Ελαφρολαϊκό ρέκβιεμ για τα παιδιά του Καρνέισιον
Για εμάς που μεγάλωσαμε με σεμεδάκια στην τηλεόραση, τσιχλόφουσκες, Μπλεκ, Πάττυ και Μανίνα και πως μάθαμε τα capital controls, το TikTok και τα Insta stories.
Περιεχόμενα
- Τα πιο ωραία λαϊκά σε σπίτια με μωσαϊκά τα είχαμε χορέψει και ξαφνικά είμαστε οι γέροι στη βεράντα
- «… με το ρυθμό της μουσικής και με μπλου τζιν Αμερικής, μια εφηβεία επιεικής που έχει γίνει εδώ και πολύ καιρό, περάσει τα σαράντα…»
- Δανικά, τα πάντα είναι δανικά και σε όλους αναδρομικά, έρχεται η ώρα που πληρώνουμε…
- Δυνατός και γέρος για να γίνεις, κάθε μέρα καρνέισιον να πίνεις
Ασπρόμαυρη τηλεόραση, σαν έπιπλο με καρεδάκι κολαριστό με ζαχαρόνερο και Κλούβιος και Σουβλίτσα, Μπονάντσα, Μάχη, Ρομπέν των Δασών, Αντίζηλοι και Άγιος. Μπόλεκ και Λόλεκ και Ντίσνεϊ ταινίες στις γιορτές και τις αργίες! Και καρνέισον! Και κουάκερ! Και στα μεγάλα κέφια, κόλα Ταμ – Ταμ. Μαζεύαμε χαρτάκια απ τις γκοφρέτες τα αγόρια και τα κορίτσια κάρτες με σταρ του ελληνικού κινηματογράφου από πλακέ τσιχλόφουσκες. Παίρναμε και τις άλλες που ήταν τσιγάρα! Και κάτι γλειφιτζούρια που είχαν πλαστικά νύχια κόκκινα και μετά τα φορούσαμε στα δάχτυλα μας και κάναμε πως καπνίζαμε τις ροζ τσιχλόφουσκες!
Οι καλές σοκολάτες γάλακτος, ήταν συρταρωτές και σαν παιχνίδια άλλαζαν κεφάλια και πόδια σε καρικατούρες, αν τράβαγες τα συρτάρια. Σεραφίνο, Τιραμόλα, Μίκυ Μάους και μετα Μπλεκ, Ομπραξ, Κλασσικά Εικονογραφημένα με τον Κόμη Μοντεχρίστο πάντα παγιδευμένο σε μικρα τετραγωνάκια και τους Τρεις Σωματοφύλακες με κουνημένα χρώματα, Μανίνα, Κατερίνα και Πάτυ. Σιδεροκόλλητα για τις μπλούζες με τον Τραβόλτα να χορεύει στο Πυρετό στο Σαββατόβραδο ή τους Αγγέλους του Τσάρλυ, αλλά στην πρώτη εκδοχή τη καλή, με την Φάρα Φόουσετ και όχι μετα με την Τσεριλ Λάντ).
Διαβάστε επίσης
Τα πιο ωραία λαϊκά σε σπίτια με μωσαϊκά τα είχαμε χορέψει και ξαφνικά είμαστε οι γέροι στη βεράντα
Οι μεγάλοι σε σαλόνια, ενοχλητικοί με τις παθιασμένες πολιτικές συζητήσεις. Ο Ανδρέας Παπανδρέου ήταν Τροτσκιστής και κινδύνευε η Ελλάδα και αυτοί φορούσανε ζιβάγκο και είχανε και μουστάκια και στη χούντα βάζανε βόμβες. Ο Καραμανλής ή τα τανκς; Ο Κύρκος ήταν καλύτερος από τον Φλωράκη! Μπα, ο Χαρίλαος ήταν παλικάρι. Τσακώνονταν οι μεγάλοι για τα πολιτικά. Οικογένειες έπαυαν να μιλιούνται. Τραπέζια μεγάλα, γιορτινά διαλύονταν απ τη λάθος κουβέντα για τον Ζίγδη, τον Ράλλη, την ΕΔΑ. Και η ζωή ήταν έγχρωμη. Τα σπίτια είχαν κήπους με τριανταφυλλιές και τα διαμερίσματα μεγάλες βεράντες με λευκά φερ φορζέ. Αγόραζαν ιδιωτικό αυτοκίνητο οι γονείς και κέρναγε η γειτονιά με κέρματα για να αναφτούν κεριά και να ναι καλοτάξιδιο. Μαζεύονταν οι φίλοι, να δουν το νέο απόκτημα: την έγχρωμη τηλεόραση! Και ναι, «τη Λόλα απ τη φωτιά ποιος θα την βγάλει; Ο Τσοκολάτας που ‘χει δύναμη μεγάλη! Κάθε παιδί τον Τσοκολάτα τον λατρεύει, ορμάει στην φλόγες και το κορίτσι βγάζει. Δυνατός και γερός για να γίνεις, κάθε μέρα, σοκολάτα να πίνεις…»…
Στη πρώτη, άντε δεύτερη τάξη, έχουμε πια δημοτική. Πάνε και οι τόνοι. Κάποιοι μάθαμε παπαγαλία, τις δασυνόμενες λέξεις. «Ένα, έξι, επτά, εκατό και ερπετά, Ερμής, Έλλη, η Ελένη, η Ελλάδα η ξακουσμένη -η Ελλάδα για πάντα ξακουσμένη, ρίζωσε η φράση μέσα μου! …»… Άχρηστη γνώση. Το μονοτονικό, παίρνει το «να Άννα, να, ένα μήλο» και για λίγο μας φέρνει τα «Ψηλά Βουνά» του Ζαχαρία Παπαντωνίου. Αστόπαιδα στα προάστια ή στο κέντρο, ρωτούσαμε τους γονείς μας τι είναι τα χειμαδιά! Και μετά «Ο Μεγάλος Περίπατος του Πέτρου» και «Το Καπλάνι της βιτρίνας», «Όταν ο ήλιος…» και «Το γαϊτανάκι» και άπαντα Ιουλίου Βέρν, Τζακ Λόντον, Ρόμπερτ Λούις Στίβενσον και Εμίλιο Σαλγκάρι! Πολυάννα αλλά «Η εφηβεία της Μάργκαρετ, «Μικρές Κυρίες» αλλά και «Το ημερολόγιο της Αντριαν». Από τη μια το καλό κορίτσι με την παθητική αποδοχή των δυσκολιών και την καθωσπρέπει, με σειρά πορεία στη κοινωνία και απ την άλλη γυναικεία χειραφέτηση, αγοροκόριτσα και επαναστάτριες που δεν θα περίμεναν κανέναν «πρίγκιπα» να τις σώσει. Η Αλλαγή. Πράσινες σημαίες. Ανησυχίες και ανεβασμένοι τόνοι στα σαλόνια. Εμείς, στις αρχές της εφηβείας. Διαβάζαμε κρυφά το ΚΛΙΚ του μεγάλου ξάδελφου, που ήταν προχωρημένος. Το στοματικό σεξ, έλεγε! Άκου πράγματα, ε;
Διαβάστε επίσης
«… με το ρυθμό της μουσικής και με μπλου τζιν Αμερικής, μια εφηβεία επιεικής που έχει γίνει εδώ και πολύ καιρό, περάσει τα σαράντα…»
Στις σχολές μας στα Πανεπιστήμια, πηγαίναμε χάλαρα και κάναμε γιατί έτσι έκαναν και οι παλιότεροι, λίγο συνδικαλισμό, αλλά ήδη μας ένοιαζε αν θα πάμε παραλιακή το βράδυ, Σπέτσες το weekend και το καλοκαίρι Μύκονο ή Σαντορίνη, σαν «ερωτευμένοι πιγκουίνοι;». Πίναμε ουίσκι η βότκα και όχι μπίρες ή κρασί σαν τους γονείς μας ή από κείνο το περιβόητο βερμούτ που ακόμα είχαν κάτι θείες σπίτι τους. Γίναμε καριερίστες με ξενικές λέξεις στα αξιώματα μας. Managers, editors, consulates. Ρομέο, Μερσέντες, Λοφτ, Κούκος, Σουί Γκένερις και Μέμφις πίσω απ το Χίλτον, Αλεξάνδρας για απογευματινά ούζα, οι πιο σπουδαίοι Ράτκα, οι πιο εναλλακτικοί Ίντριγκα και Εξάρχεια και ρεμπέτικα στο Μινόρε, η στο Ταξίμι, ή τζαζ λαιβ στο Καφέ Παλέτ και στον Πήγασο.
Διαβάστε επίσης
Πήραμε μοδάτα αυτοκίνητα, νοικιάσαμε σε κάθετες πολυκατοικίες, γραμμικές μεζονέτες, ανεβήκαμε στα τραπέζια στα μπουζούκια, ξυπνήσαμε με χάνγκ όβερ και στόματα παπούτσια, πάθαμε τζετ λανγκ, ταξιδέψαμε στις άκρες του κόσμου, λατρέψαμε όλοι μανιακά την Νέα Υόρκη, που μας εντυπωσίαζε κοιτάζοντας ψηλά σε εκείνα τα ρετιρέ που δεν έφτανε το βλέμμα και όχι στα βρώμικα πεζοδρομία της, την παγωνιά και τους άστεγους και φτιάξαμε συλλογικό υποσυνείδητο με σκηνές από το σινεμά στο Σέντραλ Παρκ και στις ανηφοριές του Σαν Φρανσίσκο, με ήχους Χατζιδάκι, Σαντάνα, Μπέλου, Σαββόπουλο, Βαμβακάρη, Ντιπ Περπλ, Μαντόνα, Πρινς, Μάικλ Τζακσον, ΖιΖι Τοπ, Στράτο Διονυσίου, Μίκυ Θεοδωράκη, Ρόρι Γκάλαχερ, Μάκη Χριστοδουλόπουλο και Μαργαρίτη, να φιλιέται μόλις κλείνουμε τα μάτια η Τζούλια Ρόμπερτς με τον Ρίτσαρντ Γκίαρ και να δοκιμάζει φράουλες η Τζέσικα Λανγκ απ’ τα δαχτυλα του Μίκι Ρουρκ. Όλα μαζί σε εικόνες. Ο Μπακαλόγατος, η Βασιλειάδου, η θεία απ το Σικαγο, το ίδιο το Σικάγο, ο Χρηστός ξανασταυρώνεται, ο Ιησούς του Τζεφιρέλι, εκείνος του Μελ Γκίμπσον, να και του Σκορτσέζε, η κυρία Λουκά με σταυρούς έξω απ τα σινεμά, το Σινεμα ο Παράδεισος, το Τοπ Γκαν, ο Ηλίας του 16ου, οι Απαράδεκτοι, οι Τρεις Χάριτες, τα Φιλαράκια! Πως δεν ανατινάχτηκαν τα κρανία μας, με τόσο αλλόκοτα, παράδοξα αντιφατικά, σχιζοειδή αντιθετικά πράγματα που τους χώσαμε μέσα, δηλαδή!
Δανικά, τα πάντα είναι δανικά και σε όλους αναδρομικά, έρχεται η ώρα που πληρώνουμε…
Κάποια στιγμή, είχαμε με καμάρι και εμείς πλάσμα και καλωδιακή στο σπίτι, τζακούζι, στερεοφωνικά υψηλής απόδοσης, σιντι πλειρ στα αυτοκίνητα, εκεί που ο πατέρας στο Λάντα ή στο Σίμκα ή στο Ντάτσια, είχε κάτι μεγάλες κασέτες φορτηγατζήδικες και άκουγε Μαρινέλλα και Βοσκόπουλο, τζιπ με φιμε τζάμια που είχαν φορολογικές διευκολύνσεις, υψηλής αισθητικής πράγματα από ταξίδια, δάνεια, υποθήκες, πιστωτικές στα κόκκινα, χρέη, δανικά από φίλους, διαταγές πληρωμών, εξώδικά και τα τζιπ χωρίς βενζίνη, σαν έπιπλα πια στα γκαράζ. Και γίναμε, εμείς, οι γονείς, οι μεγάλοι στο σαλόνι που συζητάνε με πάθος, για την κρίση και τι κακό μας βρήκε και μάθαμε τα capital controls ή αλλιώς τι είναι οι έλεγχοι κινήσεων κεφαλαίου και πως να ζούμε με όριο αναλήψεων ανάληψης μετρητών από τα ΑΤΜ, 60 ευρώ ανά ημέρα, λες και τα είχαμε!
Απλήρωτοι πρώτοι, μετά με τις δουλειές να μπαίνουν στο Άρθρο 99 και βέβαια να κλείνουν και για μας ο νόμος Κατσέλη και πάρτι αν κανένας μας πλήρωνε στην ώρα μας και μάθαμε τη κάρτα για τις διαδρομές με το μετρό και οι πολιτικοί με 40 και 25 σπίτια! Και ύστερα λέει Covid 19 και πανδημία και κλεισμένοι στα σπίτια και τι είναι αυτός ο Μεσαιώνας γύρω μας και οι τιμωρίες για μια βόλτα και μη σταθούμε στις πλατείες και οι μάσκες που κρύβαν χαμόγελα και μας μάθαιναν να διαβάζουμε αμηχανία, θλίψη, απορία στα μάτια των άλλων. Και δως του οι κουβέντες στα σαλόνια -σιγά, μην ακούσουν τα παιδιά, που κάνουν μαθήματα στο κουμπιούτερ και δεν θυμούνται τι θα πει αυλή και διάλειμμα- για τα εμβόλια, τους ψεκασμένους αρνητές, τις παράνοιες των συνωμοσιολόγων! Και αυτό, πάει, πέρασε! Από πάνω μας, βέβαια και ούτε να το θυμόμαστε, σα τους σεισμούς, σαν τα μεγάλα τραύματα μας, σπρωγμένα κάτω, μέσα, βαθιά στη λήθη του φροϋδικού μας, συλλογικού υποσυνείδητου.
Δυνατός και γέρος για να γίνεις, κάθε μέρα καρνέισιον να πίνεις
Και, ω Θεέ μου, πόσο μεγαλώσαμε και πως δίπλωσε ο καιρός και μας τσάκισε με την προηγούμενη σελίδα του και πόσο ό,τι ζήσαμε, πάει και πέρασε και άλλα έρχονται που τρέχουμε να τα προλάβουμε ή κάνουμε πως μας νοιάζει. Είμαστε ρε συ, οι μεγάλοι με τις κουβέντες στο σαλόνι, εμείς! Και δεν υπάρχει παιδικό δωμάτιο, με πλαστικές φιγούρες των ηρώων μας στους τοίχους, να κρυφτούμε. Ούτε κολλαρισμένα με ζάχαρη σεμαδάκια πάνω στις πλάσμα, για να νιώσουμε ασφάλεια. Βογγάνε όλο έκθεση τα κομπιούτερ μας! Ουρλιάζουν τραγούδια τα κινητά μας. Χαζεύουμε και εμείς τα ταξίδια της Τούνη και μάθαμε και τον Λεξ, αλλά και τον Snik και τον Light και να μπαίνουμε στο Instagram και TikTok και ας ξεχνάμε τους κωδικούς μας και να κάνουμε για το ένα πως πιστεύουμε πως όλων η ζωή σαν καλοφωτισμένο πάρτι και για το άλλο πως μας νοιάζει η γνώμη του καθενός και γελάμε με το χιούμορ του!
Παρ’ όλα αυτά οι πολιτικοί συνεχίζουν να έχουν πολλά σπίτια και να μια που μας έλεγε «ο τσάμπας πέθανε» σχολιάζοντας τις τιμές των ενοικίων, είναι με 15 ακίνητα και αυτή δεν θα μπήκε στο Νόμο Κατσέλη να σώσει εκείνο που το ένα και μοναδικό, που φτιάξανε οι γονείς της φτύνοντας αίμα. Και τηλεόραση, πια, κοιτάμε φευγαλέα από το λάπτοπ και τσάμπα πληρώνουμε και τη συνδρομή στο Netflix γιατί έχουμε ψιλοβαρεθεί! Και εμείς δεν διαβάζουμε, πια, κρυφά το ΚΛΙΚ του μεγάλου ξαδέλφου, αλλά δουλεύουμε σ’ αυτό! Μεγαλώσαμε (αλήθεια; Μεγαλώσαμε;), με την ασφάλεια της γενιάς, που δεν είχε περάσει καταστροφές, πόλεμους, εθνικές τραγωδίες, εμφυλίους, κατοχές! Δεν είχαμε προπονηθεί, δεν είχαμε προετοιμαστεί, δεν υποπτευόμασταν τέτοια ζόρια, όλα αυτά, ούτε καν πως μας αφορά το ότι θα είμαστε εμείς οι -τόσο πια!- μεγάλοι! Και εκείνη η διαφήμιση; Αφού έλεγε «δυνατός και γέρος για να γίνεις, κάθε μέρα καρνέισιον να πίνεις». Και το πίναμε! Κάθε μέρα! Γιατί τότε ρε γαμώ το, γίναμε, τόσο μα τόσο αδύναμοι;
Διαβάστε επίσης