Ρεμπέτες, μάγκισσες & καλιαρντά: 10 πράγματα που πρέπει να ξέρεις για τον Ηλία Πετρόπουλο

Ρεμπέτες, μάγκισσες & καλιαρντά: 10 πράγματα που πρέπει να ξέρεις για τον Ηλία Πετρόπουλο

Ο Ηλίας Πετρόπουλος απέδειξε ότι η λαογραφία δεν είναι μόνο φουστανέλες, δημοτικά τραγούδια και εθνικό φρόνημα. Σαν σήμερα θα έκλεινε τα 98.

Σαν σήμερα, στις 26 Ιουνίου 1928 γεννήθηκε ο Ηλίας Πετρόπουλος.

Δες περισσότερα άρθρα μας στις αναζητήσεις
Πρόσθεσε το ΚΛΙΚ στη Google

Λαογράφος, ποιητής, πεζογράφος, γλωσσολόγος, φωτογράφος, μεταφραστής, ερευνητής του ρεμπέτικου, μελετητής του Καραγκιόζη, της γελοιογραφίας και της λαϊκής κουλτούρας, ο Πετρόπουλος αφιέρωσε τη ζωή του στην καταγραφή μιας Ελλάδας που βρισκόταν έξω από τα σχολικά βιβλία. Για κάποιους ήταν προκλητικός. Για άλλους ιδιοφυΐα. Για όλους, όμως, υπήρξε μοναδικός.

Με αφορμή τα γενέθλιά του, θυμόμαστε δέκα πράγματα που αποδεικνύουν γιατί εξακολουθεί να αποτελεί μία από τις πιο επιδραστικές και αμφιλεγόμενες μορφές των ελληνικών γραμμάτων.

1. Ήταν ο πρώτος που πήρε στα σοβαρά το «περιθώριο»

Η ζωή του άλλαξε δραματικά το 1944, όταν ο πατέρας του σκοτώθηκε κατά τη διάρκεια της Κατοχής. Αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το σχολείο και να εργαστεί, όμως την ίδια περίοδο γνώρισε έναν κόσμο που έμελλε να καθορίσει όλο το έργο του. Τα μάγκικα στέκια, οι τεκέδες και οι ανθρώπους που ζούσαν στο κοινωνικό περιθώριο έγιναν η νέα του οικογένεια.

Εκεί όπου άλλοι έβλεπαν παραβατικότητα ή κοινωνική εξαθλίωση, ο Πετρόπουλος έβλεπε… ποπ κουλτούρα! Κατέγραψε τις ζωές των ρεμπετών, των φυλακισμένων, των μικροκακοποιών, των εκδιδόμενων γυναικών, των ομοφυλόφιλων, των καταδιωκόμενων και κάθε ανθρώπου που έμενε εκτός του επίσημου αφηγήματος. Οι άνθρωποι αυτοί έγιναν αντικείμενο της έρευνάς του και οι πρωταγωνιστές των βιβλίων του.

2. «Λαογραφία του άστεως»

Αντί να αναζητά τον λαϊκό πολιτισμό αποκλειστικά στην ύπαιθρο, τον εντόπιζε στις γειτονιές των πόλεων, στις συνήθειες, στη γλώσσα και στις καθημερινές πρακτικές των απλών ανθρώπων.

Έγραψε για τα ρεμπέτικα, το χασίς, τα μπουρδέλα, τον τούρκικο καφέ, τον Καραγκιόζη, τις φυλακές, τα νεκροταφεία, τα μουστάκια, τις φουστανέλες (έλεγε πως είναι αλβανικό ένδυμα), ακόμη και για την ιστορία της καπότας. Εκ πρώτης όψεως τα θέματα μοιάζουν ασύνδετα. Στην πραγματικότητα, αποτελούν κομμάτια του ίδιου παζλ, μιας προσπάθειας να καταγραφεί η καθημερινότητα χωρίς εξιδανικεύσεις και χωρίς ηθικολογίες.

Το έργο του λειτουργεί σήμερα ως πολύτιμο αρχείο για την ελληνική λαϊκή υποκουλτούρα, τις γλωσσικές της ιδιαιτερότητες και τις κοινωνικές της δομές.

3. Το ρεμπέτικο

Το 1968 κυκλοφόρησε τα «Ρεμπέτικα Τραγούδια», ένα βιβλίο-σταθμός που άλλαξε τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπιζόταν το είδος. Μέχρι τότε, οι ρεμπέτες θεωρούνταν από πολλούς άνθρωποι του «υποκόσμου». Ο Πετρόπουλος ήταν από τους πρώτους που αντιμετώπισε το ρεμπέτικο ως ένα ολοκληρωμένο κοινωνικό και πολιτισμικό φαινόμενο, με τη δική του ιστορία, γλώσσα και αισθητική.

Το βιβλίο συγκέντρωνε περισσότερα από 1.500 τραγούδια και αποτέλεσε θεμέλιο λίθο για τη μετέπειτα έρευνα γύρω από το ρεμπέτικο. Ωστόσο, η τολμηρή θεματολογία του οδήγησε τον συγγραφέα στα δικαστήρια και τελικά στη φυλακή.

4. Τα «Καλιαρντά»

Αν τα «Ρεμπέτικα Τραγούδια» προκάλεσαν αίσθηση, τα «Καλιαρντά», το 1971 προκάλεσαν σοκ. Ο Πετρόπουλος κατέγραψε για πρώτη φορά συστηματικά την ιδιαίτερη αργκό που χρησιμοποιούσε μεγάλο μέρος της γκέι κοινότητας στην Ελλάδα, δημιουργώντας ένα έργο τεράστιας γλωσσολογικής και κοινωνικής σημασίας.

Σε μια βαθιά συντηρητική εποχή, η έκδοση αντιμετωπίστηκε ως πρόκληση και έγινε ακόμη μία αφορμή για δικαστικές περιπέτειες. Σήμερα θεωρείται ένα από τα σημαντικότερα λεξικογραφικά έργα για τη νεότερη ελληνική γλώσσα.

Συνολικά, μέσα σε περίπου τέσσερις δεκαετίες συγγραφικής παρουσίας, ο Πετρόπουλος δημοσίευσε περίπου 80 βιβλία και περισσότερα από χίλια άρθρα. Παράλληλα άφησε πίσω του ένα τεράστιο ανέκδοτο λεξικογραφικό έργο, μεγάλο μέρος του οποίου δεν έχει ακόμη εκδοθεί. Στη βιβλιογραφία του ξεχωρίζουν, εκτός από τα «Ρεμπέτικα Τραγούδια» και τα «Καλιαρντά», έργα όπως «Ο τούρκικος καφές εν Ελλάδι», «Το μπουρδέλο», «Θεσσαλονίκη, η μνήμη μιας πόλης» και, αργότερα, ο προκλητικός «Κουραδοκόφτης».

5. Με όσους αράζω έχουν όλοι δικαστήρια

Η σύγκρουσή του με τις αρχές ήταν σχεδόν μόνιμη κατάσταση. Βιβλία του κατασχέθηκαν, χαρακτηρίστηκαν άσεμνα και ο ίδιος βρέθηκε πολλές φορές ενώπιον της Δικαιοσύνης. Για τον Πετρόπουλο, οι διώξεις αυτές δεν ήταν προσωπική ατυχία αλλά ένδειξη μιας κοινωνίας που αρνιόταν να αντικρίσει τις λιγότερο κολακευτικές πλευρές της.

Κατά τη διάρκεια της κράτησής του γνώρισε τον Νίκο Κοεμτζή. Η σχέση τους ξεκίνησε με ένταση, όμως σταδιακά εξελίχθηκε σε βαθιά εκτίμηση. Χαρακτηριστική της σκέψης του είναι η φράση:

«Προτιμώ έναν γνήσιο δολοφόνο από έναν επιτυχημένο γιατρό. Το ότι ένας δολοφόνος μπορεί, ταυτόχρονα, να ’ναι ένας γλυκύτατος άνθρωπος είναι γνωστόν τουλάχιστον από την εποχή που ο Ντοστογιέβσκι εδημοσίευσε το Έγκλημα και Τιμωρία. Η αστική κοινωνία αυτοθαυμάζεται. Ο δολοφόνος, ο πούστης, ο κλέφτης, η πουτάνα, σπάνε τον καθρέφτη».

6. Αυτοεξόριστος στο Παρίσι

Το 1975, έχοντας κουραστεί από τις συνεχείς διώξεις και τη σύγκρουσή του με το ελληνικό κράτος, ο Ηλίας Πετρόπουλος εγκαταστάθηκε οριστικά στο Παρίσι μαζί με τη σύντροφό του, Μαίρη Κουκουλέ και την κόρη τους Λύντια. Κουβαλώντας μαζί του αρχεία, σημειώσεις, φωτογραφίες και βιβλία, συνέχισε να ερευνά και να εκδίδει έργα που είχαν πάντα στο επίκεντρο τον ελληνικό λαϊκό πολιτισμό. Σπούδασε τουρκολογία, έγραψε ασταμάτητα και δημοσίευσε τα περισσότερα βιβλία του από τη γαλλική πρωτεύουσα.

Ο ίδιος έλεγε πως η Ελλάδα ήταν μια «κουραστική και αχάριστη χώρα». Παρ’ όλα αυτά, δεν σταμάτησε ποτέ να ασχολείται μαζί της. Όσο κι αν απομακρύνθηκε γεωγραφικά, το αντικείμενο της έρευνάς του παρέμεινε πάντοτε ελληνικό.

7. Δεν τον ενδιέφερε να είναι αρεστός

Ο Πετρόπουλος δεν προσπάθησε ποτέ να γίνει αποδεκτός από το κατεστημένο. Συγκρούστηκε με πανεπιστημιακούς, πολιτικούς, δικαστές, εκκλησιαστικούς κύκλους και διανοούμενους, διατυπώνοντας συχνά προκλητικές απόψεις και αμφισβητώντας καθιερωμένες βεβαιότητες.

Δεν δίσταζε να γράφει πράγματα που προκαλούσαν αντιδράσεις – είτε επρόκειτο για ιστορικά πρόσωπα είτε για ανθρώπους των γραμμάτων. Αυτό του κόστισε σφοδρές επιθέσεις και τη φήμη του «αιρετικού», όμως ποτέ δεν αναζήτησε την αποδοχή. Προτιμούσε τη σύγκρουση από τη σιωπή.

Όπως έγραψε ο ίδιος:

«Την ηδονή τη γεύεσαι. Δεν την αποστηθίζεις σαν τα τσιτάτα του Μαρξ».

8. Οι καβατζωμένες φωτογραφίες

Ο Πετρόπουλος δεν ήταν μόνο συγγραφέας και ερευνητής. Υπήρξε και ένας ακούραστος συλλέκτης φωτογραφιών, αντιλαμβανόμενος πολύ νωρίς ότι οι εικόνες αποτελούν εξίσου σημαντικά ιστορικά τεκμήρια με τα γραπτά αρχεία. Χάρη στη δική του εμμονή διασώθηκαν εκατοντάδες φωτογραφίες του παλιού ρεμπέτικου κόσμου, πολλές από τις οποίες διαφορετικά πιθανότατα θα είχαν χαθεί. Η συλλογή του αποτελεί σήμερα πολύτιμο κομμάτι της πολιτιστικής μνήμης.

Χαρακτηριστική είναι η μαρτυρία για εκείνον από τον σκηνοθέτη Κώστα Φέρρη, λίγες ημέρες μετά τον θάνατο του Πετρόπουλου:

«Ο Ηλίας ήταν ένας παθιασμένος άνθρωπος. Γι’ αυτό και τόσο αντιφατικός. Τη μια μέρα έπαιρνε το αεροπλάνο κι ερχόταν στο Βερολίνο να χαρεί μαζί μου τη βράβευση του “Ρεμπέτικου”. Και την άλλη με σκυλόβριζε στη “Ρεμπετολογία”, γιατί είχα κοστουμαρισμένους τους μάγκες στο πάλκο, ξεχνώντας πως αυτό το είχα συμπεράνει από τη δική του συλλογή φωτογραφιών.

Στη δεκαετία 57-67, έκλεβε τις παλιές φωτογραφίες, ακόμα και από το συρτάρι του κομοδίνου του ετοιμοθάνατου Νούρου και οι μάγκες τον κυνηγάγανε να τον σκοτώσουν. Όμως καλά έκανε, κι αυτό φάνηκε όταν δώρισε τη συλλογή του στον Άγγελο Δεληβοριά -και το Μουσείο Μπενάκη».

Τι θα είχε απομείνει από την πολιτιστική μας μνήμη χωρίς τους συλλέκτες και τους πρώτους ρεμπετολόγους της δεκαετίας του ’60ς

9. Ένα σφάλμα έκανα

Ο Πετρόπουλος υπήρξε αμείλικτος απέναντι στους άλλους, αλλά σε ορισμένες περιπτώσεις στάθηκε εξίσου αυστηρός και απέναντι στον εαυτό του. Χρόνια αργότερα παραδέχτηκε ότι σε βιβλία όπως ο «Κουραδοκόφτης» είχε χρησιμοποιήσει απαξιωτικούς χαρακτηρισμούς για πρόσωπα της δημόσιας ζωής, κάτι που ο ίδιος αναγνώρισε ως λάθος.

Αντίστοιχα, παραδέχτηκε ότι στην περίπτωση του Άρη Βελουχιώτη υιοθέτησε ατεκμηρίωτους ισχυρισμούς, βασισμένους σε πηγές που αργότερα χαρακτήρισε ο ίδιος αναξιόπιστες. Οι παραδοχές αυτές δεν ακυρώνουν το έργο του· αντίθετα, υπενθυμίζουν ότι ακόμη και οι σημαντικότεροι ερευνητές δεν μένουν αλώβητοι από τις προσωπικές τους εμμονές.

10. Ενας αλήτης πέθανε

Ο Ηλίας Πετρόπουλος πέθανε στο Παρίσι στις 3 Σεπτεμβρίου 2003, ύστερα από διετή μάχη με τον καρκίνο. Μέχρι το τέλος παρέμεινε πιστός στην αντισυμβατική στάση που χαρακτήρισε ολόκληρη τη ζωή του.

Η τελευταία του επιθυμία ήταν το απόσταγμα της ζωής του. Την πρόσταξε στον Βασίλη Βασιλικό:

«Να κάψεις το κουφάρι μου και να ρίξεις τις στάχτες στον υπόνομο. Τέτοια είναι η διαθήκη μου».

Έτσι κι έγινε. Μετά την πολιτική του κηδεία στο Παρίσι, υπό τον ήχο του μπουζουκιού και του ομώνυμου τραγουδιού του Γρηγόρη Μπιθικώτση, αποτεφρώθηκε και οι στάχτες του σκορπίστηκαν στον υπόνομο.

Λίγο αργότερα, ο στενός φίλος και μεταφραστής του στα αγγλικά, John Taylor, συγκέντρωσε τις αναμνήσεις του από τη μακρόχρονη σχέση τους στο βιβλίο «Σκληρός από τρυφερότητα», ένα από τα πιο ουσιαστικά πορτρέτα του ανθρώπου πίσω από τον μύθο.

Η επιρροή του παραμένει τεράστια

Είκοσι και πλέον χρόνια μετά τον θάνατό του, το έργο του Ηλία Πετρόπουλου εξακολουθεί να αποτελεί σημείο αναφοράς για όποιον ασχολείται με το ρεμπέτικο, την ελληνική αργκό, τις υποκουλτούρες ή την κοινωνική ιστορία της νεότερης Ελλάδας. Πολλά από τα συμπεράσματά του αμφισβητήθηκαν, αρκετές από τις απόψεις του προκάλεσαν έντονες αντιδράσεις, όμως δύσκολα μπορεί να αμφισβητήσει κανείς ότι άνοιξε δρόμους που μέχρι τότε παρέμεναν κλειστοί.

Οφείλουμε μεγάλο μέρος της πολιτισμικής μας κληρονομιάς σε αυτόν τον αιρετικό. Η ιστορία και το έργο του είναι αβυσσαλέα για να χωρέσουν σε ένα μόνο λήμμα. Το παρακάτω ντοκυμαντέρ της Καλλιόπης Λεγάκη από το 2005, είναι κάτι σαν την τελευταία του συνέντευξη.

Σχετικά άρθρα