Η γοητεία της αυτάρεσκης εξουσίας – Γιατί επιλέγουμε ναρκισσιστές ηγέτες
Ναρκισσιστές ηγέτες. Γιατί, ακόμα και σήμερα, εμπιστευόμαστε ανθρώπους που κοιτούν μόνο τον εαυτό τους. Ίσως επειδή, σε περιόδους αβεβαιότητας, η αυτοπεποίθηση –ακόμα κι όταν είναι κενή ή ιδιοτελής– μοιάζει πιο καθησυχαστική από την ειλικρινή παραδοχή της πολυπλοκότητας
Υπάρχει κάτι βαθιά αντιφατικό στον τρόπο που επιλέγουμε τους ηγέτες μας. Στον δημόσιο λόγο δηλώνουμε ότι θέλουμε ενσυναίσθηση, ευθύνη, αυτογνωσία. Στην πράξη, όμως, συχνά γοητευόμαστε από το αντίθετο: από την υπερβολική αυτοπεποίθηση, την αλαζονεία, τη βεβαιότητα που δεν αφήνει χώρο για αμφιβολία. Επιβραβεύουμε εκείνους που μιλούν περισσότερο για τον εαυτό τους παρά για τον κόσμο που καλούνται να διαχειριστούν.
Αυτό δεν είναι μια σύγχρονη ιδιορρυθμία ούτε αποτέλεσμα των social media. Είναι ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο εξουσίας, βαθιά ριζωμένο στην ανθρώπινη ψυχολογία και στη συλλογική μας ανασφάλεια. Και όσο ο κόσμος γίνεται πιο ασταθής, τόσο πιο ελκυστικό γίνεται.
Όταν η σιγουριά συγχέεται με την ικανότητα
Σε περιόδους κρίσης, η ψυχραιμία και η περίσκεψη σπάνια γίνονται ελκυστικές. Δεν προσφέρουν άμεση ανακούφιση. Δεν υπόσχονται εύκολες απαντήσεις. Αντίθετα, η απόλυτη δήλωση, το απλοϊκό αφήγημα, η εικόνα του ανθρώπου που «ξέρει» και δεν αμφιβάλλει ποτέ, λειτουργούν σαν συναισθηματικό καταφύγιο.
Η αυτάρεσκη εξουσία δεν υπόσχεται λύσεις· υπόσχεται αίσθηση ελέγχου. Και σε κοινωνίες κουρασμένες από κρίσεις που δεν κατανοούν πλήρως και μηχανισμούς που δεν ελέγχουν, αυτό συχνά αρκεί.
Ο ηγέτης που δεν παραδέχεται λάθη, που δεν δείχνει ρωγμές, που δεν εκφράζει αμφιβολία, γίνεται καθρέφτης μιας συλλογικής ανάγκης: να πιστέψουμε ότι κάποιος κρατά το τιμόνι, ακόμη κι αν η πορεία είναι θολή.
Δεν τους επιβάλλουμε — τους αναδεικνύουμε
Είναι βολικό να παρουσιάζουμε τους ναρκισσιστές ηγέτες ως ατυχήματα της ιστορίας. Σαν εξαιρέσεις. Στην πραγματικότητα, είναι προϊόντα του περιβάλλοντός τους. Δεν επιβάλλονται απλώς· αναδεικνύονται.
Όσο πιο χαμηλή είναι η συλλογική αυτοπεποίθηση μιας κοινωνίας, τόσο πιο ελκυστική γίνεται η αλαζονεία.
Όσο περισσότερο απογοητευόμαστε από θεσμούς, διαδικασίες και «αργές» λύσεις, τόσο πιο εύκολα επενδύουμε σε πρόσωπα. Και όσο πιο αδύναμοι νιώθουμε ατομικά, τόσο πιο πρόθυμα ταυτιζόμαστε με κάποιον που δείχνει παντοδύναμος.
Δεν πρόκειται για χειραγώγηση από τα πάνω. Πρόκειται για συνενοχή από τα κάτω.
Μαθαίνουμε να τους θαυμάζουμε από νωρίς
Η έλξη προς την αυτάρεσκη εξουσία δεν ξεκινά στην κάλπη ούτε στο διοικητικό συμβούλιο. Ξεκινά πολύ νωρίτερα. Στα σχολικά περιβάλλοντα που επιβραβεύουν τον πιο θορυβώδη αντί για τον πιο συνεργατικό. Στις κοινωνίες που συγχέουν τη φωνή με την αξία και την προβολή με την ηγεσία.
Μαθαίνουμε από μικροί να θαυμάζουμε εκείνον που «παίρνει χώρο», όχι εκείνον που τον μοιράζεται.
Να ερμηνεύουμε την επιβολή ως δύναμη και τη σιωπή ως αδυναμία. Αυτή η εκπαίδευση μάς ακολουθεί μέχρι την ενηλικίωση, μεταφρασμένη σε ψήφους, προαγωγές και δημόσια επιδοκιμασία.
Η αφήγηση του μεγάλου «εγώ»
Οι ναρκισσιστές ηγέτες είναι εξαιρετικοί αφηγητές του εαυτού τους. Δημιουργούν ένα συνεκτικό, συχνά εντυπωσιακό αφήγημα προσωπικής υπεροχής. Παρουσιάζονται ως αναντικατάστατοι, ως ιστορικές φυσιογνωμίες, ως οι μόνοι που «τολμούν να πουν την αλήθεια».
Όποιος αμφισβητεί αυτή την αφήγηση παρουσιάζεται ως εχθρός, μικρόψυχος ή απλώς αφελής. Και όσο περισσότεροι άνθρωποι επενδύουν συναισθηματικά σε αυτή την εικόνα, τόσο δυσκολότερο γίνεται να την εγκαταλείψουν.
Η παραδοχή λάθους δεν αφορά μόνο τον ηγέτη. Αφορά και εκείνους που τον στήριξαν. Και για πολλούς, αυτό είναι πιο επώδυνο από το ίδιο το κόστος της αποτυχίας.
Η αλαζονεία ως δομική αδυναμία
Το πραγματικό πρόβλημα δεν είναι ότι οι ναρκισσιστές ηγέτες έχουν αυτοπεποίθηση. Είναι ότι δεν έχουν μηχανισμούς διόρθωσης. Η άρνηση της αμφιβολίας οδηγεί σε κακές αποφάσεις. Η περιφρόνηση της κριτικής απομονώνει. Η ανάγκη για διαρκή επιβεβαίωση διαβρώνει θεσμούς, ομάδες και διαδικασίες.
Η εξουσία χωρίς αυτογνωσία δεν σταθεροποιείται. Κλιμακώνεται.
Και όσο μεγαλύτερη είναι η εξουσία, τόσο πιο καταστροφικές γίνονται οι συνέπειες της άρνησης να αναγνωριστούν τα όρια.
Γιατί όμως επιμένουμε ακόμη κι όταν βλέπουμε τα σημάδια;
Ίσως το πιο ανησυχητικό στοιχείο δεν είναι η άνοδος αυτών των μορφών ηγεσίας, αλλά η αντοχή τους.
Ακόμη και όταν τα αποτελέσματα είναι αρνητικά, ακόμη και όταν οι αντιφάσεις είναι εμφανείς, μεγάλο μέρος της κοινωνίας επιλέγει να παραμείνει πιστό.
Όχι από άγνοια, αλλά από συναισθηματική επένδυση. Η εγκατάλειψη του μύθου θα σήμαινε παραδοχή προσωπικής πλάνης. Και αυτό, για πολλούς, είναι δυσβάσταχτο.
Η ήσυχη ηγεσία που δεν πουλάει
Οι πραγματικά αποτελεσματικοί ηγέτες σπάνια είναι οι πιο θορυβώδεις.
Δεν χρειάζονται μύθους για να σταθούν. Δεν φοβούνται να πουν «δεν ξέρω» ή «έκανα λάθος». Δεν ταυτίζουν την προσωπική τους αξία με τη θέση τους.
Αλλά αυτή η μορφή ηγεσίας δεν είναι θεαματική. Δεν χωρά εύκολα σε συνθήματα. Δεν προσφέρει την ψευδαίσθηση του απόλυτου ελέγχου. Και γι’ αυτό συχνά περνά απαρατήρητη — μέχρι να λείψει.
Το ερώτημα που αποφεύγουμε
Ίσως το ουσιαστικό ερώτημα δεν είναι γιατί υπάρχουν ναρκισσιστές ηγέτες. Πάντα υπήρχαν. Το ερώτημα είναι γιατί εξακολουθούμε να τους επιλέγουμε.
Γιατί μας καθησυχάζει η βεβαιότητα, ακόμη κι όταν είναι κενή; Γιατί μας τρομάζει η ηγεσία που δείχνει ανθρώπινη; Και γιατί συγχέουμε την επιβολή με την ικανότητα;
Όσο δεν απαντάμε σε αυτά, θα συνεχίσουμε να ανακυκλώνουμε το ίδιο μοτίβο — με διαφορετικά πρόσωπα, αλλά παρόμοιες συνέπειες.
Προς μια πιο ώριμη επιλογή εξουσίας
Η αποδόμηση της αυτάρεσκης εξουσίας δεν ξεκινά από την κορυφή. Ξεκινά από τον τρόπο που εκπαιδεύουμε, που επιβραβεύουμε, που θαυμάζουμε. Από το αν είμαστε διατεθειμένοι να εμπιστευτούμε ανθρώπους που δεν υπόσχονται θαύματα, αλλά δουλειά.
Η αληθινή ηγεσία δεν καθρεφτίζεται. Κοιτά προς τα έξω. Δεν ζητά λατρεία, αλλά εμπιστοσύνη.
Και ίσως ήρθε η στιγμή να σταματήσουμε να ερωτευόμαστε την εικόνα — και να αρχίσουμε να αξιολογούμε το βάθος.
Διαβάστε επίσης: