Σεξ και σχέσεις: Το απόλυτο λεξικό των 20άρηδων
Μάθε τα ακαταλαβίστικα που λένε σε τρία μόλις μαθήματα με το Λεξικό του ΚΛΙΚ.
Εδώ θα βρείτε το λεξιλόγιο που θα σας λύσει τα χέρια και επιτέλους θα καταλάβετε τον ανιψιό σας, τον μικρό Κωστάκη, όταν λέει πως το Μαράκι του κάνει breadcrumbing. Πάντως μην τον ρωτήσετε αν εννοεί «πανέ» (περίπου). Όσο για τους μη boomers, καλό είναι να κάνετε μια επανάληψη, μπας και καταλάβετε ότι το γκομενάκι από το Tinder δεν είναι ο έρωτας της ζωής σας.
Θα παρατηρήσετε πως τα περισσότερα λήμματα της λίστας είναι λέξεις αγγλικής, αμερικανικής και λεξιπλαστικής προέλευσης. Τι να κάνουμε, στην εποχή του internet ζούμε, η γλώσσα είναι ρευστή.
Τακτικές
Benching: εκ του ‘bench’ (πάγκος, παγκάκι), όταν έχεις κάποιο άτομο σε έναν συνεχή αστερίσκο χωρίς να οριοθετείς ή να ορίζεις τη σχέση, είναι στην εντεκάδα, αλλά κάθεται πάγκο / συν.: cookie jarring, cushioning, καβάτζα / Πιστεύω πως η Ελπίδα μου κάνει benching, βγήκαμε 2-3 φορές, ψιλομιλάμε, αλλά έχει και σχέση.
Boy Sober: η απόφαση να απέχεις για ένα διάστημα από dating, φλερτ, situationships και γενικά από άντρες, συνήθως μετά από σερί αποτυχημένων ερωτικών ιστοριών, κάτι σαν ερωτική αποτοξίνωση, όπου το focus μεταφέρεται στον εαυτό σου αντί για το επόμενο red flag / π.χ. Μετά τον τρίτο συναισθηματικά μη διαθέσιμο τύπο σε έξι μήνες, δήλωσε boy sober μέχρι νεωτέρας.
Breadcrumbing (μπρεντκράμπινγκ): εκ των ‘bread+crumbs’ (ψωμί και ψίχουλα), σαν τον Κοντορεβυθούλη ένα πράγμα, πας να κυνηγήσεις ψιχουλάκια που αυτή τη φορά στα κερνά ο γκόμενος που θες, για να κρατήσει την έκκριση ντοπαμίνης σου σταθερή και να σε εθίσει στην παρουσία του / π.χ. Δεν αντέχω άλλο breadcrumbing, με κούρασε να με θυμάται μόνο για σεξ και σουπερμάρκετ.
Catfish (κάτφις): κυρ. το γατόψαρο, μτφ. όταν προσποιείσαι κάποιον άλλον στο ίντερνετ για πέσιμο, προσοχή ή συλλογή δραματοφόρων πληροφοριών χρησιμοποιώντας συνήθως κλεμμένες φωτογραφίες και ψεύτικα στοιχεία / π.χ. Με έκανε catfish η πρώην του με φωτογραφίες του αδελφού του για να με ψαρέψει.
Clear Coding: επειδή προφανώς κάποιοι έχουμε κουραστεί προσπαθώντας να αποκωδικοποιήσουμε τα θέλω και τα πιστεύω κάθε παρτενέρ, το πιάνουμε από την αρχή και ξεκαθαρίζουμε τι σχέση ψάχνουμε, τι σεξ γουστάρουμε, αν θέλουμε παιδιά, αν θέλουμε γατιά / π.χ. Αποφάσισα να δοκιμάσω clear coding και έχω βγει εφτά σερί αποτυχημένα ραντεβού.
Cuffing Season: εκ του ‘handcuff’ (χειροπέδες), η εποχή από τον Οκτώβρη μέχρι τον Μάρτη που έχει δροσούλα και θες να την περάσεις κάνοντας αγκαλίτσες / π.χ. Τελείωσε το cuffing season, θα χωρίσω με τον Φάνη.
Dry Texting: όταν κάποιος απαντά με βαρετά, άψυχα μηνύματα τύπου “οκ”, “χαχα”, “ναι” και σκοτώνει κάθε πιθανότητα καυλάντας / π.χ. Προσπαθώ να φλερτάρω και αυτός κάνει dry texting σαν να στέλνει email στη ΔΕΗ.
Friendfluence: εκ των ‘friends+influence’ (φίλοι+επιρροή), είναι όταν οι φίλοι σου γίνονται μέρος της εμπειρίας του dating, όχι μόνο για να δεις αν το νέο σου γκομενάκι ταιριάζει με την παρέα σου, αλλά για να βγαίνετε διπλά ραντεβού προκειμένου να ξεπεραστεί η αρχική αβολοσύνη / π.χ. Στο Tinder έχει γίνει χαμός με το friendfluence, θες να συνδέσουμε τα προφίλ μας μπας και σταυρώσουμε καμιά καλή περίπτωση;
Friendzone (φρέντζοουν): η ζώνη της φιλίας, μία σκοτεινή νοητή σφαίρα όπου αν μπεις δεν ξαναβγαίνεις ούτε με GPS, όσο και να θες το γκομενάκι, αυτό σε βλέπει ‘σαν αδερφό’ / π.χ. Η Νεφέλη με έβαλε στο friendzone από όταν την έπεσα στην κολλητή της.
Future Faking: όταν κάποιο άτομο, κυρίως στις αρχές μιας γνωριμίας, κάνει πολλά σχέδια για το μέλλον, συχνά συνδυαστικά με lovebombing και προσποιείται πως είσαι η μια και μοναδική του προτεραιότητα για να σε ρίξει, το εν λόγω μέλλον είναι ψεύτικο / π.χ. Δεν έκανα future faking, όντως φαντάστηκα το μέλλον μας μαζί.
Gaslighting (γκάσλαητινγκ): χειριστική συμπεριφορά που σε κάνει να αμφιβάλλεις για την πραγματικότητά σου σε στυλ «μην υπερβάλλεις, δεν έγινε έτσι» / π.χ. Το gaslighting πήγαινε σύννεφο στη σχέση τους, της έλεγε πως είναι ξαδέρφια με την άλλη κι αυτή το έχαφτε.
Ghosting (γκόστινγκ): εκ του ‘ghost’ (φάντασμα), το να εξαφανίζεται το άλλο άτομο από τη συνήθως διαδικτυακή επικοινωνία χωρίς κάποια εξήγηση, και σε στοιχειώνει μέχρι να το ξορκίσεις / π.χ. Θυμάσαι το τυπάκι που μιλούσαμε όλη τη βδομάδα; Ε, όταν του είπα πως ψάχνω σχέση έφαγα ghosting.
Gooning (γκούνινγκ): η εμμονική σεξουαλική αυνανιστική κατανάλωση περιεχομένου, συχνά συνοδευόμενη από πολύ edging (βλ. λήμμα), ενεργειακά ποτά, και μεγάλες καταθέσεις σε σελίδες με λάιβ σεξ σόου, η χρήση VR headset είναι προαιρετική, ο όρος συνήθως χρησιμοποιείται για άνδρες / π.χ. Έχουμε να δούμε τον Νίκο από προχθές, θα έχει κρυφτεί στη σπηλιά του με δύο εξάδες μόνστερ και gooning.
Ick (ικ): αυτό το αίσθημα αηδίας που νιώθεις όταν συνειδητοποιείς ότι ο σύντροφός σου έχει μια συνήθεια που ξαφνικά σου το μπετώνει / π.χ. Συνειδητοποίησα ότι πρέπει να μου πει ‘σ’αγαπώ’ για να τελειώσει και από τότε έχω ick.
Kitten Fishing: κάτι σαν το catfishing αλλά σε πιο ήπια μορφή, όταν κάποιο άτομο έχει ένα ιντερνετικό προφίλ με φωτογραφίες είτε παλιές, πιο κολακευτικές, έντονα επεξεργασμένες, προκειμένου να παρουσιάσει μια εικόνα που θεωρεί πως θα είναι πιο ελκυστική από την πραγματική του / π.χ. Ο Άγγελος μου έκανε kitten fishing, στο Ηinge είχε βάλει φωτογραφίες του από το 2014 και όταν τον είδα από κοντά δεν τον αναγνώρισα καν.
Love Βombing: καταιγισμός από λόγια αγάπης, διαχυτικών μηνυμάτων, υποσχέσεων και δώρων στην αρχή μιας σχέσης για να δεθείς γρήγορα και να μην ξέρεις από πού θα έρθει η κατραπακιά / π.χ. Μου έλεγε πως είμαι η γυναίκα της ζωής του από το δεύτερο ραντεβού, εγώ ενθουσιάστηκα, αλλά τελικά ήταν love bombing.
Love Scamming: η πιο σκοτεινή εκδοχή του online φλερτ, όταν κάποιος στήνει ψεύτικη ρομαντική σχέση στο ίντερνετ για να αποσπάσει χρήματα ή προσωπικά στοιχεία / π.χ. Της έλεγε ότι είναι γιατρός σε αποστολή στο εξωτερικό και της ζήτησε λεφτά για εισιτήρια, το love scamming δύσκολα το βλέπεις από μέσα.
Loud Looking: όταν κάποιος δηλώνει πολύ ξεκάθαρα ότι ψάχνει σχέση, συνήθως και δημόσια στα apps ή στα social, για να μην υπάρχει καμία παρεξήγηση ότι είναι για “ό,τι κάτσει” / π.χ. Στο προφίλ του γράφει “looking for a wife”, ο τύπος κάνει loud looking χωρίς ντροπή.
Microcheating: ένα βήμα πριν την κανονική «απάτη», το τσιλιμπούρδισμα, τύπου λάικ, σχολιάκια και τσατάρισμα με τρίτο άτομο χωρίς σωματική ολοκλήρωση, όταν βρίσκεσαι σε σχέση / π.χ. Τον έπιασα να στέλνει βιντεάκια στη συνάδελφό του χθες βράδυ· δεν με απάτησε κανονικά, αλλά μύριζε microcheating από χιλιόμετρα.
Orbiting: εκ του όρου ‘orbit’ (τροχιά), όταν κάποιος σου έκανε ghosting αλλά συνεχίζει να γυρνάει γύρω από τα social σου, βλέπει stories, κάνει καμιά φορά και κάνα λάικ, χωρίς να σου μιλάει ποτέ, σαν δορυφόρος γύρω από πλανήτη / π.χ. Το έσπασε από τον Ιούνιο αλλά βλέπει όλα μου τα στόρι, τέτοιο orbiting ούτε η Σελήνη.
Pocketing: σ’ ακολουθώ, στην τσέπη μου σε βάζω, και δεν σε γνωρίζω ούτε στους φίλους μου, ούτε στην οικογένειά μου / π.χ. Μου κάνει pocketing, λες να έχει άλλη επίσημη σχέση;
Rizz (ριζ): εκ του ‘charisma’ (χάρισμα) το σύγχρονο χάρισμα στο φλερτ και την ατάκα, σίγουρα δεν διδάσκεται σε σεμινάρια τύπου “Men Of Style”. / π.χ. Δεν είπε τίποτα περισπούδαστο, αλλά είχε τόσο rizz που με έκανε να του κάτσω.
Ship: εκ του ‘relationship‘, δεν πρόκειται για καράβι, το χρησιμοποιούμε όταν φανταζόμαστε και θέλουμε πολύ να δούμε ζευγαρωμένα δυο άτομα, είτε επειδή η προοπτική του μας προκαλεί έντονα συναισθήματα, καρδούλες και αστεράκια, είτε επειδή πιστεύουμε ότι ταιριάζουν πολύ φυσιογνωμικά και είναι hot, εξελληνισμένος όρος: σιπάρω / π.χ. Σιπάρω πολύ Άλεξ και Άρτε, ελπίζω να τα φτιάξουνε.
Shrekking (σρέκινγκ): το να χαμηλώνεις τα στάνταρ σου και να βγαίνεις με άτομο που μοιάζει με τον φανταστικό χαρακτήρα κινουμένων σχεδίων «Shrek», όπως η Φιόνα που ενώ ήταν κακομαθημένη όμορφη πριγκιπισσούλα, τα έφτιαξε με ένα φτωχό πλην τίμιο τέρας που θεωρεί πως ποτέ δεν θα την προδώσει επειδή είναι πιο όμορφη / π.χ. Δοκίμασα να κάνω shrekking και τελικά μου τα φόρεσε.
Slow Fade: η εξαφάνιση σε αργή κίνηση, αφού δεν σε κόβει μαχαίρι όπως στο ghosting, αλλά απαντά όλο και πιο σπάνια, όλο και πιο στεγνά, μέχρι να καταλάβεις μόνος σου ότι η φάση τελείωσε / π.χ. Στην αρχή μιλούσαμε κάθε μέρα και τώρα απαντά μετά από τρεις μέρες με “χαχα”, αύτο το slow fade με σπάει φίλε.
Thirst Trap: φωτογραφία ή story που ανεβαίνει κυρίως για να τραβήξει προσοχή, likes και μηνύματα από πιθανούς θαυμαστές / π.χ. Ανέβασε thirst trap στο γυμναστήριο και μετά κάνει ότι δεν βλέπει τα DM.
Roster Dating: αν θυμάστε το ρόλαντεξ, σκεφτείτε μια λίστα από άτομα που κάποιος έχει για πιθανό σεξάκι μια στο τόσο / π.χ. Ανέπτυξες συναισθήματα, βγαίνεις απ’ το roster.
Sneaky Link: από εδώ η γυναίκα μου και από εδώ το αίσθημά μου, το ‘ερωμένο’, το κρυφό, το απαγορευμένο / π.χ. H Μυρτώ είναι το sneaky link μου, βρισκόμαστε μόνο για πήδουλο.
Soft Launch: όρος δανεισμένος από το μάρκετινγκ, η στρατηγική όπου παρουσιάζεις το νέο αμόρε στα social media σιγά-σιγά, χωρίς να δείξεις πρόσωπο, αλλά περιορίζεσαι σε ένα χέρι, μια πλάτη, δυο ποτήρια κρασί στο story, μέχρι να σιγουρευτείς ότι δεν θα σε κάνει ρεζίλι, και μόνο τότε κάνεις hard launch / π.χ. Έκανε soft launch τον γκόμενο στο Instagram με μια φωτογραφία από το χέρι του και όλοι προσπαθούσαν να καταλάβουν ποιος είναι.
Throning: όταν κάποιος βγαίνει μαζί σου κυρίως για το status, τη δημοφιλία ή την κοινωνική σου θέση, σαν να κάθεται στο θρόνο σου / π.χ. Μόλις έμαθε ότι δουλεύω σε μεγάλη εταιρεία ξαφνικά έγινε πολύ τρυφερός – καθαρό throning.
Trauma Bonding: όταν δύο άτομα δένονται μέσα από κοινά τραύματα ή έναν τοξικό κύκλο έντασης-συμφιλίωσης που μοιάζει με πάθος αλλά στην ουσία είναι συναισθηματικό rollercoaster / π.χ. Κάθε τρεις μέρες χωρίζουν και τα ξαναβρίσκουν, αυτό δεν είναι έρωτας, είναι trauma bonding.
ΤΥΝ (Thank You Next): η στάση ζωής που ακολουθείς μετά από απανωτές απογοητεύσεις, δηλώνεις ευγνωμοσύνη για την μέτρια εμπειρία, κλείνεις το κεφάλαιο χωρίς πολλά πολλά και προχωράς στο επόμενο παρατράγουδο / π.χ. Του είπα thank you next, αγάπη, σιγά μη κάτσω να σκάσω.
Weaponised Incompetence: η στρατηγική του ‘δεν ξέρω να κάνω τίποτα σωστά’ ώστε το άλλο άτομο στη σχέση να τα κάνει όλα για σένα / π.χ. Του είπα να βάλει πλυντήριο και κατέστρεψε τρία πουλόβερ, τώρα δεν τον ξαναβάζω να κάνει τίποτα — weaponised incompetence masterclass.
Wildflowering: σαν ένα αγριολούλουδο που φυτρώνει από ‘δω κι από ‘κει, το να ξαναβρίσκεις τον εαυτό σου μετά από χωρισμό, να βγαίνεις, να φλερτάρεις και να δοκιμάζεις πράγματα χωρίς να ψάχνεις απαραίτητα σχέση / π.χ. Μετά τον χωρισμό της είπε ότι θα κάνει λίγο wildflowering μέχρι να συνέλθει.
Zombieing (ζόμπιινγκ): η νεκρανάσταση του πρώην γκόμενου, όταν νομίζεις ότι έχει γίνει φάντασμα (ghosting) αλλά τελικά σηκώνεται από το χώμα σαν τον Πουλικάκο στον Δράκουλα των Εξαρχείων / π.χ. Με άφησε στο διαβάστηκε έξι μήνες και χθες μου έστειλε “τι κάνεις;” καθαρό zombieing ρε φίλε, την πετάω και την πιάνεις.
Διαβάστηκε: τι να λέμε για αυτή την πανανθρώπινη εμπειρία, του να στέλνεις μήνυμα λατρείας, να το ανοίγει, και να μην απαντά ποτέ, είναι ο προάγγελος του ghosting / π.χ. Χθες έστειλα για να προτείνω να βγούμε και με άφησε στο «διαβάστηκε».
Προσβλημέντο: το κοπλιμέντο που σε προσβάλλει, κυρίως απευθύνεται σε γυναίκες από άντρες που δεν μπορούν να διανοηθούν πως μια γυναίκα είναι ικανή ή κάνει κάτι που θεωρούν ξεχωριστό / π.χ. Μου είπε ότι εντυπωσιάστηκε που είμαι και όμορφη και έξυπνη, το προσβλημέντο καλά κρατεί.
Στοκάρω: όχι, δεν βάζω στόκο για να κλείσω το σημείο που τρύπησα τον τοίχο, εκ του ‘stalking’, παρακολουθώ εμμονικά κάποιο άτομο στα social media, ξέρω πού πήγε διακοπές το 2016 και τι βρακί φοράει / π.χ. Τον στόκαρα τόσο που ήξερα ποια είναι η θεία του πριν βγούμε για πρώτο ραντεβού.
Είδη Σχέσεων
Delusionship: σχέση που υπάρχει κυρίως στο μυαλό του ενός ατόμου, ενώ ο άλλος νομίζει ότι απλώς βγαίνετε χαλαρά ή τέλος πάντων δεν σε ξέρει καν / π.χ. Εκείνη τον αποκαλεί «το αγόρι μου» και εκείνος ακόμα την έχει αποθηκευμένη ως “Μαρία Tinder”. Tη λένε Μαρίλια και έχει delusionship.
ENM (Ethical Non Monogamy): η ηθική μη μονογαμία, δηλαδή πολυγαμία, ανοιχτή σχέση, ή και πολυσυντροφικότητα (βλ. λήμμα polyamory) με τον όρο να είναι καμιά φορά λίγο clickbait σε εφαρμογές γνωριμιών για άτομα που απλώς φοβούνται τη δέσμευση. Τι δηλαδή, η μη μονογαμία δεν είναι ηθική; Εξαρτάται. / π.χ. Είμαστε σε μια ENM σχέση και ψάχνουμε θηλυκό για την εμπειρία. Εκείνος ψηλός και στρέητ, εκείνη μετρίου αναστήματος και μπάι.
Explorationship: από τα ‘explore+relationship’ (αναζήτηση+σχέση), η σχέση-δοκιμή, όταν βγαίνετε για να δείτε πού πάει το πράγμα χωρίς μεγάλες δεσμεύσεις ή υποσχέσεις / π.χ. Δεν είναι ακριβώς σχέση, απλώς είμαστε σε φάση μονογαμικού explorationship για να δούμε αν ταιριάζουμε.
FWB (Friends With Benefits): οι φίλοι με πλεονεκτήματα, δηλαδή γαμιόσαντο μετά μανίας αλλά χωρίς πολλά πολλά τύπου ζήλειες μονογαμίες κ.λπ., μέχρι το ένα άτομο να αναπτύξει συναισθήματα και να ‘τα σπάσουν’ / π.χ. Με την Μαρίνα είμαστε friends with benefits, να της πω να βγούμε για φαγητό;
Micromance: μικρές ρομαντικές κινήσεις που δημιουργούν αίσθηση σχέσης χωρίς να υπάρχει κανονική σχέση / π.χ. Μου φέρνει καφέ κάθε πρωί στη δουλειά και μου στέλνει memes πριν κοιμηθούμε, το ζούμε micromance.
Monogamish: σχέση κυρίως μονογαμική αλλά με περιστασιακές εξαιρέσεις που έχουν συμφωνηθεί / π.χ. Είναι μονογαμικοί… monogamish δηλαδή, αφού και οι δύο μιλάνε και με άλλους.
ΟNS (One Night Stand): η ξεπέτα βρε παιδί μου, πώς το λένε, κλασικός όρος στα dating apps / π.χ. Αν δεν θέλεις ONS δεν σε θέλω εγώ. Ψεκάστε, σκουπίστε, τελειώσατε, τον Πετράν δεν τον βλέπεις δυο φορές.
Polyamory: μην το μπερδεύετε με την πολυγαμία, όλες οι πολυσυντροφικές σχέσεις είναι ΕΝΜ, αλλά όχι ανάποδα, η πολυσυντροφικότητα αφορά την ανθρώπινη σχέση και συναισθηματική επαφή, όλο στο σεξ πάει το μυαλό σας, υπάρχει ολόκληρο λεξικό σχετικά με την πολυσυντροφικότητα, αλλά αυτό σε άλλο τεύχος, / π.χ. Όταν η Αντωνία προσπαθεί να εξηγήσει σε κάποιον τι εστί polyamory, τους δείχνει τα ραντεβού που έχει κλεισμένα με τους συντρόφους της στο Google Calendar. Εγώ είμαι το τιρκουάζ χρωματάκι.
Self-partnered: όταν δηλώνεις ότι είσαι σε σχέση με τον εαυτό σου και δεν έχεις ανάγκη να γεμίσεις το κενό με άλλον άνθρωπο / π.χ. Με ρώτησε αν έχω σχέση και του είπα ότι είμαι self-partnered. Με κοίταξε με απορία.
RA (Relationship Anarchy): πάει συχνά πακέτο με το polyamory, είναι μια φιλοσοφία σχέσεων που απορρίπτει την ιεραρχία της μοναδικής ρομαντικής σχέσης ως το τοτέμ της αυτοολοκλήρωσης και αντιλαμβάνεται ως εξίσου σημαντικές τις λοιπές ερωτικές και πλατωνικές σχέσεις / π.χ. Αγάπη μου σιγά μη σε βάλω πάνω από τις κολλητές μου, το relationship anarchy, θέλει θυσίες.
Situationship: συμπλεκτικός νεολογισμός των λέξεων situation (κατάσταση) και relationship (σχέση) που περιγράφει τη φασούλα όπου ο ένας νομίζει ότι έχει σχέση και ο άλλος φοβάται τη δέσμευση / π.χ. Ρώτησα το Γιώργο τι είμαστε και μου είπε πως δεν του αρέσουν οι ταμπέλες. Έχω situationship;
Textationship: σχέση που υπάρχει σχεδόν αποκλειστικά στα μηνύματα, χωρίς να συναντιέστε ποτέ / π.χ. Μιλάμε κάθε μέρα έξι μήνες αλλά δεν έχουμε βγει ποτέ — κλασικό textationship.
Ανοιχτή Σχέση: όχι σαν την πολυσυντροφικότητα και την αναρχία που λέγαμε νωρίτερα, είναι η σχέση μεταξύ δύο ατόμων που πηδιούνται και με άλλα άτομα, και είτε το λένε μεταξύ τους είτε το κρατάνε κρυφό ανάλογα με τη δυναμική που έχουν συμφωνήσει, απαιτεί σεβασμό και εμπιστοσύνη όπως όλες οι σχέσεις / συν.: πολυγαμία / π.χ. Η Μαρίνα και ο Νάσος έχουν ανοιχτή σχέση και εκείνος τη ζηλεύει επειδή αυτός μένει μπακούρι.
Αρχέτυπα
Alpha: όρος της “ανδρόσφαιρας” (manosphere), ο αυτοανακηρυγμένος αρχηγός της «αγέλης», που πέρσι ξεκίνησε επιχειρηματικό podcast, και έχει τη βεβαιότητα ότι «όλες οι γυναίκες θέλουν ηγέτη», παρότι όλες τον έχουν στο «διαβάστηκε» (βλ. λήμμα) / π.χ. Δήλωσε alpha male, με κέρασε τον καφέ και μετά τσαντίστηκε που δεν του κάθησα, λες και του χρώσταγα.
AI Boyfriend/Girlfriend: εδώ που φτάσαμε με τη σχεσοφάση… το αλγοριθμικό αυτό δημιούργημα απαντάει σε όλα σου τα θέλω, και σε αντίθεση με ένα πραγματικό σύντροφο, μπορείς να το φτιάξεις ακριβώς όπως θες, πολλά ζευγάρια χρησιμοποιούν τέτοιες εφαρμογές για να κάνουν “digital threesomes,” δεν κρίνουμε, αλλά είναι όλο δυστοπικό / π.χ. Ευχαριστώ Έλον Μασκ που μπορώ να κάνω την τεχνητής νοημοσύνης γκόμενά μου να έχει τεράστια βυζιά και 36 IQ.
Beta: όρος της “ανδρόσφαιρας” (manosphere), κυρίως ο άντρας που είναι σχετικά παθητικός, συναισθηματικός, ιεραρχικά «δεύτερος», ο όρος χρησιμοποιείται κυρίως από Alphas για να νιώθουν λιγότερο ανασφαλείς / π.χ. Μαζί της θέλει να νιώθει Βeta, να τον κάνει ό,τι θέλει και να της λέει ευχαριστώ.
Black Cat Boyfriend/Girlfriend: μπορεί να μη σου στέλνει καλημέρα-καληνύχτα, αλλά το τυπάκι που έχει μυστήρια αύρα μαύρης γάτας, δεν κάνει μεγάλες εκδηλώσεις συναισθήματος αλλά είναι εκεί για να σε στηρίξει σιωπηλά και μια στο τόσο να πάρει χάδια, το αντίθετο του Golden Retriever Boyfriend (βλ. λήμμα) / π.χ. Νομίζω πως ο Έντουαρντ Κάλεν είναι κλασική περίπτωση black cat boyfriend έτσι όπως προσέχει τη Μπέλα από απόσταση.
Delulu (ντελούλου): εκ του ‘delusion’ (παραίσθηση), το άτομο που προκειμένου να μην αποδεχτεί την πραγματικότητα δημιουργεί φανταστικά σενάρια, κυρίως για την ερωτική του ζωή / π.χ. Η τύπισσα νομίζει ότι τη γουστάρει ο Βέρτης επειδή της έστειλε φιλί στα μπουζούκια, τελείως delulu…
Femboy: εκ του ‘feminine boy’, το cis νεαρό συνήθως αγοράκι που του αρέσει να φορά ψηλές ριγέ κάλτσες, ακουστικά με αυτάκια γάτας, κοντά φουστάκια, κροπ τοπς και λουράκι με κουδουνάκι, του αρέσει να περνά πολύ χρόνο στο Discord και παίζοντας βιντεοπαιχνίδια / π.χ. Θέλω να βρω ένα femboy να το εκπαιδεύσω και να το ντύνω σαν anime schoolgirl.
Golden Retriever Boyfriend: ο γκόμενος με το φουντωτό μαλλί που έχει πάντα λίγο παραπάνω ενέργεια και καλή διάθεση από το κανονικό, τουλάχιστον είναι πιστός, αλλά άμα του τα κάνεις «πολλά» μπορεί και να σε δαγκώσει, ιδανικός για οικογένειες / π.χ. Ο Γιάννης έχει Golden Retriever Boyfriend energy και κάθε φορά που έχω περίοδο μου φέρνει γλυκά, μου λέει ανέκδοτα και με αφήνει να τον μαλώνω για τον τρόπο που βάζει πλυντήριο πιάτων.
Performative (περφόρματιβ): παριστάνω τον προοδευτικό για να ρίξω κόσμο, χωρίς να το πιστεύω / συν.: wokefishing / π.χ. Μόλις ανακάλυψα ένα νέο είδος performative male, αυτού που ακούει μόνο ρεμπέτικα σε βινύλια και πίνει αποκλειστικά σουμάδα. Τον θέλω.
Pick Μe (πίκμι): άτομο, συνήθως κοπέλα στον δημόσιο διάλογο, που μειώνει άλλους για να ξεχωρίσει και να το διαλέξουν / π.χ. Pick me, δεν κάνω ηλίθια κοριτσίστικα πράγματα, μ’ αρέσει να βλέπω τρεις ώρες ποδόσφαιρο και τον σχολιασμό μετά.
Sigma (Μale): όρος της “ανδρόσφαιρας” (manosphere), ο μοναχικός λύκος που δεν παίζει το παιχνίδι του κομφορμισμού, συνήθως όμως απλώς δεν τον έβαλαν ποτέ στην ομάδα / π.χ. Ο Τάσος είδε μια φορά το American Psycho και από τότε λέει πως είναι sigma male, βρείτε του επειγόντως ψυχολόγο.
Simp: ο τύπος που δεν ξεκολλάει από τη γκόμενά του και της κάνει όλα τα χατίρια, χρησιμοποιείται συχνά και εναλλάξ με τον όρο cuck / συν.: μ**νόδουλος / π.χ. Έχω γίνει τελείως simp με την Ματίνα, προχθές μου είπε ότι θέλει να ανοίξει OnlyFans και της είπα “μπράβο μωρό μου, μη ξεχάσεις να το δηλώσεις στην εφορία”.
Red Flag: προειδοποιητικό σημάδι ότι κάτι δεν πάει καλά, που συνήθως το αγνοείς γιατί το άλλο άτομο είναι ωραίο και μετά το μετανιώνεις / αντ.: green flag / π.χ. Μου είπε ότι όλες οι πρώην του ήταν τρελές· τεράστιο red flag.
Sugar Daddy/Mommy: μεγαλύτερο, οικονομικά άνετο άτομο που προσφέρει χρηματικές παροχές με αντάλλαγμα συντροφικότητα ή σεξ, φιλικό σου πρόσωπο στο οποίο συνεχώς χρωστάς / π.χ. Θέλουμε να ευχαριστήσουμε τον sugar daddy του Λευτέρη που πετάξαμε Μύκονο σε business class.
Sugar Baby: το άτομο που προσφέρει το αντάλλαγμα, επικερδής καριέρα για άτομα όμορφα, καπάτσικα και μετρ του people pleasing / π.χ. Ετοιμάζομαι να αλλάξω καριέρα και να ζήσω επιτέλους τη χλιδάτη ζωή που μου αξίζει. Πώς είπες εκείνη την εφαρμογή γνωριμιών για sugar babies;
Γύπας: ο τύπος που την πέφτει σε γκόμενες σαν αρπακτικό πτηνό, βγαίνει για κυνήγι σε μέινστριμ κλαμπ τύπου Lohan και oLa ελληνικά, αλλά πλέον συναντάται και σε συνοικιακά μπαρ καθώς και σε πιο ψαγμένα στέκια, εκεί που δεν τον έχουν μάθει ακόμα / συν.: γυπαετός, καμάκι / π.χ. Πάμε στο γκέι μπαρ, μπας και αποφύγουμε τους γύπες και τις λυσσάρες.
Καληνυχτάκιας: ο γλοιώδης τύπος που κάνει φαινομενικά τα πάντα για να πηδήξει, από το να κερνάει, να κάνει απέλπιδες προσπάθειες για κομπλιμέντα και, εν τέλει, είτε δεν καταφέρνει ούτε να περάσει το κατώφλι, είτε είναι απλά ευχαριστημένος με την καληνύχτα του / συν.: ποτεγαμήσης / π.χ. Πέρασα πολύ ωραία σε αυτό το τσιπουράδικο Αριστείδη μου, άντε καληνύχτα τώρα.
Κλαρίνο: 1) πνευστό μουσικό όργανο για φιλαρμονικές και πανηγύρια εξίσου, 2) μτφ. η πεολειχία, 3) ο τύπος που φοράει στενά σκισμένα τζιν, έχει faded κούρεμα χειρουργικής ακρίβειας, συνήθως βγαίνει σε ελληνάδικα με Moncler αμάνικο μπουφάν, καπνίζει τετρακίνητο vape και πίνει Belvedere, προσφέροντας άπλετο κριντζ πέσιμο / συν.: κλαρινογαμπρός, κλάριν, κλαρινοκάγκουρας π.χ. Πάμε Μπουρνάζι να ρίξουμε κανα κλαρινάκι;
Κρίπουλας: ο ‘creepy’ (ανατριχιαστικός) τύπος, σε προσεγγίζει με γλοιώδη τρόπο, παραβιάζοντας τον προσωπικό σου χώρο, στέλνει μηνύματα λατρείας για τα πατουσάκια σου και μυρίζει ιδρώτα μπλεγμένο με φθηνό αποσμητικό σπρέι / π.χ. Θυμάστε τον κρίπουλα που μου έστελνε κάθε δύο ώρες; Μπήκε φυλακή.
Μ*ύνα: ανακτημένος όρος που από σεξιστικός πλέον μεταξύ θηλυκοτήτων (!) χρησιμοποιείται για να μας «ανεβάσει», η θηλυκότητα με εντυπωσιακή εμφάνιση που περπατάει και σείονται τα πεζοδρόμια / συν.: μ*υνάρα, πατόμ*υνο, νέτο, νίμου / π.χ. Δες αυτή τη μ*ύνα με τις μποτάρες τι φοβερό αέρα εκπέμπει.
Νεφέλη: η βασίλισσα του φασαιισμού, η κυριλέ χίπισσα, η τύπισσα που οι γονείς της ήθελαν να της δώσουν ένα αιθέριο και εναλλακτικό όνομα και εκείνη το οικειοποιήθηκε πλήρως και τώρα οι αγαπημένες της δραστηριότητες είναι να βγαίνει performatively για τσίπουρα στα Εξάρχεια και να πηγαίνει σε λάηβ του Μάλαμα με μακριά αέρινα φορέματα και τρεις τζίβες στα αχτένιστα μαλλιά της, θεοποιημένη από κάθε νέο κάτοικο Κυψέλης και περιχώρων / π.χ. Γνώρισα μια Νεφέλη προχθές στο μπαράκι στη Σκουφά και με ρώτησε κατά πού πέφτει ο Κολωνός.
Ονλιφατζού: εκ της ιστοσελίδας πονηρού περιεχομένου με συνδρομή ονόματι ‘ΟnlyFans’, η τύπισσα που παράγει περιεχόμενο για τη συγκεκριμένη πλατφόρμα / π.χ. Η Στέλλα έγινε ονλιφατζού και έβγαλε περισσότερα σε ένα μήνα απ’ ό,τι εγώ σε δύο χρόνια.
Παρτενέρ: η ουδέτερη, κάπως πιο σοβαρή λέξη για τον σύντροφο ή το άτομο με το οποίο έχεις ερωτική ή σεξουαλική σχέση, αν το πεις κάνει μπαμ πως είσαι queer / π.χ. Θα έρθω με τον παρτενέρ μου στο πάρτι, μην τρομάξεις, είναι άνθρωπος.
Πατουσάκιας: ο τύπος που δεν ντρέπεται να πει ότι θα προτιμούσε να έχει τα πόδια σου στο στόμα του απ’ ότι να σε ακούει να μιλάς / συν.: ποδολάγνος / π.χ. Μου ζήτησε φωτογραφία δαχτυλάκια ποδιών πριν καν ρωτήσει πώς με λένε – πατουσάκιας certified.
Φύλο & σεξουαλικότητα
Cisgender (σιστζέντερ): το άτομο που νιώθει άνετα με την ταυτότητα του φυσικού του φύλου, δηλαδή του αποδόθηκε το ίδιο φύλο στη γέννηση με αυτό που βιώνει ως ταυτότητα ως γυναίκα ή άνδρας / εν συντομία: cis / π.χ. Είμαι ένας cis straight λευκός άνδρας και πάσχω από μοναξιά και καταπίεση.
Demisexual: άτομο που νιώθει σεξουαλική έλξη μόνο όταν υπάρχει συναισθηματικό δέσιμο / π.χ. Δεν είναι ότι δεν του αρέσει το σεξ, απλώς είναι demisexual και θέλει πρώτα να δεθεί.
ΝΒ (Non Binary): το άτομο που δεν ταυτίζεται με το δυαδικό κοινωνικό φύλο, μπορεί να χρησιμοποιεί ουδέτερες ή μη δυαδικές αντωνυμίες, και σας παρακαλεί να ρωτάτε αν δεν είστε σίγουροι, μέλος της λοατκι+ κοινότητας, σε μπερδεύει επειδή δεν μπορείς να καταλάβεις τι παίζει και καταλήγεις να το φωνάζεις ‘φιλαράκι’ / εναλ.: gender fluid (ρευστό φύλο), agender (άφυλο) / π.χ. Ποιο μου καβάτζωσε τα σακάκια του παππού μου; Ήταν σίγουρα non-binary, στη διαδρομή του έπεσαν αυτό το κομικά μακρύ κασκόλ και μια καραμέλα ευκαλύπτου.
Queer (κουίρ): οικειοποιημένος όρος που κυριολεκτικά σημαίνει ‘περίεργος’, άτομο της λοατκι+ κοινότητας, με ρευστή σεξουαλικότητα και ταυτότητα φύλου που συχνάζει Κυψέλη και κέντρο, έχει κούρεμα κοντό μπροστά και μακρύ πίσω (mullet) με καμένη ντεκαπάζ, πολλά σκουλαρίκια παντού, και λουκ ‘δείτε πόσο αυτοεκφράζομαι’, ενώ συνήθως είναι του καλλιτεχνικού τομέα / π.χ. Δες τα queerάκια πώς κάνουν ουρά έξω από τα τρίευρα θριφτάδικα της Πατησίων.
Transgender (τρανστζέντερ): άτομο του οποίου η ταυτότητα φύλου δεν ταυτίζεται με το φύλο που του αποδόθηκε κατά τη γέννηση, μπορεί να είναι δυαδικό ή μη δυαδικό, δεν έχει καμία απολύτως σχέση με τον σεξουαλικό προσανατολισμό / συν.: τρανς / π.χ. Όταν λέμε τρανς γυναίκα εννοούμε ότι της απευθυνόμαστε σαν γυναίκα, οκ; Όταν λέμε τρανς άντρας εννοούμε ότι του απευθυνόμαστε ως άντρα.
Ετεροκανονικότητα: η κοινωνική παραδοχή ότι η ετεροφυλοφιλία και τα παραδοσιακά φύλα είναι το «κανονικό», ότι όλα έγιναν με βάση τον Αδάμ και την Εύα / π.χ. Όταν σε ρωτάνε αν έχεις αγόρι ενώ δεν ξέρουν καν τον προσανατολισμό σου, λέγεται ετεροκανονικότητα.
Σεξ & BDSM
Συναίνεση: τα βασικά, το ελάχιστο, το αυτονόητο, η ρητή, ενθουσιώδης και ανακλητή (δηλαδή μπορείτε να αλλάξετε γνώμη όποτε θέλετε) συμφωνία για οποιαδήποτε ερωτική και σεξουαλική πράξη / π.χ. Αν δεν υπάρχει συναίνεση, δεν υπάρχει φάση. Τέλος.
Προκαταρκτικά: όλα όσα συμβαίνουν πριν τις διεισδύσεις κτλ, για να εξάψουν τη φάση και να υγράνουν τα σώματα, φιλιά, χάδια, δάγκωμα αυτιού, γενικώς το ζέσταμα / π.χ. Έχω βαρεθεί τα προκαταρκτικά να αφορούν μόνο τον στοματικό έρωτα στο πέος.
Οργασμός: αυτό που παίρνουν οι άντρες και δεν τους νοιάζει να δώσουν στις γυναίκες, σοβαρευτείτε / συν.: χύσιμο, τελείωμα, εκσπερμάτωση / π.χ. Ο μοναδικός τρόπος που φτάνω σε οργασμό είναι με τον δονητή μου, o Θαλής δεν βρήκε ποτέ την κλειτορίδα μου.
Aftercare: η φροντίδα μετά το σεξ ή μετά από BDSM παιχνίδι, με αγκαλιές, νερό, κουβεντούλα, ή ότι χρειάζεται από τους συμμετέχοντες για επαναφορά στην πραγματικότητα / π.χ. Μετά το session κάναμε λίγο aftercare γιατί είχαμε γίνει κουρέλια.
BDSM (μπιντιεσέμ): ακρωνύμιο των Bondage (δεσμά), Discipline (πειθαρχία), Dominance (κυριαρχία), Submission (υποταγή), Sadism (σαδισμός), Masochism (μαζοχισμός), δηλαδή το σεξ όταν δεν λέτε απλώς τι σας αρέσει, αλλά έχετε κάνει σύσκεψη για να θέσετε όρια και safe word, περιλαμβάνει παιχνίδια εξουσίας, ελέγχου και πόνου μόνο με συναίνεση, γιατί αλλιώς πάει για μήνυση / π.χ. Μου είπε ότι γουστάρει BDSM και χάρηκα, μέχρι που απλά μου έδωσε δυο χαλαρές σφαλιάρες.
Kink: κάθε ερωτική πράξη που παρεκκλίνει από τον αγνό αναπαραγωγικό έρωτα, καθώς συνήθως περιλαμβάνει κάθε λογής παιχνιδάκια και βοηθήματα, μη συμβατικές σεξουαλικές προτιμήσεις, και λοιπές φαντασιώσεις / συν.: βίτσιο / π.χ. Συζητήσαμε τα kinks μας και μου είπε πώς της αρέσει να τη δένουν πισθάγκωνα με γούνινες χειροπέδες.
Vanilla (βανίλα): η πιο συνηθισμένη γεύση παγωτού, και ο αγνός αναπαραγωγικός έρωτας που δεν περιλαμβάνει μη συμβατικές σεξουαλικές προτιμήσεις, το αγαπημένο είδος του Θεού / αντ.: kinky / π.χ. Απολαμβάνω το vanilla sex μόνο με άτομα για τα οποία έχω συναισθήματα.
Φετίχ: έντονη ερωτική έλξη για συγκεκριμένο αντικείμενο, μέρος σώματος ή κατάσταση, που χωρίς αυτό το άτομο δεν μπορεί να λειτουργήσει σεξουαλικά / π.χ. Έχει φετίχ με τα δερμάτινα γάντια, και του αρέσει να τα φοράω και να τον χαϊδεύω.
Bottom: συναντάται στην λοατκι+ κοινότητα και αναφέρεται στο άτομο που προτιμά να το τρώει / συν.: μποτομιέρα, μπότα / π.χ. Καλέ η Λύσσανδρος είναι σίγουρα bottom, δεν βλέπεις πώς το κουνάει;
Top: συναντάται στη λοατκι+ κοινότητα και αναφέρεται στο άτομο που προτιμά να το δίνει / π.χ. Τι κάνουν δύο tops σε ένα κρεβάτι; Σφίγγουν τις βίδες που έχουν λασκάρει.
Vers: εκ του ‘versatile’, συναντάται στην λοατκι+ κοινότητα και αναφέρεται στο άτομο που και τον δίνει και το τρώει, απλά πράγματα, σπάνιο είδος / π.χ. Vers με vers ταιριάζουν καλύτερα γιατί το πράγμα έχει ποικιλία.
Κυρίαρχος, -η, -ο (dominant): το άτομο που έχει τον έλεγχο στο πλαίσιο μια συναινετικής ανταλλαγής εξουσίας δίνει εντολές, θέτει το ρυθμό και γενικά κάνει κουμάντο, πάντα με συμφωνημένα όρια / συν.: dom, domme, dominatrix, domina / π.χ. Στην καθημερινότητα είναι ένας χαμογελαστός λογιστής, αλλά στο παιχνίδι είναι ξεκάθαρα κυρίαρχος.
Υποτακτικός, -ή, -ό (submissive): το άτομο που επιλέγει να παραδώσει τον έλεγχο στον κυρίαρχο μέλος στο πλαίσιο της BDSM δυναμικής, ακολουθώντας κανόνες και εντολές / συν.: sub, σαμπάκι / π.χ. Στο κρεβάτι δηλώνει περήφανα υποτακτική, και είναι και μαζόχα.
Switch: το άτομο που μπορεί να κινηθεί άνετα και στους δύο ρόλους, πότε κυρίαρχος και πότε υποτακτικός, ανάλογα με τη διάθεση, το άτομο και τη στιγμή / π.χ. Με τον Δημήτρη είμαι sub, με την Άννα όμως βγαίνει το switch.
Brat: (1) φλουό καταπράσινος δίσκος της Charli XCX, (2) άτομο κατά βάθος υποτακτικό που κάνει επίτηδες το δύσκολο, προκλητικό ή ατίθασο για να προκαλέσει αντίδραση από το κυρίαρχο, που δαμάζοντας το brat γίνεται brat tamer, θέλει υπομονή και επιμονή / π.χ. Μου είπε να μη μιλάω, οπότε φυσικά έγινα brat και δεν σταμάτησα να τον τρολάρω.
Cuck (κακ): εκ του ‘cuckold’, αυτός που κάθεται στη μοναδική πολυθρόνα του δωματίου του ξενοδοχείου και παρακολουθεί τη σύντροφό του να πηδιέται με τον Bull (γαμ*άς) της, λαμβάνοντας από αυτό σεξουαλική απόλαυση, χρησιμοποιείται και μεταφορικά / θηλ. εκδοχή: cuckquean / π.χ. Ο Κώστας είναι τελείως cuck, την πέφτουν χύμα στη γυναίκα του και αυτός όχι απλά δεν αντιδρά, γουστάρει κιόλας.
Pillow Princess: η πριγκιπισσούλα (χαρακτηρισμός ανεξαρτήτως φύλου) που δεν θέλει να κουνάει ούτε το μικρό της δαχτυλάκι κατά τη διάρκεια της ερωτικής πράξης και αράζει στα μαξιλάρια / συν.: αστερίας / π.χ. Με τη Λίτσα κάνω σαν δαιμονισμένη μάγισσα εν ώρα οίστρου, ενώ με την Εριέττα είμαι πιο pillow princess.
Stone: η πέτρα, σκληρή, αλώβητη, στιβαρή, δεν θέλει να αγγίζεται στο σεξ, προτιμά να προσφέρει απόλαυση, ιδανικό ζευγάρωμα με μαξιλαροπριγκίπισσες / π.χ. Ανακάλυψα πως είμαι εντελώς stone, όταν την πρώτη μου φορά της κλώτσησα το χέρι.
Edging: τεχνική όπου φέρνεις κάποιον πολύ κοντά στον οργασμό και μετά σταματάς ή επιβραδύνεις για να παρατείνεις την ένταση / π.χ. Μου έκανε edging για δύο ώρες και στο τέλος είδα τα αστέρια και παραλίγο να λιποθυμήσω.
Pegging (πέγκινγκ): όχι δεν έχει να κάνει με την Πέγκυ, αλλά με το τι κάνει αυτή στο αγόρι της, πάντως μην ανησυχείτε, αυτό δεν τον κάνει γκέι, η πρωκτική απόλαυση είναι για όλους / π.χ. Τα έμαθες φίλε; Τώρα το pegging είναι της μόδας, αλλά όταν μας καβαλούσε το Μαράκι δεν το λέγαμε πουθενά.