Γυναικοκτονία: H θεσμική εκκρεμότητα μιας κοινωνίας που αλλάζει

Γυναικοκτονία: H θεσμική εκκρεμότητα μιας κοινωνίας που αλλάζει

Πόσο ακόμη θα αντιμετωπίζουμε τη γυναικοκτονία ως ένα «κοινωνικό φαινόμενο» και όχι ως αυτό που είναι: ένα ζήτημα θεσμικής ευθύνης και πολιτικής βούλησης. Σε μια χώρα όπου οι αριθμοί αυξάνονται, το νομικό κενό παραμένει. Κι αυτό έχει κόστος.

Στις 25 Νοεμβρίου, τη Διεθνή Ημέρα για την εξάλειψη της βίας κατά των γυναικών, οι βουλευτές του ιταλικού κοινοβουλίου έπραξαν κατά συνείδηση : υπερψήφισαν νόμο που αναγνωρίζει κάθε έγκλημα με κίνητρο το φύλο ως γυναικοκτονία προβλέποντας την ποινή της ισόβιας κάθειρξης για τους δράστες. Την ίδια μέρα, τα επίσημα στοιχεία της έρευνας του ΟΗΕ ήρθαν να επιβεβαιώσουν με τον πιο ωμό τρόπο τη σκοτεινή πραγματικότητα:  κάθε δέκα λεπτά, μια γυναίκα κάπου στον κόσμο δολοφονείται συνήθως από το σύντροφο ή κάποιο μέλος της οικογένειάς της.

Η Ιταλία είναι μόλις η τέταρτη χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μετά την Κύπρο, τη Μάλτα και την Κροατία, που κατοχυρώνει νομικά τον όρο «γυναικοκτονια». Είναι μια θεσμική επιλογή που αναγνωρίζει ότι η δολοφονία μιας γυναίκας λόγω του φύλου της είναι ένα κοινωνικό φαινόμενο με δομικά χαρακτηριστικά.

Με τις γυναικοκτονίες να φτάνουν τις 75 το 2025, η Ιταλίδα πρωθυπουργός, υπό την πίεση της κοινωνίας, προχώρησε σε ισχυρά μέτρα για την αντιμετώπιση της έμφυλης βίας.

Αντίθετα, στην Ελλάδα φαίνεται ότι βρισκόμαστε μακριά από αυτό το σημείο πολιτικής βούλησης. Παρότι η δημόσια συζήτηση για τις γυναικοκτονίες έχει πάρει διαστάσεις τα τελευταία χρόνια και ο όρος έχει υιοθετηθεί από την κοινωνία, σε θεσμικό επίπεδο τα βήματα είναι διστακτικά έως ανύπαρκτα.

Ο πρωθυπουργός έχει δηλώσει πως αναγνωρίζει μεν ότι η χρήση του όρου γυναικοκτονία έχει συμβολική και κοινωνική αξία για να ευαισθητοποιηθεί η κοινωνία, άλλα δεν θεωρεί ότι ο όρος πρέπει να αποκτήσει νομική διάσταση ως ξεχωριστό έγκλημα.

Και ενώ το ερώτημα παραμένει νομικά μετέωρο, η κοινωνική πραγματικότητα ζητά απαντήσεις.

Η γυναικοκτονία είναι η πιο ακραία μορφή έμφυλης βίας. Οχι δεν είναι έγκλημα πάθους, όπως συνηθιζόταν να ακούγεται παλιά στις αίθουσες των δικαστηρίων και στα αδηφάγα πρωτοσέλιδα. Κάνεις δε σκοτώνει από υπερβολικό έρωτα και αγάπη. Και ναι, οι φόνοι αυτοί έχουν ξεκάθαρα βαθιές κοινωνικές ρίζες που σχετίζονται με στερεοτυπικές αντιλήψεις για το γυναικείο φύλο, σε μια κοινωνία που έχει διαμορφωθεί κυρίως μέσα σε πατριαρχικά πρότυπα.

Είναι η κορύφωση μιας νοοτροπίας κι αυτό είναι θέμα δικαιοσύνης που πίσω από το έγκλημα, βλέπει το θύτη και το κίνητρο, όχι απλώς το αποτέλεσμα.

Η αναγνώριση της γυναικοκτονίας δεν είναι απλά συμβολισμός· είναι προστασία και πρόληψη. Είναι μια θεσμική μετατόπιση με πραγματικές συνέπειες.

Σε χώρες όπου ο όρος έχει ενταχθεί στον Ποινικό Κώδικα, η ποινή δεν είναι το μόνο που αλλάζει, αλλά αλλάζει και η πορεία  κάθε υπόθεσης από την πρώτη καταγραφή μέχρι την ετυμηγορία. Όταν το φύλο αναγνωρίζεται ως κίνητρο, τροποποιούνται τα πρωτόκολλα προστασίας, ο τρόπος που η αστυνομία ανταποκρίνεται, ο τρόπος που συλλέγονται τα δεδομένα.

Η φράση «το περιπολικό δεν είναι ταξί» πριν τη δολοφονία της Κυριακής Γρίβα, υπενθυμίζει  με τον πιο δραματικό τρόπο την σκληρή πραγματικότητα.

Όταν ονομάζεις κάτι, το βλέπεις.

Όταν το βλέπεις, το μετράς.

Κι όταν το μετράς, μπορείς επιτέλους να το αλλάξεις.

Πόσες γυναικοκτονίες πρέπει να μετρήσουμε σε αυτή τη χώρα για να καταλάβουμε ότι τα μέτρα που υπάρχουν είναι ανεπαρκή; Ότι το συγκεκριμένο μοτίβο βίας που απειλεί γυναίκες ανεξαρτήτως ηλικίας, τάξης ή γεωγραφικής περιοχής πρέπει να εντάσσεται σε συγκεκριμένο νομικό πλαίσιο; Ότι το κράτος οφείλει να προστατεύει πριν μετρήσει κι άλλες απώλειες, πριν η επόμενη γυναίκα γίνει μέρος μιας στατιστικής.

Μιας στατιστικής που το πιθανότερο είναι να γραφτεί με πηχυαίους τίτλους σε κάποιο ρεπορτάζ στα δελτία ειδήσεων αφού στην Ελλάδα δεν υπάρχει επίσημος  κρατικός μηχανισμός καταγραφής γυναικοκτονιών και οι δολοφονίες αυτές  καταγράφονται ως ανθρωποκτονίες, με ο, τι αυτό συνεπάγεται. Το κενό καλύπτεται μεν από μη κυβερνητικές και ερευνητικές πρωτοβουλίες που συλλέγουν στοιχεία αλλά τα δεδομένα τους δεν αντικαθιστούν τη θεσμική καταγραφή.

Η δικαστής Πάολα ντι Νίκολα, μία από τις συντάκτριες του νέου νόμου για τις γυναικοκτονίες στην Ιταλία, δήλωσε χαρακτηριστικά: «Οι γυναικοκτονίες θα ταξινομούνται, θα μελετώνται στο πραγματικό τους πλαίσιο, θα είναι ορατές». Η ίδια ήταν μέλος μιας επιτροπής εμπειρογνωμόνων που εξέτασε τα κοινά χαρακτηριστικά 211 πρόσφατων δολοφονιών γυναικών και στη συνέχεια συνέταξε τον νόμο για τις γυναικοκτονίες. «Το να μιλάμε για τέτοια εγκλήματα ως αποτέλεσμα εξωφρενικής αγάπης ή έντονης ζήλιας αποτελεί στρέβλωση – που χρησιμοποιεί ρομαντικούς, πολιτισμικά αποδεκτούς όρους», υποστηρίζει.

Η απάντηση λοιπόν βρίσκεται ήδη στις ιστορίες των γυναικών που χάθηκαν και σε εκείνες που φοβούνται ότι μπορεί να είναι οι επόμενες. Η νομική αναγνώριση του όρου δεν θα λειτουργήσει μόνο ως ηθική δικαίωση για τα θύματα αλλά ταυτόχρονα θα ανοίξει το δρόμο της καθολικής και ουσιαστικής κατανόησης του φαινομένου, της πρόληψης των περιστατικών ενδοοικογενειακής βίας και της κατάλληλης βοήθειας και υποστήριξης των γυναικών που έχουν υποστεί σωματική, ψυχολογική και σεξουαλική κακοποίηση.

Και μπορεί οι λέξεις να μην αλλάζουν την πραγματικότητα, αλλά μπορούν να καθορίσουν τον τρόπο που την αντιμετωπίζουμε. Η έμφυλη βία δεν αρκεί να περιγράφεται στη δημόσια σφαίρα, ούτε και αρκεί η ευαισθητοποίηση της κοινής γνώμης. Χωρίς νομική αναγνώριση, η συζήτηση μένει μισή.

Η θεσμική εκκρεμότητα του όρου είναι η απόσταση ανάμεσα σε αυτό που βλέπει η κοινωνία και σε αυτό που οφείλει να πράξει η Πολιτεία. Και όσο αυτή η απόσταση παραμένει, το κενό γεμίζει με ανθρώπινες απώλειες. Σε μια κοινωνία που αλλάζει, η γλώσσα του νόμου δεν μπορεί να μένει πίσω. Γιατί όταν ο νόμος σιωπά, η βία μιλά πιο δυνατά.

Σχετικά άρθρα