Τα πολιτικά μαγαζιά..
Μια σύντπομη ανασκόπηση, των πολιτικών μαγαζιών, που λειτούργησαν μετά ην Μεταπολίτευση, ανάλογα με τα χρώματά τους
Η Μεταπολίτευση έδωσε την ευκαιρία συνολικής αναδιάρθρωσης των πολιτικών σχηματισμών στη χώρα. Το κάθε κόμμα παρουσίασε την ‘πραμμάτειά’ του και στόχευσε στις ανάγκες ομάδων πολιτών – πελατών.
Επίκαιρη, μιας και τώρα είναι πάλι εποχή ‘αναδιάταξης της αγοράς’ μεκαινούργια μαγαζιά!
Το πρώτο ‘Νέο μαγαζί’, δημιούργησε ‘όνομα-εγγύηση’, έφερε προϊόντα πουκάλυπταν τις ανάγκες των πολλών, κατάφερε να ανταποκριθεί σε κρίσιμες καταστάσεις. Άλλοτε ποσότητας προϊόντων, άλλοτε ποιότητας. Ήταν το πρώτο που εισήγαγε Ευρωπαϊκά προϊόντα και τα υποστήριζε με ζέση, προσπαθώντας μάλιστα να συμμετάσχει και στην παραγωγή τους, ενισχύοντας τη θέση στη διεθνή αγορά.
Σχεδόν ταυτόχρονα ήρθε το ‘Πράσινο’ μαγαζί με σύνθημα ‘προϊόντα για μια Αλλαγή στην εμφάνισή σας’. Υποσχέθηκε επίσης πως, αυτό και μόνο αυτό, μπορεί να προσφέρει προϊόντα ‘σε φθηνές τιμές που πάντα ονειρευόσασταν’. Ο κόσμος έτρεξε και αγόραζε τα πάντα… Μιλάμε για κατάσταση που έπινες σαμπάνια σε τιμή ρετσίνας!! Βέβαια, αυτή η εμπορική πολιτική δημιουργούσε ελλείμματα, αλλά το κόμμα τα κάλυπτε παίρνοντας δανεικά από τους προμηθευτές του, στους οποίους παρουσίαζε μεγάλους τζίρους και συνέχιζαν να το δανείζουν. Για να ξανακερδίσει την πρώτη θέση, το ‘Νέο μαγαζί’ υποσχέθηκε ακόμαπερισσότερα προϊόντα, ρίχνοντας ακόμα τις τιμές. Φυσικά δανειζόμενο ακόμα περισσότερα από τους Προμηθευτές.αλλά οι πελάτες του ήταν έτσι και αλλιώς, εκτός της κεντρικής αγοράς.
Ένα άλλο λειτουργούσε σαν αντιπροσωπεία ενός και μόνο Κεντρικού Προμηθευτή. Τα προϊόντα ήταν τόσο άχρηστα που ο ίδιος ο Προμηθευτής μπατίρησε, αλλά το μαγαζί κράτησε την αντιπροσωπεία προϊόντων που, πλέον, δεν υπήρχαν! Κάποια στιγμή οι Προμηθευτές ζήτησαν τα χρωστούμενα. Τα Μεγάλα Μαγαζιά προσπάθησαν να πουν στους πελάτες πως ‘τώρα θα πληρώνετε πολύ ακριβότερα, για πολύ λιγότερα προϊόντα’.
Στην αγορά επήλθε χάος! Οι πελάτες, αγανάκτισαν, θεωρώντας πως τους εξαπάτησαν! Οι πελάτες μπαινόβγαιναν σε μαγαζιά απαιτώντας αυτό που ήξεραν: ‘φθηνές τιμές για ακριβά προϊόντα’!
Στράφηκαν προς το ρομαντικό μαγαζί – που είχε μείνει έξω από το ‘γλέντι’ – και η διεύθυνσή του, άρπαξε την ευκαιρία: αντί να πει ‘τόσο καιρό παίρνατετσάμπα προϊόντα, δεν ξέρατε τι θα γίνει;’ τους υποσχέθηκε πως αυτό και μόνο αυτό, είχε τη στρατηγική για να συνεχίσει την τακτική ‘ακριβά προϊόντα σεφθηνές τιμές’!
Οι πελάτες έτρεξαν να αγοράσουν, αλλά τα ράφια ήταν άδεια! ‘Μια στιγμή, να φέρνουμε προϊόντα’ είπε ο Γενικός Διευθυντής. Αλλά άσχετος όπως ήταν με τα Οικονομικά, μπήκε σε μια αστεία διαπραγμάτευση και το μόνο που κατάφερε ήταν να φέρει λιγότερα προϊόντα και σε ακόμα μεγαλύτερες τιμές!
Στο μεταξύ, το ΄Νέο’ μαγαζί άλλαξε Διευθυντή και έφερε κάποιον με εμπειρία και κινήθηκε με άλλη προσέγγιση: πρόσεξε το κόστος του μαγαζιού, μάζεψε σπατάλες – που ήταν ο κύριος λόγος δανεισμού τόσων δεκαετιών – υποσχέθηκε λογικά προϊόντα σε λογικές τιμές, σταμάτησε τις λαμογιές που έκαναν διάφορα στελέχη, έφερε τα καλά στελέχη του ‘Πράσινου’ μαγαζού‘.
Ο τζίρος αυξήθηκε, άρχισε να αποπληρώνει μεγάλο τμήμα του χρέους στους Προμηθευτές. Οι πελάτες πλέον ήξεραν τι αγόραζαν, γιατί το αγόραζαν και έβλεπαν πως, εφόσον αυτοί σαν πελάτες στήριζαν το μαγαζί, το μαγαζί για νατους επιβραβεύει έβγαζε προσφορές, μείωνε τιμές, μεγάλωνε τη γκάμα τωνπροϊόντων.
Ο Διευθυντής του ‘ρομαντικού’ μαγαζιού το παράτησε. Προσπάθησε να βάλει κάποιον ‘αντ’ αυτού’ για να συνεχίσει να το ελέγχει, τα στελέχη κατάλαβαν την σπέκουλα. Άλλα έφυγαν και έφτιαξαν ένα ‘κόπυ-πάστε’ μαγαζί ψελίζοντας τους ίδιους ανεδαφικούς ρομαντισμούς, άλλοι κράτησαν το μαγαζί αλλά δεν είχαν ιδέα από εμπόριο.
Σε άλλο τμήμα της αγορά, κάποιος έφερε αντιπροσωπεία εθνικιστικών προϊόντων με το λογότυπο ‘μέιντ ιν Γκρις’, άλλος πούλαγε αποκλειστικά, θρησκευτικά είδη. Μόνο η αντιπροσωπεία έμεινε ακριβώς ίδια, όπως όταν μπατίρησε ο Κεντρικός Προμηθευτής.
Το μαγαζί ‘η Αλλαγή’ άλλαξε και αυτό ηγεσία. Αλλά ο Διευθυντής του, βλέποντας πως αρκετοί πελάτες πάνε στα μικρομάγαζα, επέλεξε αντίστοιχη στρατηγική πωλήσεων. Αντί να βρει σωστά προϊόντα, επέλεξε να προωθεί ταπαλιά προϊόντα, διαλαλώντας τα σαν να έχει πάγκο στη Λαϊκή.
Όλα τα μαγαζάκια, είχαν έναν ‘ελάχιστο, κοινό παρονομαστή’: διαγκωνίζονταν στο ποιός θα φωνάξει πιο δυνατά πόσο κακό ήταν το ‘Νέο’ μαγαζί.
Το ‘γιατί αυτοί και όχι εμείς’ άνοιξε την όρεξη σε πάσης φύσεως Εμπόρους! Ένας πρώην διευθυντής του ‘Νέου’ Μαγαζιού, θέλει να φτιάξει μαγαζάκι με τα προϊόντα που πουλιόντουσαν πριν και προσπαθεί να πάρει τμήμα από τους πελάτες που θέλουν παραδοσιακά προϊόντα.
Άλλος άνοιξε μαγαζί με απ’ ευθείας υποστήριξη του Προμηθευτή Εθνικών Προϊόντων, οπότε ο εγχώριος αντιπρόσωπος φαίνεται να χάνει την πελατείατου.
Ο παλιός Διευθυντής του ρομαντικού μαγαζιού, φτιάχνει ένα άλλο μαγαζί, που όμως – λέει – δεν θα δεχτεί παλιούς υπαλλήλους, οπότε θέλει οι παλιοί και γνώριμοι, να φερθούν σαν νέοι και άγνωστοι. Επίσης δεν λέει στους πελάτες τι προϊόντα θα φέρει. Θα είναι ακριβά με φθηνές τιμές όπως τους έλεγε παλιά, θα είναι φθηνά με ακριβές τιμές όπως κάνουν άλλα μαγαζιά, θα είναι προϊόντα χωρίς αξία για τους πελάτες, όπως λένε άλλα μαγαζιά;
Κανείς δεν ξέρει. Το μόνο που είναι γνωστό είναι πως το ‘Νέο’ Μαγαζί, βελτιώνει σε πολλούς τομείς, την ποιότητα και την ποσότητα των προϊόντων.
Βέβαια, η καταναλωτική συμπεριφορά είναι περίεργο πράγμα. Δεν θα είναι ηπρώτη φορά που οι πελάτες, έχοντας τη σιγουριά ότι ‘έχουμε αυτά πουθέλουμε’ πήγαν σε άλλα μαγαζιά απλώς γιατί χορτάτοι όπως είναι σκέφτονται πως είναι ωραίο ‘να δοκιμάσουμε και κάτι καινούργιο’; Μέχρι νασυνειδητοποιήσουν πως οι δοκιμές είναι αυτό ακριβώς που λέει η λέξη:Δοκιμές. Που άλλοτε βγαίνουν και άλλοτε όχι.
Και αν σου βγουν είναι καλά, αλλά αν όχι, τότε χάνεις όλα όσα είχες.