Esther Sarphatie: «Να παθιάζεσαι μ’ αυτά που έχεις στο μυαλό σου»

Esther Sarphatie: «Να παθιάζεσαι μ’ αυτά που έχεις στο μυαλό σου»

Η Έστερ Σαρφατί, η όμορφη TV chef, είναι υπόδειγμα οικοδέσποινας: μαγειρεύει ονειρικά, παίζει την τάξη του σπιτιού στα δάχτυλά της, είναι μια στοργική μητέρα, κρατάει σε τέλεια φόρμα το σώμα της και βγάζει καθημερινά τον σκύλο, τον Τσάρλι Μπράουν, βόλτα.

Cover photo: Vangelis Kyris Η Esther φοράει DTales Consept Store 

Όταν το 2009 είδα την εξαιρετική ταινία «Τζούλι και Τζούλια», γύρω από το πάθος δύο γυναικών για την μαγειρική, στην οποία κάθε σκηνή συνοδευόταν από μια μοσχοβολιά καλοψημένου φαγητού, ένιωσα μια απέραντη επιθυμία να καταδυθώ στον αχνιστό κόσμο της κουζίνας ευθύς αμέσως. Κάπως έτσι ένιωσα και κατά την διάρκεια της συνομιλίας μας με την Έστερ Σαρφατί.

«Έχω ρίξει τους τοίχους σε αυτό το σπίτι. Οι τοίχοι δεν βοηθάνε, οι τοίχοι είναι εμπόδια. Οπότε τους έδιωξα» μου λέει απαντώντας μου στο υμνητικό σχόλιό μου για τον όμορφο χώρο στον οποίο κατοικεί. «Κάθε μέρα μου είναι διαφορετική» συνεχίζει. «Για αυτό με κρατάει και η Ελλάδα, γιατί στερείται τη ρουτίνα της καθημερινότητας. Το πρωί ξυπνάω στις 7 γιατί έχω τον γιο μου, Κίμωνα, και παρόλο που είναι 16 ετών μου αρέσει να τον φροντίζω και να φτιάχνω το πρωινό του σαν γνήσια Ελληνίδα μητέρα. Εν τω μεταξύ ελέγχω τα emails μου, σκέφτομαι για συνταγές, πάντα ψάχνω. Σκέφτομαι να ξεκινήσω μια νέα επιχείρηση γύρω από το φαγητό, οπότε είμαι σε διαδικασία ψαξίματος.Μου αρέσει το καινούργιο, η επαφή με τον κόσμο αλλά όχι σε στατικό επίπεδο. Θα ήθελα ιδανικά να υπάρχει εναλλαγή και κίνηση.

Γύρω στις εννιά, έχω τελειώσει με την μελέτη μου και αρχίζω το σπίτι. Σίγουρα ένα δίωρο. Μετά αρχίζουν τα ραντεβού. Αυτή την εποχή κάνω πολλά ραντεβού αλλά στην επειδή στην Ελλάδα λέγονται πολλά και γίνονται τα μισά ή λέγεται κάτι και μετά μέχρι να πραγματοποιηθεί πρέπει να ακολουθήσουν πολλά follow ups, ή τη μία κάποιος είναι άρρωστος την άλλη ξέρω ‘γω τι, τελικά αργούν να πάρουν μπροστά τα πράγματα. Βέβαια, έχει και το καλό του αυτό, μαθαίνεις να σκέφτεσαι όπως ένας ντετέκτιβ, να ψάχνεις, να βγάζεις άκρη μόνος σου. Τίποτα δεν είναι ντε φάκτο, πρέπει να κάνω προσωπική έρευνα στο Google μετά από κάθε πρόταση για δουλειά, γιατί υπάρχει περίπτωση να μην ισχύει τίποτα απ’ όσα έχω ακούσει. Δεν είναι, όπως για παράδειγμα στην Ολλανδία, που σε γνωρίζω, μου δίνεις την επαγγελματική σου κάρτα, συναντιόμαστε και μιλάμε για δουλειά και that’s it» σχολιάζει την Ελληνική πραγματικότητα με τα μάτια ενός ξένου που έχει επιλέξει την Ελλάδα. Η γνώμη της μετράει αλλιώς.

«Κάθε μέρα προσπαθώ να ασκηθώ. Τώρα πηγαίνω κάθε βράδυ στο γυμναστήριο και κάνω χορό και τις πρωινές ώρες κάνω γιόγκα. Μέχρι πρόσφατα έκανα στύλο και kalistheniks. Στη συνέχεια της ημέρας έρχεται το αγαπημένο μου κομμάτι, η μαγειρική, με την οποία καταπιάνομαι για δύο ώρες περίπου, μαγειρεύω φουλ φαγητό. Σήμερα ας πούμε είχα κάνει μπιφτέκια κοτόπουλου με διάφορα αρωματικά, τα αρωματικά είναι ένα θέμα που το ψάχνω πάρα πολύ τελευταία. Τα συνόδευσα με μια σαλάτα από κινόα, φασολάκια μαυρομάτικα, ψητό κουνουπίδι στο φούρνο με κόκκινη πιπεριά, σκόρδο, κρεμμύδι, κουρκουμά, τζίντζερ» μου μιλάει για τα συστατικά του φαγητού όπως ένας καλλιτέχνης θα μιλούσε για τα υλικά του. Της αρέσει πολύ αυτό που κάνει. Πάρα πολύ.

Ασχολούμαι με το γιο μου και με πέντε φίλους

«Αυτό που θα δήλωνα για μένα, η ταυτότητά μου; Η ζωή μου είναι γεύσεις. Νιώθω ασφάλεια όταν ασχολούμαι με τις γεύσεις, νιώθω έμπνευση. Ό,τι μπορεί να περιλαμβάνει η διαδικασία της ενασχόλησης με τη γεύση, από το να ψάχνω καινούργιες γεύσεις ή να ψάχνω τι κάνουν άλλοι μάγειρες, να δημιουργώ νέους συνδυασμούς, να ταΐζω κόσμο. Μέσα από τη γεύση μου δίνεται η δυνατότητα με τον δικό μου τρόπο, να κάνω τους άλλους ευτυχισμένους. Κι έτσι είμαι ευτυχισμένη κι εγώ. Βέβαια, πολλές φορές μαγειρεύω πράγματα και μου λένε “τι περίεργο τώρα είναι αυτό;” γιατί ρισκάρω με τις γεύσεις και τολμώ. Μου αρέσει πολύ αυτό. Είναι όπως όταν γράφεις ένα βιβλίο και εσύ που το γράφεις πας την ιστορία όπου θέλεις, δεν υπάρχουν κανόνες, έτσι και με την μαγειρική. Βέβαια, σέβομαι πάρα πολύ κάποιες κλασικές αξίες της μαγειρικής. Δεν θα αναμείξω για παράδειγμα κίουι με κρέας και σοκολάτα, όχι. Δεν χρειάζεται να το παίζω ότι και καλά ανακάλυψα κάτι τρομερό, μια γεύση αλλιώτικη. Δεν θέλω να παίζω τίποτα. Θέλω να κάνω τους αγαπημένους μου και τον κόσμο ευτυχισμένο, κι αυτή είναι η μεγαλύτερή μου ικανοποίηση» δηλώνει η Έστερ, αποδεικνύοντας ότι την ισορροπία που αναζητά στη γεύση, την αναζητά και για την ίδια.

«Ξεκίνησα με εκπομπές μαγειρικής στην τηλεόραση. Στο «Νηστικό Αρκούδι» στην ΕΡΤ, το 2007 έως το 2008 και μετά στο Star πρωινή εκπομπή καθημερινή, από το 2008 έως το 2010, για τις νοικοκυρές και τους στρατιώτες. Δύο τελείως διαφορετικές σχολές, έμαθα διαφορετικά πράγματα από την κάθε μία εκπομπή. Από τη μία η κρατική τηλεόραση και από την άλλη η εμπορική τηλεόραση, στην οποία όφειλα να είμαι μες την τρελή χαρά, τακούνια, μακιγιάζ. Βέβαια, κι εκεί έβαλα την προσωπική μου σφραγίδα, όταν τους ζήτησα να κάνω ταξίδια το σαββατοκύριακο για να έχουμε ένθετα, κι εκεί ήμουν ο εαυτός μου. Χωρίς μέικ απ, με ρούχα που ήθελα εγώ, σε επαφή με τον κόσμο. Κι αυτή ήταν η μεγαλύτερή μου χαρά. Γιατί όταν είσαι στο στούντιο, βλέπεις μόνο τις κάμερες και το team με το οποίο δουλεύεις, αλλά δεν έχεις επαφή με τους τηλεθεατές. Κι ακόμα σήμερα, όταν μου μιλάνε στο δρόμο ή με σταματάνε και με ρωτάνε διάφορα πράγματα, χαίρομαι πάρα πολύ, μου αρέσει να μου μιλάνε για τη δουλειά μου.

Πάντα ο κόσμος με συμπαθούσε και μάλιστα πολλές γυναίκες μεγαλύτερης ηλικίας. Αυτό μου έκανε πάντα εντύπωση. Αλλά δεν είμαι Ελληνίδα, αυτό είναι κάτι που δεν μπορώ να αλλάξω και έχει σταθεί κάποιες φορές εμπόδιο στη δουλειά μου»

«Είμαι σαν την Ναϊτζέλα Λόσον χωρίς τις πληθωρικές καμπύλες»

Είμαι TV chef, αυτή είναι η δουλειά μου. Δεν είμαι επαγγελματίας μάγειρας». Είσαι δηλαδή, η Ναϊτζέλα Λόσον της Ελλάδας της λέω. «Είμαι η Ναϊτζέλα Λόσον χωρίς τις πληθωρικές καμπύλες. Είναι πάρα πολύ διαβασμένη, έχει έναν μοναδικό τρόπο που χρησιμοποιεί τη γλώσσα, ο τρόπος που παίζει το κοινό. Είναι κυρία, γεννήθηκε ενήλικη. Στην αρχή την έβλεπα φανατικά, στην πορεία λίγο βαρέθηκα γιατί ένιωσα ότι δεν εξελίχθηκε. Ενώ ο Τζέιμι Όλιβερ αντίθετα, εξελίσσεται συνεχώς. Τελευταία παρακολουθώ την Ρέιτσελ Κου, πολύ νέα και κάνει ότι θέλει και έχει ένα ύφος «έτσι το κάνω εγώ, είτε σας αρέσει, είτε όχι, σκασίλα μου». Είναι περίεργο που το βλέπεις αυτό σε μια γυναίκα αλλά από την άλλη το υποστηρίζει και όλοι την γουστάρουν». 

Η Έστερ αγαπάει την μεσογειακή διατροφή, όχι μόνο για τις γεύσεις της αλλά και για το εύρος της.

«Χαίρομαι που σήμερα μαθαίνουμε να εκμεταλλευόμαστε όλα τα καλά της γης της Ελλάδας κι όχι μόνο ρίγανη, θυμάρι και δενδρολίβανο. Η μεσογειακή διατροφή έχει μεγάλο εύρος και φοβερές δυνατότητες. Ευτυχώς οι νέοι άνθρωποι ασχολούνται περισσότερο και ενημερώνονται και το ψάχνουν. Βέβαια, γνωρίζω περισσότερους άντρες οι οποίοι μαγειρεύουν και λιγότερες γυναίκες. Η σημερινή γυναίκα βρίσκει διάφορες δικαιολογίες, δεν προλαβαίνει, δεν ξέρει, δεν πιστεύει ότι θα τα καταφέρει. Μου κάνει εντύπωση».

Είναι θέμα ταλέντου της λέω. «Δεν νομίζω» μου απαντάει. «Ξέρεις πιο είναι το πιο σημαντικό με την μαγειρική; Πρώτα από όλα να έχεις λίγη όρεξη. Ένα κουταλάκι όρεξη αρκεί. Μετά θέλει οργάνωση. Βλέπεις για παράδειγμα τον Τζέιμι και τι ωραία που μαγειρεύει αβγά με αβοκάντο και σολομό και σκέφτεσαι ότι δεν έχεις τίποτα από αυτά στο σπίτι, το αβοκάντο δύσκολα το αγοράζεις γιατί αργεί να ωριμάσει, όταν το έχεις αγοράσει μπορεί να έχεις ξεχάσει τη συνταγή που είδες και μετά πάλι θα αναρωτιέσαι τι να μαγειρέψεις. Θέλει οργάνωση. Σημειώσεις, φωτογραφίες, αγορά πρώτων υλών από πολλές πηγές και εβδομαδιαίο πρόγραμμα. Επίσης, είναι θέμα συνήθειας. Όσο πιο πολύ καταπιάνεσαι με κάτι τόσο το κάνεις δικό σου. Αν μαγειρεύεις μια φορά την εβδομάδα για παράδειγμα, δεν θα είσαι ποτέ σε μαγειρική φόρμα. Είναι το ίδιο με την γυμναστική».

Με εντυπωσιάζει. Πότε τα έμαθε όλα αυτά και τα κατέκτησε κιόλας;

«Ασχολούμαι από μικρή. Από τα 13 μου περίπου. Γιατί η μαμά μου δούλευε και δεν μου άρεσε και πολύ η μαγειρική της. Είναι Γερμανίδα και η γερμανική κουζίνα έχει πολύ κρέας, από την άλλη η Ολλανδική κουζίνα είναι χάλια. Δεν έχει κανένα ενδιαφέρον, είναι νερόβραστες πατάτες, νερόβραστα λαχανικά, ένα κρέας στο τηγάνι με πολύ βούτυρο. Οπότε, αυτά που τρώγαμε στο σπίτι δεν μου πολυάρεσαν, αλλά επειδή είχαμε συγγενείς σε όλο τον κόσμο και ταξιδεύαμε, έπαιρνα από παντού αρωματικά και μπαχαρικά και άρχισα να κάνω δοκιμές στην κουζίνα.

Είμαι γεμάτη ανασφάλειες και στην κουζίνα νιώθω safe, παρόλο που κάποιος που δεν με ξέρει πιστεύει ενδεχομένως το αντίθετο, ειδικά με την δουλειά που κάνω, μπροστά στις κάμερες».

Μια νέα εκπομπή στα σκαριά κι ένας τίτλος Μις Χαλκιδική από το παρελθόν

«Υπάρχει μια νέα συνεργασία με κάποιο τηλεοπτικό κανάλι για μια εκπομπή, αλλά πρώτα πρέπει να βρεθούν τα χρήματα. Το κόνσεπτ όμως έχει ενδιαφέρον και μπορώ να το μοιραστώ.

Όταν άρχισε η κρίση και όλοι με ρώταγαν γιατί δεν φεύγεις, τι κάθεσαι και κάνεις εδώ, έπιασα τον εαυτό μου, να επαναλαμβάνεται και να λέει το ίδιο “μα, αγαπάω την Ελλάδα” και εκνευριζόμουν που μιλούσα έτσι. Κι άρχισα να λέω ότι δεν είναι πάντα η λύση στο να φύγεις. Να φύγεις με έναν σκοπό ναι. Να φύγεις επειδή το σκας όμως, είναι ένα σενάριο αποτυχίας. Κι έτσι σκέφτηκα ότι θα κάνω μια εκπομπή και θα βρω κι άλλους ξένους, οι οποίοι είναι εδώ γιατί γουστάρουν και έχουν φτιάξει μια πολύ ωραία ζωή. Έκανα ένα πιλοτικό επεισόδιο στα Κύθηρα, όπου συνάντησα καταπληκτικούς ξένους, είναι τόσο χαρούμενο επεισόδιο. Κυκλοφορώ με το ποδήλατο γιατί είμαι Ολλανδέζα και συναντάω διάφορους τοπικούς παραγωγούς, έμαθα να φτιάχνω παξιμάδια Κυθήρων. Είναι μια όμορφη προώθηση της χώρας και των ντόπιων προϊόντων, τα οποία είναι εξαιρετικά». 

Όση ώρα μου μιλάει, μία ερώτηση έχει καρφωθεί στο μυαλό μου. Πως βρέθηκε εδώ.

«Είχα έρθει διακοπές στα 16 μου, ένα καλοκαίρι με τη μαμά μου, στην Σκιάθο, και μου άρεσε τόσο πολύ που της ζήτησα να ξαναέρθουμε την επόμενη χρονιά αλλά επειδή αργήσαμε να κλείσουμε εγκαίρως, πήγαμε στην Χαλκιδική, γιατί εκεί βρήκε. Θυμάμαι ότι αρχικά δεν μου άρεσε ιδιαίτερα, γιατί δεν ήταν νησί αλλά τελικά αποδείχθηκαν καταπληκτικές διακοπές. Είχα φέρει ένα βιβλίο 500 κάτι σελίδων και δεν διάβασα πάνω από την σελίδα 3 ποτέ, γιατί κάθε φορά ερχόταν και κάποιος να μας προσφέρει κάτι, μια μπύρα, ένα τσάι, κάτι. Την δεύτερη μόλις μέρα ήρθε ο γιος της διευθύντριας του ξενοδοχείου και λέει “θα κάνουμε έναν διαγωνισμό Μις Χαλκιδική” και με ρωτάει αν θα ήθελα να πάρω μέρος. Το θυμάμαι σαν σήμερα που κοίταξα την μητέρα μου με απορία και αυτή αμέσως μου είπε “δεν σε ξέρει και κανένας εδώ. Θέλεις παιδί μου; Να περάσεις και λίγο καλά γιατί βλέπω ότι βαριέσαι”. Είπα οκέι και χωρίς να το καταλάβω βρέθηκα ανάμεσα σε πρόβες και σε έναν ανταγωνισμό από τα άλλα κορίτσια, που ήταν από όλο τον κόσμο. Λέω μέσα μου “oh my God, αυτό είναι πολύ σοβαρό”. Τρεις μέρες αργότερα ήρθε η μεγάλη βραδιά και κερδίζω τον πρώτο τίτλο, έγινα δηλαδή Μις Χαλκιδική, ποιος να το φανταζόταν αυτό. Κέρδισα ένα χρηματικό ποσό, ημερήσια ταξίδια στο Άγιο Όρος, στη Θεσσαλονίκη, στη Θάσο και μία γούνα. Και τρελή δημοσιότητα. Ξαφνικά έγινα γνωστή, έρχονταν όλοι να μας καλέσουν με τη μαμά μου στα μπουζούκια, σε γεύματα, σε σκάφη. Συνεντεύξεις στις τοπικές εφημερίδες. Ήμασταν σαν movie stars. Τι γέλιο» περιγράφει ένα τόσο ευχάριστο και τόσο σημαντικό ταυτόχρονα γεγονός για την μετέπειτα πορεία της ζωής της.

«Έτσι γνώρισα πολλούς Έλληνες και ανταλλάξαμε επισκέψεις Ελλάδα-Ολλανδία. Ήρθα κι άλλα καλοκαίρια κι έτσι σιγά σιγά πάτησα πόδι και κάποια στιγμή είπα να μείνω λίγο να δω πως είναι και ακόμα εδώ είμαι. Αυτό που ακόμα και σήμερα μου κάνει εντύπωση στην Ελλάδα είναι η ηρωική της προσπάθεια. Στην Ολλανδία η ζωή είναι τακτοποιημένη, εντελώς οργανωμένη, όλα βρίσκονται κάτω από μία με μεγάλη ομπρέλα και η οποιαδήποτε ατομική προσπάθεια είναι άκυρη. Τίποτα έντονο δεν υπάρχει, όπως και η ίδια η χώρα είναι φλατ, έτσι κι ο κόσμος είναι φλατ. Δεν υπάρχει ούτε πάνω, ούτε κάτω, εδώ υπάρχει μόνο πάνω και κάτω αλλά αν κάποιος ζει λίγο στον κόσμο του και δεν τον επηρεάζει αυτό το πάνω-κάτω, περνάει ωραία» καταλήγει δίνοντας εμμέσως πλην σαφώς μια συμβουλή όμορφης επιβίωσης. Να είσαι ελαφρώς στον κόσμο σου. Να παθιάζεσαι με αυτά που έχεις στο μυαλό σου, δηλαδή.

Σχετικά άρθρα