Στο «Marty Supreme» ο Τίμοθι Σαλαμέ είναι το τέλειο καθίκι
«Marty Supreme»

Στο «Marty Supreme» ο Τίμοθι Σαλαμέ είναι το τέλειο καθίκι

Ο Αμερικανός ηθοποιός σαρώνει στη σόλο εξόρμηση του σκηνοθέτη Τζος Σάφντι.

Πώς το είχε πει η Πολίν Καέλ για τα «Καλά Παιδιά»; Ότι είναι μια ταινία για το τι σημαίνει να είσαι άντρας και του πώς οι άντρες πωρώνονται με το να φέρονται σαν άντρες, όπως πρόχειρα μπορώ να μεταφράσω την έξοχη φράση: «It’s about being a guy and guys getting high on being a guy». Στο ίδιο κείμενο, η εμβληματική κριτικός διερωτάται εάν τα «Καλά Παιδιά» είναι ένα σπουδαίο φιλμ. Η απάντησή της είναι αρνητική, ωστόσο αναγνωρίζει ένα προτέρημα που αφήνω αμετάφραστο: «it’s a triumphant piece of filmmaking». Τα ίδια ακριβώς λόγια, αυτολεξεί, μπορούν να χρησιμοποιηθούν σήμερα για το «Marty Supreme» του Τζος Σάφντι.

Σε μια περίοδο όπου αμφότερα τα αδέρφια Σάφντι δοκιμάζονται στις πρώτες σόλο εξορμήσεις τους, ο Μπένι νωρίτερα στη σεζόν με το συμπαθητικό «The Smashing Machine: Η Καρδιά ενός Μαχητή», ο Τζος αποδεικνύεται ως βασικός εμπνευστής του στοιχείου που τους ξεχώρισε ως σκηνοθετικό δίδυμο, εκείνο του υπερηχητικού άγχους. Όπως στα «Good Time» (2017) και «Uncut Gems» (2019), έτσι και στο «Marty Supreme» κινητήρια δύναμη της έντασης είναι η χειροπιαστή αγωνία που οδηγεί το σασπένς στα άκρα. Και αυτό εξαιτίας των αποφάσεων του κεντρικού ήρωα, ενός επιδέξιου παίκτη πινγκ πονκ (Τίμοθι Σαλαμέ), του Μάρτι Μάουζερ, ο οποίος στις αρχές της δεκαετίας του ’50 στις ΗΠΑ πασχίζει να διακριθεί διεθνώς στο άθλημα, αλλά και να ανεξαρτητοποιηθεί οικονομικά. Μια σειρά λανθασμένων επιλογών, βέβαια, φτάνουν τη ζωή του σε ένα παράδοξο σταυροδρόμι το οποίο απειλεί το ίδιο το μέλλον του.

Ένα λαϊκό αθλητικό δράμα «παγιδευμένο» σε μια αστική υπαρξιακή οδύσσεια, το «Marty Supreme» διέπεται από μια φρενίτιδα που την τρως με τα μάτια. Ο Σάφντι σκηνοθετεί σα να μην υπάρχει αύριο, καθώς ο Σαλαμέ διογκώνει τα αδιέξοδα στα οποία εγκλωβίζεται ο ρόλος του. Ένας αντι-ήρωας ο οποίος, ταυτόχρονα, αναδύει μεθυστική αυτοπεποίθηση και εξοργιστική αλαζονεία. Εδώ μπορούν εύκολα να πραγματοποιηθούν οι πρώτες συνδέσεις με το σκορσεζικό ύφος και τα «Καλά Παιδιά» συγκεκριμένα, αφού σε αμφότερες περιπτώσεις έχουμε να κάνουμε με μια πορεία προς ένα έρεβος που έλκει σα μαγνήτης τους αντισυμβατικούς πρωταγωνιστές, εκ των οποίων ο ένας ονομάζεται κυριολεκτικά Μάρτι, χώρια τη Νέα Υόρκη που προσφέρει το ιδανικό ασφυκτικό φόντο. Έπειτα, σαν άλλος Βασίλης Μπισμπίκης στη «Σπασμένη Φλέβα», ο Σαλαμέ ενστερνίζεται απόλυτα τον δηλητηριώδη ναρκισσισμό του χαρακτήρα του. Με όχημα μια ξεχαρβαλωμένη ηθική πυξίδα και παρά το γεγονός πως τα καλπάζοντα χρέη έρχονται προς το μέρος του σα λυσσασμένα μπαλάκια πινγκ πονγκ, εκείνος παραμένει αμετανόητα πονηρός και ξώφαλτσα καταφερτζής.

Λίγο-πολύ, κοινώς, με τον ανθρωπότυπο που είδαμε να ενσαρκώνει ο Άνταμ Σάντλερ στο καθηλωτικό «Uncut Gems». Μόνο που εδώ τα πράγματα είναι λιγότερο πένθιμα, περισσότερο ξέφρενα και επικεντρωμένα στο να βρεθεί απάντηση στο ερώτημα ποιο είναι, τελικά, το πραγματικό κόστος της επιτυχίας. Ο Μάουζερ αφήνει μια έτοιμη, στρωμένη καριέρα κυνηγώντας τη μέθεξη του πρωταθλητισμού, ρισκάροντας τα πάντα, αλλά δεν τον βλέπουμε ποτέ να κάνει ούτε μία προπόνηση. Καύσιμό του είναι αποκλειστικά το έμφυτο ταλέντο, αλλά και η εντελώς αμερικανική νοοτροπία που θέλει τη σιγουριά, την πυγμή και τα λόγια να ανοίγουν όλους τους αναγκαίους δρόμους. Στην ουσία, το «Marty Supreme» είναι ένα επικό παραμύθι για τη γέννηση του αμερικανικού ονείρου, το οποίο έρχεται σε μια εποχή που έχει φθαρεί εντελώς. Υπό αυτήν την έννοια δεν προκαλεί εντύπωση πως το ηλεκτρονικό soundtrack, το οποίο αποτελείται από τις φοβερές συνθέσεις του Ντανιέλ Λοπατέν (Oneohtrix Point Never) και κομμάτια πολύ γνωστών καλλιτεχνών (New Order, Alphaville, Tears for Tears), παραπέμπει συγκεκριμένα στη δεκαετία του ’80. Περίοδο, δηλαδή, ψυχροπολεμικού ανταγωνισμού, ακμής των «reaganomics» και πλήρους υλοποίησης του προαναφερθέντως ονείρου. Αντίστοιχα κι ο εβραϊκής καταγωγής Μάουζερ νιώθει πως σε κάθε σερβίς εκπροσωπεί μεν τη χώρα του, αλλά και όλους τους συμπατριώτες του που λόγω του Ολοκαυτώματος δεν μπορούν να τον δουν να παίζει. Εκείνος ήταν πολύ μικρός για να βρεθεί στο μέτωπο, αλλά δε διστάζει να χρησιμοποιήσει το «όπλο» που έχει στα χέρια του, όσο καλύτερα μπορεί, έχοντας κύριο αντίπαλο παίκτη από πρώην εχθρική χώρα (Ιαπωνία).

Η γοητευτική ενέργεια της ταινίας είναι τέτοια που περνά άμεσα σε δεύτερη μοίρα αν σαν αφήγημα, αυτό καθαυτό, δεν συνιστά κάτι πραγματικά πρωτότυπο. Έχει ένα σκηνοθετικό φέρσιμο που προσδίδει αύρα σπουδαιότητας στο φιλμ, όπως για παράδειγμα το επιχείρησε πρόσφατα το, ελαττωματικό κατά τα άλλα, «Brutalist» (Μπρέιντι Κορμπέ). Εκεί που αδικεί τον εαυτό του ο Σάφντι είναι στην επιλογή της κατακλείδας του. Παρόλο που στο (πολύ) βάθος υπάρχει ένα πικρό σχόλιο πάνω στην «αμερικανικότητα», αφού ο πρωταγωνιστής αναζητά τη δικαίωση ακόμα και εάν έρχεται με όρους συζητήσιμης νομιμότητας, δεν παύει να αποτελεί διατύπωση των πιο κλασικών χολιγουντιανών κλισέ. Ενώ, στα αλήθεια, μια πιο κυνική ή λιγότερο επουλωτική κατακλείδα θα ταίριαζε αρμονικότερα στην περιπέτεια του καλόκαρδου καθικιού Μάουζερ, όπως συνέβη ας πούμε στο «Μια Μάχη Μετά την Άλλη». Επομένως, κλείνοντας, το ερώτημα της Καέλ επανέρχεται. Είναι το «Marty Supreme» ένα σπουδαίο φιλμ; Μάλλον όχι. Είναι, όμως, διαολεμένα πωρωτικό δείγμα σινεμά που δε χορταίνεις να το βλέπεις.

Σχετικά άρθρα