Φιλότιμο
Φιλότιμο, Filotimo. Χρειάζεται ξανά.
φιλότιμο
- αξιοπρέπεια, τιμή, περηφάνια, καλώς εννοούμενος εγωισμός, το χαρακτηριστικό εκείνου που είναι συχνά υπέρ το δέον συνεπής προς τις υποχρεώσεις του, που πρόθυμα εκτελεί τα καθήκοντά του, με ευσυνειδησία, εκείνου που δεν θέλει να δίνει δικαιώματα να θιγεί η τιμή και η υπόληψή του {αυτός που αγαπά δηλαδή είναι φίλος με την τιμή, με τις αξίες του, με την τιμιότητα του άρα προσπαθεί να είναι συνεπής με την τιμή του με ότι τιμά…}
Συνώνυμα
- (αυτοσεβασμός)
- (ευθιξία)
- φιλοτιμία
Αντώνυμα
- αναισθησία
- αφιλοτιμία
πηγή Wiki