Οι 15 καλύτερες ταινίες της χρονιάς μέχρι τώρα
Αυτά είναι τα κορυφαία φιλμ που είδαμε στη μεγάλη οθόνη ως τα μέσα του 2026.
Περιεχόμενα
Ο Ιούνιος πλησιάζει στο τέλος του και μέχρι τώρα το 2026 μας έχει φιλοδωρήσει με περίπου διακόσιες κινηματογραφικές κυκλοφορίες, υπολογίζοντας και τις επανεκδόσεις. Όπως έχει διαμορφωθεί η σοδειά, η πλειοψηφία της δε χαρακτηρίζεται από μπόλικους σπουδαίους τίτλους, ωστόσο, προέκυψαν αρκετοί που δημιούργησαν έντονο και επίμονο σούσουρο. Αυτό είναι, βασικά, το στοιχείο που δίνει τον τόνο στη χρονιά προς στιγμήν. Το hype οδηγεί τους θεατές στις σκοτεινές αίθουσες και μάλιστα, σε αντίθεση με το τι συνήθως συμβαίνει, ανταμείβει τις προσδοκίες τους. Δεν είναι τυχαίο πως τρεις από τις επιλογές της παρακάτω λίστας αντιστοιχούν σε φιλμ που το κοινό περίμενε με ανυπομονησία να δει στη μεγάλη οθόνη και επιπλέον, συνεχίζουν να κόβουν εισιτήρια σε θερινά και μη σινεμά. Υπό αυτήν την έννοια, το 2026 μοιάζει τώρα να ανεβάζει ρυθμούς, καθώς αναμένονται και αρκετοί πολυαναμενόμενοι τίτλοι όπως η «Οδύσσεια» του Κρίστοφερ Νόλαν. Ενώ η πραγματικά αγαπημένη του υπογράφοντος για φέτος δεν έχει βρεθεί, ακόμη, στις μαρκίζες – έρχεται προσεχώς…
Οι καλύτερες ταινίες του 2026 ως τώρα:
15. Επιστροφή στην Πατρίδα (Χρύσα Τζελέπη & Άκης Κερσανίδης)
Ολοκαύτωμα, μνήμη, ταυτότητα, ενοχή και ιστορική ευθύνη είναι μερικές από τις θεματικές που διατρέχουν ένα από τα πιο φιλοσοφημένα ελληνικά ντοκιμαντέρ των τελευταίων ετών. Στο επίκεντρο βρίσκεται ο Τίτους Μίλεχ, ένας άντρας ο οποίος ύστερα από μια ζωή στην οποία έχει απαρνηθεί την εθνικότητά του, επιστρέφει μετά από δεκαετίες στη Γερμανία, τον τόπο που γεννήθηκε και έχει συνδέσει με αβάσταχτο διαγενεακό πόνο. Όσα μοιράζεται στην κάμερα δεν είναι μόνο αποστομωτικά, αλλά και πολύτιμα σε μια εποχή όπου οι εθνικισμοί ακμάζουν ξανά και οι δυτικοί επιλέγουν να αγνοούν τις φρίκες που συμβαίνουν κάτω από τη μύτη τους.
14. Τι σου Λέει Αυτή η Φύση («Geu Jayeoni Nege Mworago Hani» / «What Does That Nature Say to You», Χονγκ Σανγκ-σου)
Ο ακούραστος Νοτιοκορεάτης σκηνοθέτης που κυκλοφορεί κάθε χρόνο και από ένα κινηματογραφικό πόνημα, εδώ επενδύει λίγο παραπάνω στο χιούμορ του και καταθέτει ένα χαμηλότονο πλην αβίαστα καλόκαρδο ιδιοσυγκρασικό rom com. Πρόκειται για ένα στιλ σινεμά το οποίο είναι συνηθέστερο να ξεχνιέται, αφού δεν ενδιαφέρεται να βρει δικαίωση μέσα από τις μεγαλόσχημες εκφορές του, αλλά να προσφέρει στο θεατή μια γλυκόπικρη εκδοχή της ζωής που μπορεί να βρουν οικεία.
13. Άρκο («Arco», Ουγκό Μπιενβενί)
Και μόνο η ιδέα πως μπορεί να υπάρξουν χρονο-ταξιδιώτες που χρησιμοποιούν ως μέσο μεταφοράς τους τα ουράνια τόξα, ήταν αρκετή για να κερδίσει τις εντυπώσεις αυτό το γαλλικό animation που έφτασε δικαίως μέχρι τα βραβεία Όσκαρ. Ονειρικό, ευφάνταστο σχέδιο που θυμίζει την ευρωπαϊκή σχολή κινουμένων σχεδίων με ολίγη από anime, αλλά και μια υπέροχη περιπέτεια είναι στοιχεία που συμπληρώνουν ένα άψογο φιλμ εμψύχωσης.
12. Pillion (Χάρι Λάιτον)
«Ήταν καιρός να δούμε ένα kink friendly ρομάντζο με αυθεντικό βλέμμα, rom-com διάθεση, το οποίο να μη φοβάται να δηλώσει περήφανα πως κάποιες φορές, το να είσαι σκλάβος της αγάπης είναι πολύ καυλωτικό». Διαβάστε ολόκληρη την κριτική για το «Pillion» εδώ.
11. Πολύ Κοριτσίστικο Όνομα το Πάττυ (Γιώργος Γεωργόπουλος)
«Η κατασκευή του σεναρίου γίνεται αμέσως οικεία, παραπέμποντας συνειδητά σε αρχετυπικά δείγματα του αμερικανικού σινεμά, κυρίως όσα σκηνοθέτησε ο Τζον Άβιλντσεν (“Karate Kid”, “Ρόκι”). Ο Γεωργόπουλος μετατρέπει το αίσθημα του γνώριμου σε αφηγηματικό πλεονέκτημα, αφού χρησιμοποιεί τη νοσταλγία σαν αφετηρία για να φρεσκάρει μία από τις πιο δημοφιλείς κινηματογραφικές συνταγές. Δεν εξαντλείται, δηλαδή, στα κλεισίματα του ματιού, αλλά προσηλώνεται στην ανάπτυξη μιας συναισθηματικής περιπέτειας που συμβολίζει τη μετάβαση από την αβεβαιότητα της ανηλικιότητας στον εναγκαλισμό με το ρίσκο που ενέχει η ενηλικίωση». Διαβάστε ολόκληρη την κριτική για το «Πολύ Κοριτσίστικο Όνομα το Πάττυ» εδώ.
10. Το Αριστερό μου Χέρι («Zuopiezi Nuhai» / «Left-Handed Girl», Σι-Τσινγκ Τσου)
Ένα ανεπιτήδευτο lo-fi κομψοτέχνημα κοινωνικού ρεαλισμού, το οποίο μοιράζεται την ίδια αφοπλιστική ευαισθησία με το έξοχο «Take Out» (2004) το οποίο η σκηνοθέτρια είχε γυρίσει με το στενό συνεργάτη της Σον Μπέικερ («Anora», «The Florida Project»). Θέλει πηγαία εγκαρδιότητα για να γυρίζεις το βλέμμα σου στο λαϊκό κόσμο χωρίς εξωραΐσμούς και περιττούς συνιασθηματισμούς, ακόμα περισσότερο όταν στην ουσία αυτό που θες να αφηγηθείς είναι μια ιστορία πρόωρης συνειδητοποίησης ενός κόσμου άπλετου κυνισμού.
9. Kontinental ’25 (Ράντου Ζούντε)
Σαρδόνια πολιτική σάτιρα και ταυτόχρονα ένα επιμελώς ατημέλητο δείγμα χειροποίητου κινηματογράφου, το «Kontinental ‘25» έρχεται να προστεθεί στις σαρδόνιες αποδομήσεις του ύστερου καπιταλισμού που έχουν εξελιχθεί σε σήμα κατατεθέν του εμβληματικού Ρουμάνου σκηνοθέτη. Ενός δημιουργού που όσο συχνά βρίσκεται στο στόχαστρο των συμπατριωτών του για το γεγονός πως φωτίζει τα κακώς κείμενα της πατρίδας του, άλλο τόσο εφευρίσκει απολαυστικά βιτριολικούς τρόπους για να συνεχίσει να το κάνει.
8. Αρκουδότρυπα (Χρυσιάννα Παπαδάκη & Στέργιος Ντινόπουλος)
«Αντί για προσεκτική τακτοποίηση των πάντων, οι Παπαδάκη – Ντινόπουλος παίρνουν το ρίσκο να γίνουν παραπάνω αναλυτικοί, να σταθούν μερικά λεπτά περισσότερο πάνω από τους χαρακτήρες τους, αρκεί το γενεαλογικό ψηφιδωτό που σμιλεύουν να είναι όσο πλήρες χρειάζεται. Στάση δικαιολογημένη, επίσης, από το γεγονός πως στο επίκεντρο βρίσκονται οι άψογες Κυριαζή – Οικονομάκη, οι οποίες δίνουν με διαφορά το καλύτερο πρωταγωνιστικό ντουέτο που έχουμε δει εδώ και δεκαετίες σε ελληνική ταινία». Διαβάστε ολόκληρη την κριτική για την «Αρκουδότρυπα» εδώ.
7. Πικρές Γιορτές («Amarga Navidad», Πέδρο Αλμοδόβαρ)
«… οι “Πικρές Γιορτές” δε χρειάζεται να είναι ακόμα ένα τεκμήριο της ευρηματικότητας του Αλμοδόβαρ. Αυτό, εξάλλου, το έχει αποδείξει πολλάκις στην καριέρα του. Είναι, αντιθέτως, μια παρηγορητική υπενθύμιση πως ποτέ δεν είναι αργά για ένα καινούριο κεφάλαιο που βάζει στη θέση του τα κακώς κείμενα όλων των προηγούμενων». Διαβάστε ολόκληρη την κριτική για τις «Πικρές Γιορτές» εδώ.
6. Sirât (Όλιβερ Λάσε)
«Με πολύ απλά λόγια, εάν θέλαμε να συνοψίσουμε την ενέργεια του “Sirât”, θα μπορούσαμε να πούμε πως είναι ένα αποκαλυπτικό θρίλερ με ταχύτατα bpm, το οποίο βρίσκεται στο σταυροδρόμι του “Mad Max” και του “Climax”. Σε αυτό το αισθητικό πλαίσιο, οι Λάσε – Φιγιόλ προχωρούν σε ένα όχι απαραίτητα ευφράδες, αλλά σίγουρα καίριο σχόλιο για το τι σημαίνει να παρτάρεις και να κυνηγάς με πείσμα τη «φάση», αγνοώντας το κόστος, την ώρα που ο κόσμος τελειώνει. Σαφώς πιο εμβριθής από τη, για παράδειγμα, περιγραφική πλην πλήρη “Τελειότητα” (Βιντσέντζο Λατρόνικο, εκδ. Loggia) στον τρόπο που αναφέρεται στη millennial διασκέδαση και οικονομία της διαφυγής, η ταινία θίγει ακριβώς το πώς η οχύρωση σε μια έμπρακτη εναλλακτικότητα χωρίς κοινωνικά πρόσημα μπορεί να οδηγήσει σε μια επικίνδυνη εσωτερική φθορά. Διότι, επιπλέον, οι Ευρωπαίοι πρωταγωνιστές εκμεταλλεύονται σχεδόν αποικιοκρατικά, θα έλεγε κάποιος πιο πονηρός, την ελευθεριότητα που προσφέρει ένας ξένος και φθηνός για αυτούς τόπος, αδιαφορώντας για το τι μπορεί να συμβαίνει εκεί κατά τα άλλα. Αρκεί που εκείνοι κάνουν το κομμάτι τους». Διαβάστε ολόκληρη την κριτική για το «Sirât» εδώ.
5. Backrooms (Κέιν Πάρσονς)
«Το “Backrooms”, λοιπόν, υποβάλλει με τον τρόμο του ακριβώς επειδή ανακινεί… κάτι στο ασυνείδητό μας. Διογκώνει το αίσθημα του μεταιχμίου στο μέγιστο βαθμό, μετατρέπει τους χώρους του σε ένα λαβύρινθο παραμορφωμένου ρεαλισμού όπου τα πάντα δεν είναι τελείως όπως θα έπρεπε να είναι. Περίπου σαν η «Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων» να συναντά το «Μυαλό του Τζον Μάλκοβιτς» στο πιο εφιαλτικό. Έτσι, στην κατασκευή ενός περιβάλλοντος, τον οποίο γνωρίζει στην εντέλεια βέβαια, ο Πάρσονς κάνει περίπατο σκηνοθετικά». Διαβάστε ολόκληρη την κριτική για το «Backrooms» εδώ.
4. Marty Supreme (Τζος Σάφντι)
«Στην ουσία, το “Marty Supreme” είναι ένα επικό παραμύθι για τη γέννηση του αμερικανικού ονείρου, το οποίο έρχεται σε μια εποχή που έχει φθαρεί εντελώς. Υπό αυτήν την έννοια δεν προκαλεί εντύπωση πως το ηλεκτρονικό soundtrack, το οποίο αποτελείται από τις φοβερές συνθέσεις του Ντανιέλ Λοπατέν (Oneohtrix Point Never) και κομμάτια πολύ γνωστών καλλιτεχνών (New Order, Alphaville, Tears for Tears), παραπέμπει συγκεκριμένα στη δεκαετία του ’80. Περίοδο, δηλαδή, ψυχροπολεμικού ανταγωνισμού, ακμής των “reaganomics” και πλήρους υλοποίησης του προαναφερθέντως ονείρου». Διαβάστε ολόκληρη την κριτική για το «Marty Supreme» εδώ.
3. Άμνετ («Hamnet», Κλόι Ζάο)
«Για αυτό και το “Άμνετ”, επιπλέον, αποκτά διαστάσεις υπεράσπισης της τέχνης ως θεραπευτικού εργαλείου, χωρίς ποτέ να ξεχνά ότι, την ίδια ώρα, μιλά για την ιστορία μιας σχέσης. Οι Άγκνες και Ουίλιαμ συνθέτουν μια ακλόνητη μονάδα γιατί παρότι μιλούν διαφορετικές γλώσσες, τρόπον τινά, η επικοινωνία τους έχει ως βάση την πίστη στην αγαθότητα του άλλου. Και φυσικά, στο γεγονός πως αντιλαμβάνονται ότι τα όρια της ανθρώπινης εμπειρίας δεν μπορεί να είναι το σύνορο ενός αγρού, όπως συνέβαινε τότε. Μια εποχή όπου ο οίκος ήταν ο ίδιος τόπος που γεννιόσουν, δούλευες, παντρευόσουν, πέθανες και ο θάνατος ήταν μια σταθερή σκιά στο ρου των ημερών. Το «να ζει κανείς ή να μη ζει;» μπορεί να είναι η απορία, αλλά το βέβαιο είναι κάθε απώλεια επιφυλάσσει ένα άδικο που κάνει τη ζωή, μη-ζωή πια». Διαβάστε ολόκληρη την κριτική για το «Άμνετ» εδώ.
2. Ο Μυστικός Πράκτορας («O Agente Secreto» / «The Secret Agent», (Κλέμπερ Μεντόνσα Φίλιο)
«Παρά το γεγονός πως η σκηνοθεσία του Φίλιου επιδιώκει την υπερβατικότητα, το αλλόκοτο παρεισφρέει στην αφήγηση εκεί που δεν το περιμένεις, ο τρόπος που εξελίσσεται η δίωξη πείθει πως βρίσκεται πολύ κοντά στην πραγματικότητα, γι’ αυτό και σφίγγει το στομάχι. Το ανθρωποκυνηγητό εκδηλώνεται αργά και σιωπηρά, την ίδια ώρα που η ζωή αμείλικτα συνεχίζεται. Στο ίδιο καρναβάλι χορεύουν αντιφρονούντες, αμέτοχοι και μπάτσοι, οι αίθουσες του κινηματογράφου γίνονται χώροι διαφυγής για τους θεατές και ενοχοποίησης για τους ασφαλίτες. Η κανονικότητα είναι γεμάτη απειλές, αλλά αποδίδεται με χειροπιαστό, σχεδόν μεθυστικό τρόπο». Διαβάστε ολόκληρη την κριτική για το «Μυστικό Πράκτορα» εδώ.
1. Εμμονή («Obsession», Κάρι Μπάρκερ)
«…ο Μπάρκερ δεν αρκείται στην κατασκευή ενός τέρατος με γνώριμο πρόσωπο. Του εμφυσά μια βάσιμη τραγικότητα, αφού ο ίδιος δεν είναι απαραίτητα λιγότερο εγκλωβισμένος στον ελαττωματικό εαυτό του από την Νίκι. Πέρα από οτιδήποτε, όμως, το μεγάλο «όπλο» της «Εμμονής» είναι η Ναβαρέτ. Σε μια ερμηνεία – αποκάλυψη, η ηθοποιός επιτελεί το ρόλο του «μπαμπούλα» τόσο στοιχειωτικά που προστίθεται εύκολα μεταξύ των πιο τρομακτικών γυναικών που έχουμε δει στο horror». Διαβάστε ολόκληρη την κριτική για την «Εμμονή» εδώ.
Βρείτε περισσότερες κινηματογραφικές λίστες εδώ.
Διαβάστε επίσης