Ο Νίκος Καλογερόπουλος χρειάστηκε μόνο τέσσερις ταινίες για να αφήσει εποχή
«Λούφα και Παραλλαγή»

Ο Νίκος Καλογερόπουλος χρειάστηκε μόνο τέσσερις ταινίες για να αφήσει εποχή

Το ελληνικό σινεμά δε θα ήταν το ίδιο χωρίς τις αξέχαστες ερμηνείες ενός ηθοποιού που ενσάρκωσε άψογα καθημερινούς λαϊκούς ήρωες.

Ηθοποιός ο οποίος ταυτίστηκε με την αναγέννηση του ελληνικού κινηματογράφου τη δεκαετία του ’80, ο Νίκος Καλογερόπουλος, ο οποίος «έφυγε» σε ηλικία 74 ετών, αποτέλεσε το πρόσωπο μιας φουρνιάς ταινιών που άφησαν εποχή.

Πραγματοποίησε το ξεκίνημά του με μία σύντομη εμφάνιση στην κοινωνική κωμωδία «Θανάση Σφίξε κι Άλλο το Ζωνάρι» (Θόδωρος Μαραγκός, 1980) με πρωταγωνιστή τον αμίμητο Θανάση Βέγγο. Συνεργάστηκε εκ νέου με τον Μαραγκό στη λαϊκή σάτιρα «Μάθε Παιδί μου Γράμματα» (1981), όπου κράτησε για πρώτη φορά κεντρικό ρόλο, απέναντι στον Κώστα Τσάκωνα. Οι δυο τους υποδύονται τα αδέρφια και παιδιά ενός συντηρητικού γυμνασιάρχη σε χωριό της Αρκαδίας τα οποία έρχονται σε σύγκρουση με τον πατέρα τους, όταν εκείνος παραλείπει το όνομα ενός κομμουνιστή αντιστασιακού στη λίστα των ονομάτων που αναγράφονται σε μνημείο πεσόντων κατά την Κατοχή. Το δίδυμο Τσάκωνα – Καλογερόπουλου είχε άψογη χημεία, κάτι που αποτυπώθηκε και σε μερικές από τις πιο χαρακτηριστικές σκηνές του φιλμ, όπως εκείνη του τάβλι στο καφενείο. [Παρεμπιπτόντως, μπορείτε να δείτε το «Μάθε Παιδί μου Γράμματα» στο Ertflix.

Ο ηθοποιός είχε ιδιαίτερη έφεση στην κωμωδία, συγκεκριμένα, διεθέτε την ικανότητα να ενσαρκώνει αβίαστα ανθρώπους καθημερινούς αναδεικνύοντας τις αφανείς πολιτιστικές, ταξικές και ιδιοσυγκρασιακές φορτίσεις που τους προσέδιδαν ξεχωριστή προσωπικότητα. Για παράδειγμα, στο σπαρταριστά μεταμοντέρνο «Άρπα Colla» (Νίκος Περράκης, 1982) την ταινία που, όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά στο τρέιλερ, «τιμά τον Έλληνα κουλτουριάρη», ο Καλογερόπουλος υποδύεται με την ίδια ευκολία έναν arthouse σκηνοθέτη και ένα μηχανόβιο που δε διστάζει να τα βάλει με την αστυνομία («Γιατί ρε μόρτη με λες “κύριο”; Σε έβρισα εγώ;»).

Η Σωτηρία Λεονάρδου κλέβει την παράσταση στο ορμητικό «Ρεμπέτικο» (1983) του Κώστα Φέρρη, όπου ο Καλογερόπουλος κρατά το ρόλο του μάγκα μπουζουκτσή Μπάμπη που τη συνοδεύει επί της σκηνής και αναπόφευκτα, την ερωτεύεται. Παρά το γεγονός πως ο χαρακτήρας της Λεονάρδου το λέει, χωρίς ενδοιασμούς, πως δεν τον εμπιστεύεται, προτού τον πάρει στην αγκαλιά της. Η ταινία αποτελεί σταθμό του σύγχρονου ελληνικού σινεμά, απέσπασε σωρεία βραβείων όπως την Αργυρή Άρκτο στο Φεστιβάλ Βερολίνου και αποτέλεσε μία από τις πιο εμπορικές της δεκαετίας του ’80.

Ρεμπέτικο
«Ρεμπέτικο»

Βέβαια, στη συντριπτική πλειοψηφία του κοινού, ο Καλογερόπουλος συνδέθηκε με το ρόλο του φαντάρου Γιάννη Παπαδόπουλου στην ευφυή κωμωδία «Λούφα και Παραλλαγή» (Νίκος Περράκης, 1984). Ένα ξεκαρδιστικό χρονογράφημα του ιδεολογικού σουρεαλισμού που επικρατούσε τα χρόνια της δικτατορίας, αλλά και ενός φόρου τιμής σε μια νεανικότητα που δεν πτοούταν από τις αντιξοότητες. Ο χαρακτήρας του Παπαδόπουλου έμοιαζε με ένα παρατηρητή αυτής της αλλοπρόσαλλης συγκυρίας, την ίδια ώρα που ο ίδιος καλούταν βρει τρόπο να συντηρήσει την οικογένειά του και να διαχειριστεί μια θητεία γεμάτη απρόοπτα και μπόλικο «κινηματογράφο»…

Στη συνέχεια ο Καλογερόπουλος αφοσιώθηκε στο θέατρο, αλλά πρόλαβε να ολοκληρώσει ένα σπάνιο σερί κινηματογραφικών εμφανίσεων που συνδύαζαν την καλλιτεχνική διάκριση (σχεδόν όλες βραβεύτηκαν στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης και όχι μόνο) και τη λαϊκή αναγνώριση, αφού μέχρι το τέλος των ’80s παρέμεινε μεταξύ των πιο δημοφιλών ηθοποιών της γενιάς του. Φυσικά, στη μεγάλη οθόνη επέστρεψε στα τέλη της δεκεατίας του ’90, όταν και βραβεύτηκε ξανά στη Θεσσαλονίκη (εξ ημισείας με τον Γιώργο Κιμούλη) για την ερμηνεία του στην κωμωδία «Ένας κι Ένας» (Νίκος Ζαπατίνας, 2001). Αφήνει, με λίγα λόγια, ένα κενό δυσαναπλήρωτο στο ελληνικό σινεμά.

Σχετικά άρθρα