Όταν η ευγένεια πάει… «περίπατο»…
Όταν το «σε παρακαλώ» έγινε παλιομοδίτικο, ο ενικός επιβλήθηκε χωρίς άδεια και η φροντίδα χάθηκε μέσα στον θόρυβο της ταχύτητας
Υπάρχουν ιδέες που δεν κάνουν θόρυβο. Δεν έρχονται με κραυγές, δεν διεκδικούν χώρο στα timelines, δεν απαιτούν να πάρεις θέση αμέσως. Σε περιμένουν. Σε παρατηρούν. Και όταν τελικά τις συναντήσεις, συνειδητοποιείς ότι δεν μιλούν για το παρελθόν – μιλούν για εσένα.
Η ευγένεια είναι μία από αυτές.
Δεν αναφέρομαι στην επιφανειακή ευγένεια. Ούτε στους τύπους, ή τους κανόνες του savoir vivre, τα στημένα χαμόγελα ή τα “καλούς τρόπους” όπως τους μάθαμε σε εγχειρίδια. Μιλάω για εκείνη τη σιωπηλή, σχεδόν αόρατη μορφή φροντίδας που κάποτε θεωρούσαμε αυτονόητη. Να προσέχεις τι λέει ο άλλος χωρίς να χρειάζεται να το δηλώσεις. Να μιλάς σαν να έχει βάρος αυτό που λες και να ακούς χωρίς να ετοιμάζεις την απάντησή σου. Και φυσικά να αφήνεις χώρο στο συνομιλητή σου, από εκτίμηση, σεβασμό στον χρόνο που σου αφιερώνει εκείνη τη δεδομένη στιγμή να συζητήσει μαζί σου.
Α… και κάτι άλλο που δυστυχώς οι περισσότεροι το θεωρούν τώρα πια δεδομένο. Να ρωτάς πριν περάσεις στον ενικό. «Να μιλάμε στον ενικό;» Τόσο περίεργο ακούγεται ή τόσο δύσκολο είναι να μπεις στη διαδικασία να ρωτήσεις ;
Όταν η ευγένεια δεν ήταν καν θέμα συζήτησης
Κάποτε, η ευγένεια δεν ήταν τάση. Δεν ήταν “concept”. Δεν ήταν hashtag. Ήταν τρόπος να κινείσαι μέσα στον κόσμο. Ένας άγραφος κώδικας που δεν απαιτούσε επίδειξη.
Το “παρακαλώ” δεν ήταν μηχανικό. Το “ευχαριστώ” δεν ήταν υποχρέωση. Ούτε η “συγγνώμη” ήταν αδυναμία. Οι παύσεις είχαν νόημα. Η σιωπή δεν ήταν αμηχανία αλλά σεβασμός. Επίσης, το να προσέχεις πώς μιλάς δεν σήμαινε ότι φοβάσαι , αλλά ότι αναγνωρίζεις την ύπαρξη του άλλου. Η ευγένεια τότε δεν είχε να κάνει με κοινωνικές τάξεις ή επίδειξη καλλιέργειας. Ήταν μια μορφή εσωτερικής πειθαρχίας. Μια απόφαση: δεν είμαι μόνος μου εδώ.
Η εποχή της ταχύτητας και η απώλεια της πρόθεσης
Κάπου στην πορεία, όλα επιταχύνθηκαν. Οι συζητήσεις έγιναν πιο κοφτές και οι απαντήσεις πιο γρήγορες. Όσο για τις σκέψεις ; Πιο πρόχειρες. Και μέσα σε αυτή την επιτάχυνση, κάτι χάθηκε. Όχι οι λέξεις, αλλά η πρόθεση πίσω από αυτές.
Σήμερα μιλάμε πολύ. Για την ακρίβεια δεν σταματάμε να μιλάμε. Στέλνουμε φωνητικά, μηνύματα, reactions, emojis.
Η παγίδα, ωστόσο είναι ότι ακούμε λιγότερο από ποτέ. Διακόπτουμε χωρίς να το καταλαβαίνουμε. Απαντάμε πριν ολοκληρωθεί η σκέψη του άλλου και κυρίως, μπαίνουμε στον προσωπικό χώρο των ανθρώπων λεκτικά, σαν να μας ανήκει.
Και εδώ θέλω να τονίσω ότι δεν μου αρέσει καθόλου που όλοι πια ξεκινούν να σου μιλούν στον ενικό χωρίς να σου ζητήσουν την άδεια.
Όχι γιατί είμαι απόμακρη. Ούτε γιατί θέλω αποστάσεις. Αλλά γιατί η οικειότητα δεν είναι δεδομένη.Είναι κάτι που χτίζεται και όταν επιβάλλεται, παύει να είναι οικειότητα, αλλά γίνεται αγένεια με άλλο όνομα.
Ο ενικός δεν είναι δημοκρατία, είναι επιλογή
Υπάρχει μια σύγχυση σήμερα: ότι ο ενικός είναι “πιο ανθρώπινος”, “πιο άμεσος”, “πιο σύγχρονος”. Ότι όποιος επιμένει στον πληθυντικό είναι ψυχρός, παλιομοδίτικος ή ακόμα και δήθεν. Δεν θα συμφωνήσω.
Ο πληθυντικός δεν είναι απόσταση για εμένα αλλά αναγνώριση. Είναι το “σε βλέπω, αλλά δεν εισβάλλω”. Είναι μια λεπτή μορφή σεβασμού που λέει: δεν σε θεωρώ δεδομένο. Και το να περάσουμε στον ενικό θα έπρεπε να είναι μια κοινή απόφαση — όχι τετελεσμένο γεγονός.
Όταν κάποιος μου μιλά στον ενικό χωρίς να με ρωτήσει, νιώθω ότι προσπερνά ένα στάδιο γνωριμίας. Σαν να μπαίνει σε ένα δωμάτιο χωρίς να χτυπήσει την πόρτα. Μπορεί να μην το κάνει από κακή πρόθεση. Η πρόθεση, ωστόσο, δεν αναιρεί την πράξη.
Η ευγένεια, άλλωστε, δεν είναι θέμα προθέσεων, αλλά θέμα επίγνωσης.
Μικρές χειρονομίες, μεγάλα αποτυπώματα
Η ευγένεια δεν εκδηλώνεται στις μεγάλες στιγμές, αλλά στα μικρά. Στο πώς περιμένεις τη σειρά σου ή στο πώς αφήνεις κάποιον να τελειώσει. Στο πώς προσέχεις πότε χρειάζεται χώρο και πότε παρουσία.
Στο να χαμηλώσεις τον τόνο, όχι για να υποχωρήσεις, αλλά για να μη συνθλίψεις τον άλλον. Στο να διαφωνήσεις χωρίς να ακυρώσεις. Στο να θυμηθείς ότι πίσω από κάθε άποψη υπάρχει ένας άνθρωπος, αληθινός άνθρωπος με σώμα και ψυχή και όχι ένα avatar.
Κάποτε, ακόμη και η διαφωνία είχε χάρη. Σήμερα έχει ένταση, φωνή και μια περίεργη βιασύνη να κερδίσουμε. Αλλά τι ακριβώς κερδίζουμε όταν χάνεται ο σεβασμός;
Η ευγένεια δεν είναι αδυναμία
Αυτό είναι ίσως το μεγαλύτερο λάθος της εποχής μας: ότι η ευγένεια θεωρείται αδυναμία. Ότι όποιος μιλά ήρεμα, σκέφτεται πριν απαντήσει ή επιλέγει τις λέξεις του, “δεν αντέχει”. Στην πραγματικότητα, συμβαίνει το αντίθετο. Η ευγένεια απαιτεί αυτοέλεγχο, υπομονή, συνείδηση. Απαιτεί να μη βγάλεις αμέσως προς τα έξω ό,τι σκέφτεσαι, αλλά να αναρωτηθείς πρώτα αν χρειάζεται, αν ωφελεί, αν σέβεται.
Η αγένεια είναι εύκολη. Η ευγένεια είναι προσπάθεια.
Προσωπικά, τι μου λείπει;
Μου λείπει να με ρωτούν πριν μου μιλήσουν σαν να με ξέρουν. Μου λείπει να νιώθω ότι κάποιος προσέχει πώς μπαίνει σε μια συζήτηση αλλά και το βάρος των λέξεων που χρησιμοποιεί. Μου λείπει η σιωπή που δεν είναι αμηχανία.
Μου λείπει το να νιώθω ότι δεν χρειάζεται να υψώσω τη φωνή μου για να ακουστώ. Ότι η προσοχή δεν είναι κάτι που πρέπει να διεκδικήσεις με ένταση, αλλά κάτι που σου προσφέρεται επειδή υπάρχεις. Επειδή είμαι η Μανταλένα και όχι η χ, ψ που μπορεί να αντικατασταθεί πίσω από την οθόνη ενός κινητού, ή μιας οποιαδήποτε οθόνης. Και αναφέρομαι σε οθόνες διότι οι περισσότερες συζητήσεις – τώρα πια- γίνονται πίσω από οθόνες.
Γιατί αυτό αφορά μας αφορά όλους
Η ευγένεια δεν είναι ατομικό χαρακτηριστικό. Είναι κοινωνική υποδομή. Όταν διαλύεται, διαλύεται μαζί της και η εμπιστοσύνη. Οι σχέσεις γίνονται πιο σκληρές και διάλογοι πιο επιθετικοί. Οι άνθρωποι πιο μόνοι.
Και ίσως αυτό να είναι το πιο ανησυχητικό. Ότι δηλαδή συνηθίσαμε στην έλλειψή της. Ότι δεν μας σοκάρει πια. Ότι τη θεωρούμε πολυτέλεια, ενώ είναι βασική ανάγκη και όποιος την έχει έμφυτη είναι πραγματικά τυχερός. Διότι η ευγένεια δεν διδάσκεται όσα χρήματα και να έχει κάποιος. Ή την έχεις ή δεν την έχεις. Μάλιστα, καμιά φορά όσοι έχουν πολλά χρήματα ξεχνούν τους καλούς τρόπους – δεν αναφέρομαι στους επιφανειακούς καλούς τρόπους – αλλά στους ουσιαστικούς, και γίνονται κακομαθημένοι και αγενείς. Και κάπου εκεί η ευγένεια πάει περίπατο…
Δεν χρειάζεται να γυρίσουμε πίσω — χρειάζεται να θυμηθούμε
Δεν γράφω αυτά τα λόγια με νοσταλγία. Δεν πιστεύω στην επιστροφή σε “παλιές εποχές”. Πιστεύω όμως στη μνήμη. Στο να διαλέγουμε τι κρατάμε. Η ευγένεια δεν είναι παρελθόν, αλλά επιλογή. Στην καθημερινότητα, σε κάθε συνομιλία, σε κάθε μήνυμα. Σε κάθε “εσύ” που προφέρεται χωρίς ερώτηση.
Ίσως τελικά η πιο ριζοσπαστική πράξη σήμερα δεν είναι να μιλάς δυνατά, αλλά να μιλάς με φροντίδα, με ευγένεια. Όχι για να ξεχωρίσεις, αλλά για να μη ξεχαστούμε…
Διαβάστε επίσης: