Μανίνα Ζουμπουλάκη: «Το μήνυμα που θέλω να δώσω με αυτό το βιβλίο είναι ότι πρέπει να επικοινωνούμε την κακοποίηση»
OLYMPUS DIGITAL CAMERA

Μανίνα Ζουμπουλάκη: «Το μήνυμα που θέλω να δώσω με αυτό το βιβλίο είναι ότι πρέπει να επικοινωνούμε την κακοποίηση»

Μια συζήτηση με τη συγγραφέα, σεναριογράφο και αρθρογράφο Μανίνα Ζουμπουλάκη για το νέο της βιβλίο ''Πεθαίνω για σένα'' που περιστρέφεται γύρω από την ενδοοικογενειακή βία και τις γυναικοκτονίες.

Όταν άρχισα να διαβάζω το νέο βιβλίο της Μανίνας Ζουμπουλάκη, ήρθαν μπροστά μου όλες οι ειδήσεις για κακοποιήσεις γυναικών και γυναικοκτονίες που κατά καιρούς μας συγκλονίζουν. Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, 1 στις 3 γυναίκες παγκοσμίως έχει υποστεί σωματική ή σεξουαλική βία στη διάρκεια της ζωής της, συνήθως από σύντροφο ή πρώην σύντροφο. Παράλληλα, στοιχεία των UN Women και UNODC δείχνουν ότι περίπου 50.000 γυναίκες και κορίτσια δολοφονούνται κάθε χρόνο παγκοσμίως από σύντροφο ή μέλος της οικογένειάς τους,  δηλαδή περίπου 137 γυναίκες κάθε μέρα. Στην Ελλάδα, οι καταγγελίες για ενδοοικογενειακή βία αυξάνονται σταθερά τα τελευταία χρόνια, με την Ελληνική Αστυνομία να καταγράφει χιλιάδες περιστατικά ετησίως, ενώ οι γυναικοκτονίες παραμένουν σε διψήφιο αριθμό σχεδόν κάθε χρόνο.

Όταν είδα το όνομα «Κική» σ’ ένα από τους χαρακτήρες του βιβλίου, θυμήθηκα αμέσως εκείνη την κοπέλα που ο πρώην της την σκότωσε έξω από ένα αστυνομικό τμήμα. Κική λεγόταν κι εκείνη, και ήταν η αφορμή για να ξεκινήσει και η Μανίνα το βιβλίο της. Όπως λέει, αυτό το περιστατικό την σόκαρε πολύ. Και έχει ακούσει απο φίλες ακριβώς το ίδιο: «Πήγαινε να πει ότι την παρενοχλεί ο πρώην φίλος της και, για να αποδείξει ότι δεν είναι τρελή, εξηγούσε επί μία ώρα τι συμβαίνει. Αυτό έγινε πριν από τη δολοφονία της Κικής. Εξηγούσε ότι φοβάται, ότι ο πρώην της κάθεται έξω από το σπίτι και την περιμένει, ότι είχε καταφέρει να μπει από την εσωτερική πόρτα της πολυκατοικίας, ότι ζει με αυτόν τον φόβο. Και της έλεγαν «μήπως κάνεις λάθος;», «μήπως είσαι υπερβολική;». Γιατί ο πρώην της ήταν γιατρός και σε έναν μέσο αστυνομικό φαινόταν απίθανο ότι ένας γιατρός θα μπορούσε να κάνει αυτά τα πράγματα στην πρώην του».

Ο τίτλος «Πεθαίνω για σένα» βγήκε τυχαία, όταν άκουγε ένα τραγούδι του Λαυρέντη Μαχαιρίτσα, που ήταν φίλος της. Πήρε τη γυναίκα του να τη ρωτήσει αν μπορεί να χρησιμοποιήσει τον τίτλο και της είπε: «γράψε». Και το έκανε, κυρίως για να διαχειριστεί τον φόβο μέσα της: «Γενικά είναι ένα πολύ συνηθισμένο θέμα αυτό του φόβου. Εγώ, επειδή μεγάλωσα στην επαρχία, δεν φοβόμουν το βράδυ. Όταν ήρθα στην Αθήνα έμαθα ότι μερικά πράγματα είναι επικίνδυνα και καλύτερα να μην τα κάνεις, καλύτερα να μην κυκλοφορείς μόνη σου και τέτοια. Και μετά συνειδητοποίησα ότι ο χειρότερος φόβος είναι αυτός που προέρχεται από τον δικό σου άνθρωπο. Δεν το περιμένεις. Μπορεί να είναι ένα χαστούκι ξαφνικό, μπορεί να είναι η ψυχολογική βία, μπορεί να είναι η υποτίμηση. Το ρε μωρό μου, δουλειά είναι αυτό που κάνεις;».

Δεν νομίζω ότι υπάρχει γυναίκα ανάμεσα μας που δεν έχει υποστεί αυτού του είδους τη βία. Την υποτίμηση, το gaslighting, τη χειραγώγηση. Σύμφωνα με τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία της Eurostat, η ψυχολογική βία είναι από τις πιο συχνές μορφές κακοποίησης μέσα στις σχέσεις και συχνά προηγείται της σωματικής βίας. Στη ροή του βιβλίου της Ζουμπουλάκη βλέπεις νούμερα που σε παγώνουν: «Μίνιμουμ είκοσι γυναίκες τον χρόνο δολοφονούνται από πρώην συντρόφους ή συζύγους. Αυτά τα στοιχεία τα πήρα από το Διαδίκτυο, δεν τα φαντάστηκα», εξηγεί η ίδια.

Η ηρωίδα της αφηγείται σε flashback την ιστορία της. Όταν γνώρισε τον Γιάννη, τίποτα δεν προοικονομούσε ότι αυτός ο άνθρωπος, ο γλυκός, γοητευτικός άνδρας που ερωτεύτηκε, τόσο καλός που της φαινόταν σαν ψέμα, θα γινόταν ένα τέρας. Μένει μαζί του χρόνια και υφίσταται την κακοποίηση κάθε μέρα, ψυχολογική και σωματική: «Πάντα υπάρχει αυτό το ερώτημα, το ”Αφού την κακοποιεί, γιατί δεν φεύγει;”.. Θυμάμαι έναν φίλο μας που έλεγε για τη νύφη του ”Μα αφού την κακοποιεί ο αδερφός μου, γιατί δεν φεύγει;”.. Ήταν μια γυναίκα με τρία παιδιά.. Πώς θα φύγει; Το μικρό ήταν δύο χρονών και το μεγαλύτερο οκτώ. Πού θα πάει με τρία παιδιά; » σημειώνει η Μανίνα και έχει δίκιο. Έρευνες της Ευρωπαϊκής Ένωσης δείχνουν ότι πολλές γυναίκες παραμένουν σε κακοποιητικές σχέσεις λόγω οικονομικής εξάρτησης, φόβου και έλλειψης υποστηρικτικού περιβάλλοντος.

«Αυτό είναι ένα μεγάλο πρόβλημα που υφίστανται κυρίως οι γυναίκες. Είναι πιο πίσω επαγγελματικά, λίγο από την πατριαρχία, λίγο από τα δεδομένα της κοινωνίας. Ακόμα ισχύει ότι η γυναίκα βγάζει κατά μέσο όρο 79 λεπτά στο 1 ευρώ του άντρα. Εγώ πιστεύω ότι στην πραγματικότητα βγάζουμε πολύ λιγότερα». Ασφαλώς και ισχύει και το λέει και η Eurostat, ότι το μισθολογικό χάσμα μεταξύ ανδρών και γυναικών στην Ευρώπη παραμένει σημαντικό, ενώ στην Ελλάδα οι γυναίκες εξακολουθούν να έχουν χαμηλότερα εισοδήματα και μεγαλύτερη οικονομική ανασφάλεια.

«Με θυμώνει πάρα πολύ η πατριαρχία. Μίλησα και με τη Δανάη Κασίμη, δικηγόρο, η οποία μου εξήγησε το νομικό πλαίσιο. Υπάρχει νομοθεσία, απλώς δεν τηρείται πάντα. Υπάρχουν συχνά ελαφρυντικά για τον γυναικοκτόνο, ότι ήταν σε βρασμό ψυχής, ότι είχε πρότερο έντιμο βίο, ότι ήταν καλός άνθρωπος.. Σου βρίσκουν χιλιάδες δικαιολογίες».

Η λέξη «γυναικοκτονία» έχει αποκτήσει βαρύτητα στον δημόσιο λόγο, αλλά έχει δημιουργήσει και διχόνοια. Άλλοι τη δέχονται σαν όρο, άλλοι όχι. Η Μανίνα Ζουμπουλάκη πιστεύει ότι πρέπει να επισημοποιηθεί η βαρύτητά της. Όταν ένας άντρας σκοτώνει μια γυναίκα με την οποία είχε προσωπική σχέση,  σύζυγο, σύντροφο ή πρώην σύντροφο,  αυτό έχει συγκεκριμένα χαρακτηριστικά. Συνήθως οι γυναικοκτόνοι είναι άνθρωποι που δεν αντέχουν ότι η γυναίκα τούς άφησε. Σύμφωνα με διεθνείς έρευνες, η περίοδος του χωρισμού θεωρείται από τις πιο επικίνδυνες φάσεις για μια κακοποιημένη γυναίκα: «Η συμβουλή που δίνουν δικηγόροι σε γυναίκες που θέλουν να φύγουν είναι να μην πουν απότομα ”τέλειωσε οριστικά”. Γιατί συχνά τότε είναι που σκοτώνουν» καταλήγει.

Τη ρωτάω αν η ηρωίδα της μπορούσε να απευθύνει μία φράση στις γυναίκες που ζουν μέσα σε μια βίαιη σχέση, ποια θα ήταν αυτή: «Πάντα υπάρχει μια φωνή μέσα σου που λέει ”Δεν είναι καλά αυτός ο άνθρωπος. Είναι επικίνδυνος. Πρόσεχε”. Και αυτή τη φωνή την αγνοείς. Από αισιοδοξία ίσως, επειδή θέλεις να πιστέψεις ότι η σχέση σου είναι ο μεγάλος έρωτας ή επειδή δεν έχεις πού να πας».

Η ίδια πιστεύει ότι οι λόγοι που μια κακοποιημένη γυναίκα δεν φεύγει είναι τρεις: «Ο πρώτος είναι τα χρήματα. Ο δεύτερος είναι ο φόβος. Ο φόβος επηρεάζει τον εγκέφαλο. Μια γυναίκα που ζει για χρόνια με φόβο δεν είναι η ίδια γυναίκα που ήταν πριν. Ζεις με τον φόβο ότι θα φας χαστούκι, ότι θα ουρλιάξει επειδή το κρασί δεν είναι κρύο, επειδή δεν υπάρχει νερό στο ψυγείο. Παράλογες αφορμές. Και ο τρίτος λόγος είναι η αισιοδοξία. Η ελπίδα ότι ο άλλος θα αλλάξει, ότι θα ξαναγίνει αυτός που ήταν όταν τον γνώρισες. Και έτσι ψάχνεις δικαιολογίες: Δεν πάει καλά η δουλειά του, έχει πίεση, έχει προβλήματα».

«Και εγώ σε κάποια σχέση μου είχα βιώσει αυτού του είδους τη βία, αυτή που σε κάνει να παραλύεις. Επίσης είχα φίλες που έζησαν πολύ σκληρές καταστάσεις. Γι’ αυτό και σε πολλά βιβλία μου υπάρχει το θέμα της ενδοοικογενειακής βίας ή της κακοποίησης από πατέρα ή σύζυγο. Και πιστεύω πολύ ότι η βία μέσα στην οικογένεια περνάει στα παιδιά. Είναι διαγενεακή». Να πούμε κάπου εδώ ότι ειδικοί ψυχικής υγείας επισημαίνουν ότι τα παιδιά που μεγαλώνουν σε περιβάλλον βίας έχουν αυξημένες πιθανότητες να εμφανίσουν τραύματα, άγχος ή να αναπαράγουν βίαιες συμπεριφορές στην ενήλικη ζωή τους.

«Μου είχε τύχει πριν από χρόνια να δω μια γυναίκα στο σούπερ μάρκετ με μαύρο μάτι, εμφανώς χτυπημένη. Της είπα ”Πρέπει να κάνετε κάτι. Να τον καταγγείλετε”. Και εκείνη μου απάντησε: ”Δεν σας επιτρέπω»”. Και έφυγε. Θυμάμαι πόσο άσχημα ένιωσα. Και για τη δική μου παρέμβαση, αλλά και για εκείνη».

Το μήνυμα που θέλει να δώσει με αυτό το βιβλίο είναι ότι πρέπει να επικοινωνούμε την κακοποίηση, να τη λέμε, να τη συζητάμε: «Κορίτσια, επικοινωνείτε. Ακόμα και αυτά που φοβάστε να παραδεχτείτε, να τα λέτε. Υπάρχει στο βιβλίο ένα σημαντικό twist με την πρώην σύντροφο του άντρα, η οποία δεν λέει ποτέ τι έχει συμβεί. Αν το είχε πει από την αρχή, θα είχαν σωθεί πολλά. Γιατί υπάρχει ακόμα στίγμα. Όταν κάποιος σε κακοποιεί, είτε σε δέρνει είτε σε υποτιμά, ντρέπεσαι να το πεις».

«Η ηρωίδα μου είναι νοσηλεύτρια. Και θυμάμαι μια πραγματική νοσηλεύτρια που μου είχε πει: ”Άλλο νοσοκόμα, άλλο νοσηλεύτρια”. Είναι πανεπιστημιακής εκπαίδευσης. Κι όμως, ο άντρας της την υποτιμούσε, ”Σιγά τι είσαι, μια νοσοκόμα”, της έλεγε. Αυτό είναι τρομερά πληγωτικό. Η υποτίμηση είναι πολύ συνηθισμένη. Και οι γυναίκες κρίνονται ακόμα με βάση στερεότυπα: αν μαγειρεύουν καλά, αν είναι σωστές μητέρες, αν χωρούν σε συγκεκριμένα κουτάκια ».

Στις 8 και 9 Ιουνίου, στο Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης, ένα ακόμα μυθιστόρημά της, «Το φερμουάρ», ανεβαίνει στη θεατρική σκηνή. Και αυτό έχει, με έναν τρόπο, θέμα την ενδοοικογενειακή βία: «Είμαι ευαίσθητη στο θέμα γυναίκα, γιατί είμαι γυναίκα. Βλέπω πώς είναι αυτή η χώρα για τις γυναίκες. Και έχω κόρη αλλά και γιους. Δεν θέλεις τα αγόρια σου να γίνουν τέτοιοι άνθρωποι. Θέλεις να είναι πιο φωτισμένοι. Και πάντα, όταν βλέπω μια χτυπημένη γυναίκα, σοκάρομαι. Σταματάω και νιώθω ότι θέλω να κάνω κάτι γι’ αυτό».

«Έγραψες ένα βιβλίο», της λέω. Και είναι υπέροχο.

Το βιβλίο της Μανίνας Ζουμπουλάκη «Πεθαίνω για σένα» κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Παπαδόπουλος.

Σχετικά άρθρα