβαση. Επίσημη ώρα θανάτου 17:40. Η Διοίκηση και το προσωπικό του νοσοκομείου εκφράζουν τα ειλικρινή τους συλλυπητήρια στην οικογένεια και στους οικείους του εκλιπόντος». Αυτό ήταν το ιατρικό ανακοινωθέν του νοσοκομείου «Ελπίς». Δίπλα στο όνομα Γιώργος Μαζωνάκης, πια, θα γράφεται όπως συνηθίζεται και κάποτε σε παρένθεση 4 Μαρτίου 1972 – 9 Σεπτεμβρίου 2026! Και αυτή η παύλα εκεί, ανάμεσα σε αρχή και τέλος, χωράει τα γέλια, τα αγγίγματα, το παιδί που έπαιζε στα δρομάκια στο Πέραμα, τις αγάπες, τις διαψεύσεις, τις ματαιώσεις, τις προσδοκίες, το πρώτο ερωτικό ραντεβού, την κούραση, τον φόβο του τέλους. Δεν χωράει την ζωή του Γιώργου Μαζωνάκη!