Η δυο φορές γενναία Ανθή Βούλγαρη

Η δυο φορές γενναία Ανθή Βούλγαρη

Η Ανθή Βούλγαρη έδειξε σε όλα τα θύματα, πως ότι η αναζήτηση προστασίας και δικαιοσύνης είναι η μόνη οδός, ανεξάρτητα από το προσωπικό ή επαγγελματικό κόστος.

«Κάθε φορά που μια γυναίκα υψώνει τη φωνή της και υπερασπίζεται τον εαυτό της, χωρίς να το ξέρει, υπερασπίζεται όλες τις γυναίκες του κόσμου» – Μάγια Αγγέλου.

Η ενδοοικογενειακή βία, η ψυχική και σωματική κακοποίηση από τον σύντροφο ή σύζυγο αλλά νοοτροπίας αφέντη σίγουρα και όπως φαίνεται για πάντα, είναι γνωστό πως αντιμετωπίζεται στον δημόσιο βίο, με αμφισβήτηση, με χλεύη, με απαξία, με περιφρόνηση όχι για τον θύτη, αλλά για το θύμα. Και είναι αυτή που θα κρεμαστεί στα μανταλάκια, θα ξεφωνηθεί, θα λοιδορηθεί, θα ταπεινωθεί, θα ριχθεί στη βία άλλη μια φορά σε δημόσια κλίμακα. Και είναι από τη μια η υποκρισία του να μην ειπωθεί το όνομα δημόσια, για την προστασία του θύματος, ενώ τα δημοσιογραφικά γραφεία βοούν και τα social media ήδη, συρίζουν φιδίσια όλα τα στοιχεία, όχι μόνο ονοματεπώνυμο, αλλά μπορεί και ζώδιο και ωροσκόπο. Η πληγή, ο βασανισμός, ο φόβος της βίας, ψυχολογικής ή σωματικής, αλλά συνήθως και των δύο μαζί, για τη γυναίκα, αποκτά με την όποια δημοσιοποίηση πολλαπλασιασμό του μεγέθους σου και γίνεται τραύμα άβυσσος, που έχει να αναμετρηθεί με την ξετσίπωτη, ντροπιαστική, ρυπαρή, συλλογικά κακοποιητική νοοτροπία μας, που κάποτε μοιάζει να μπορεί μόνο να μισεί.

Και victim blaming και κοινωνικός φθόνος

Στην περίπτωση της Ανθής Βούλγαρη, ο καταραμένος όφις της κοινωνική αυτής ελεεινής αντίληψης που αμφισβητεί απάνθρωπα και εξετάζει όχι τον δράστη αλλά το θύμα και που κανείς δε νοιάζεται να αλλάξει, ακόμα και μαθήματα σε σχολεία, ή την εκπαίδευση των παιδιών από νωρίς, έβγαλε διχαλωτή γλώσσα και για άλλο έναν λόγο. Είναι και γυναίκα που δέχθηκε κακοποίηση, αλλά και γνωστή, διακεκριμένη, καλή στη δουλειά της, με δημόσιο λόγο και προβολή. Για αυτό και έπρεπε να είναι δύο φορές γενναία για να προχωρήσει σε καταγγελία και δημοσιοποίηση της επίθεσης που δέχτηκε, με φωνές και τραβήγματα των μαλλιών της. Μια για όλα αυτά τα «γιατί δεν έφευγε;», «γιατί τον διάλεξε», «θα τον προκάλεσε κι αυτή» και άλλη μια γιατί στα social media μοιράστηκε τον λαμπερό της γάμο, και τη μάχη της με την ασθένεια, που ο κακοποιήτης αργότερα, της είχε συμπαρασταθεί. Τα «διαφήμιζε» τότε, διαβάζουμε. Την ασθένεια ή την κοινωνική εκδήλωση, που εκ των πράγματων είναι κοσμική! Η Ανθή Βούλγαρη λοιπόν, είχε να αντιμετωπίσει και το victim blaming και το schadenfreude, τη νοσηρή ικανοποίηση πως η τρωτότητα του θύματος εξισώνει το επιτυχημένο άτομο με τους υπόλοιπους, στους οποίους «αυτό δεν θα συμβεί και ναι, την είδαμε και την αυτή τι πετυχημένη που είναι!».

Καμία αψεγάδιαστη και ψεύτικη εικόνα

Η Ανθή Βούλγαρη, λοιπόν, με την καθημερινή τηλεοπτική προβολή, δεν φοβήθηκε, δεν έκρυψε τα στοιχεία της όπως συμβαίνει σε κάθε άλλη γυναίκα, γιατί είναι δημοσιογράφος και μπορεί, αλλά κατήγγειλε επίσημα τον σύζυγό της στο Αστυνομικό Τμήμα Αγίας Παρασκευής για περιστατικό ενδοοικογενειακής βίας. Έχει ασχοληθεί και παίρνει θέση για όλη αυτή τη μάστιγα της ενδοοικογενειακής βίας, στη δουλειά της και γνώριζε καλά, πως η προσωπική της δοκιμασία θα γίνοντας πρώτο θέμα, μετατρέποντας την ιδιωτική της ζωή σε αντικείμενο σχολιασμού, κριτικής, επίκρισης. Συνέχισε με πράξη να αμφισβητεί τα στερεότυπα που συνοδεύουν τις δυναμικές και επιτυχημένες γυναίκες και δεν την ένοιαξε να διατηρήσει μια αψεγάδιαστη, ψεύτική εικόνα. Θαρραλέα, με εντιμότητα, με ειλικρίνεια σε όλα όσα πιστεύει και υποστηρίζει δημόσια έδειξε πως η κακοποίηση δεν γνωρίζει κοινωνική ή επαγγελματική τάξη, μορφωτικό ή κανονιστικής γνώσης επίπεδο.

Με την απόφαση της αυτή, να μιλήσει, έδειξε σε όλα τα θύματα, πως ότι η αναζήτηση προστασίας και δικαιοσύνης είναι η μόνη οδός, ανεξάρτητα από το προσωπικό ή επαγγελματικό κόστος. Δεν φοβήθηκε να πει την αλήθεια της, δεν νοιάστηκε για όποιο επαγγελματικό κόστος, αντίθετα, η δύναμη της να ακουστεί γίνεται φωνή για όλες τις γυναίκες. Γιατί σε όλες μπορεί να συμβεί, γιατί ντροπή να νιώθει ο κακοποιητης και μόνο, γιατί καμιά δεν είναι μόνη, γιατί η αξιοπρέπεια και η ασφάλεια είναι αδιαπραγμάτευτα δικαιώματα, γιατί η τέλος πια, με την κουλτούρα συγκάλυψης και ενοχοποίησης του θύματος.

Σχετικά άρθρα