Πού σύχναζαν οι Αθηναίοι όταν πρωτογνώρισαν το ΚΛΙΚ;
«Μπαλτάζαρ»

Πού σύχναζαν οι Αθηναίοι όταν πρωτογνώρισαν το ΚΛΙΚ;

Το Μπαλταζαρ μπορεί να είναι ακόμα στην Τσόχα, αλλά μην μπερδεύεστε... Το κείμενο αναδημοσιεύεται αυτούσιο από το αρχείο.

Μιλάμε για 38 χρόνια πίσω, όταν Αθήνα συνοθυλεύοταν, μπερδεύονταν σε κίτρινα φώτα, προ της led επανάστασης, όταν ο φόβος δεν ήταν ο λογαριασμός του ρεύματος αλλά ο λογαριασμός της ταβέρνας και ο ανταγωνισμός για τον επίλεκτο “κερνάω εγώ, μα σε παρακαλώ, δεν σηκώνω κουβέντα”.

Αναδημοσιεύουμε την πρώτη περιεκτική λίστα από στέκια, ταβερνεία, πατσατζίδικα, μπουζουκοκαταστάσεις με φαϊ και χορό, διάσημους και άσιμους θαμώνες, για μπινελίκια, μπεμπέκια, πούρα και πουρά εξίσου. Κάποια ακόμα καλά κρατούν, κάποια άφησαν το στίγμα τους στις καρδιές των θαμώνων και εξαφανίστηκαν. Χώροι εξωτερικοί, κλειστοί και αγαπησιάρικοι. Ο συντάκτης του ΚΛΙΚ Βασίλης Παπαδημητρίου κάλυψε με ενδελεχή έρευνα, φαγητοποτεία πάσης φύσεως: για εισαγωγικά και άφτερ, από το κέντρο μέχρι τα παράλια.


Σαν νέοι δόκτωρ Τζέκιλ και κύριοι Χάιντ όταν πλησιάζει η νύχτα μεταμορφωνόμαστε. Πλενόμαστε, χτενιζόμαστε, φοράμε τα καλά μας ρούχα, κοιταζόμαστε στον καθρέφτη πιο πολύ από ποτέ, μαζεύουμε ό,τι μας έμεινε απ’ την ημέρα και βγαίνουμε στο δρόμο. Που κι αυτός έχει πάρει άλλη όψη. Τα σκοτεινά σημεία, το φως απ’ τις λάμπες και τα κόκκινα φωτάκια από τα αυτοκίνητα δημιουργούν μια ατμόσφαιρα περίεργη, που εξαφανίζεται μαζί με την ανατολή του ήλιου. Είναι η στιγμή που οι επιθυμίες και τα όνειρα βγαίνουν απ’ το μυαλό μας και κάνουν βόλτες δίπλα μας, η στιγμή που ο εαυτός μας μπορεί να πάρει το μέγεθος μιας τεράστιας σκιάς και να σβήσει αυτόματα όταν οι προβολείς ενός αυτοκινήτου πέσουν επάνω μας. Όπως και να το κάνουμε οι νύχτες είναι πιο όμορφες απ’ τις μέρες, ιδιαίτερα το καλοκαίρι και στην Ελλάδα. Η ζέστη, το σκοτάδι, η ηρεμία μας βοηθούν να στήσουμε τα δικά μας σκηνικά, να φέρουμε τον κόσμο στα μέτρα μας. Και το πρωί αργεί να έρθει.

Λένε ότι σ’ αυτή την πόλη δεν έχεις τίποτα να κάνεις. Ότι η διασκέδαση είναι μοναδιάστατη, ότι τίποτα το περίεργο και το αναπάντεχο δε συμβαίνει. Ότι απλά, οι νύχτες εναλλάσσονται με νύχτες. Μπορεί να είναι έτσι μπορεί και όχι. Από εσάς εξαρτάται. Αν συνεχίσετε να πηγαίνετε εκεί που πάτε, πάντα μην περιμένετε πολλά. Πάλι θα διαμαρτύρεστε ότι βλέπετε τους ίδιους ανθρώπους και τα ίδια ντεκόρ.

Ξεκολλήστε απ’ τη ρουτίνα. Αλλάξτε παραστάσεις και διαδρομές. Καμιά φορά αξίζει μόνο και μια νέα διαδρομή, το ταξίδι. Και γνωρίστε μέρη με άλλους ανθρώπους, αλλιώτικους από σας και τους φίλους σας. Μη φοβάστε. Κι αυτοί νέους ανθρώπους θέλουν να γνωρίσουν. Έχουν βαρεθεί τους ίδιους πάντα.

Εμείς γυρίσαμε όλη την Αθήνα, φάγαμε πολλές ώρες και γεμίσαμε αλκοόλ μέχρι τ’ αυτιά για να κάνουμε αυτό το ταξίδι στη νυχτερινή Αθήνα. Βλέπεις, όλοι θέλουν να σε κεράσουν αν δουν ότι γράφεις γι’ αυτούς. Πάντως, πιστέψτε μας, δεν πτοηθήκαμε. Σας τα γράφουμε όλα όπως τα είδαμε. Όχι μόνο καλά, όπως συνηθίζεται, για να γίνονται και οι δημόσιες σχέσεις των περιοδικών. Παραλείψαμε πολλούς και ζητούμε συν γνώμη. Την άλλη φορά. Καλές νύχτες λοιπόν, και μην ξεχνάτε ότι πιο όμορφη νύχτα είναι ίσως αυτή που μπορείτε να περάσετε μόνοι σας κοιτάζοντας τη θάλασσα και το φεγγάρι.

Για νωρίς…

ΤΟ ΠΑΡΚΟ 

Το «Πάρκο» είναι, βέβαια, μέσα σε ένα πάρκο, πίσω από τη Σχολή Ευελπίδων και προσφέρει ουζάκια και ποικιλίες ανεξιχνίαστης προέλευσης. Στα ουζάδικα, συνήθως, τσιμπάμε κάτι ελαφρύ (;) με μεγάλη όρεξη μετά την ψυχρούλα του θερινού σινεμά, γοητευμένοι από τις πλάνες μυρωδιές της μικρής κουζίνας τους. Το βασικό είναι να ζαλιστούμε από τα ούζα και όχι από τη σκόνη που σηκώνουν οι χωματόδρομοι που περιβάλλουν το «Πάρκο». Αν παραβλέψουμε αυτήν τη μικρή λεπτομέρεια, έχουμε κεφάτες παρέες με φοιτητικό look που χαχανίζουν με αστειάκια του κυκλώματος, ψιλό καμάκι που πλανάται στον αέρα, κίτρινα φώτα και μερικά γατάκια που λιμοκτονούν, κατά πώς φαίνεται. Διέκρινα κλασικά ανδρικά πεδιλάκια, μπουφανάκια, μουστακάκι και μυωπικά γυαλιά, εσπαντρίγιες και λευκά κοριτσίστικα λινά. Η απουσία μουσικής με έκανε να ακούω πολλά σχέδια διακοπών (Κυκλάδες και πάσης Ελλάδος), μα ενθουσιάστηκα με μια παρέα δεκατετράχρονων που έτρωγε, με ύφος θαρραλέας ενηλικίωσης, τρελές ποσότητες τηγανητής πατάτας… Βέβαια, κάτι «νες με γάλα» και κάτι χαζο-αναψυκτικά, θα μπορούσαν να λείπουν από τον τιμοκατάλογο, για να υπάρχει και η ανάλογη αυξομείωση της γλυκερής, θερινής μέθης.

ΜΠΑΛΤΑΖΑΡ

Κάποτε ήταν το μπαρ ρεστοράν της μόδας. Ίσως τώρα που δεν είναι πια να είναι προτιμότερο να περάσετε εκεί ένα ήσυχο βράδι. Ο κήπος είναι πανέμορφος και ένα δείπνο με κάποιον που βγαίνετε για πρώτη φορά ίσως σας βοηθήσει να αισθανθείτε πιο ρομαντικά. Η μουσική σιγανή και καλή, τα φαγητά καλά και τα κλαδιά απ’ τα δένδρα θα σας δίνουν την αίσθηση ότι είστε πολύ μακριά απ’ τη λεωφόρο Αλεξάνδρας. Στο ρεστοράν έχεις μια αίσθηση ηρεμίας. Να πάτε νωρίς και δε θα σας στοιχίσει και πολύ ακριβά τελικά. Αργότερα, βλέπετε. Τσόχα 27 και Βαρνάζου .

Η ΔΕΞΑΜΕΝΗ

Φραπέ, ούζο και ποικιλίες, μπίρα, από το μεσημέρι ως αργά το βράδι στην πλατεία της Δεξαμενής. Στο μικρό ανηφοράκι με τα τραπέζια δεξιά και αριστερά, το πέρασμα είναι πάντα πασαρέλα. Μόλις μπει η άνοιξη, όλο το καλοκαίρι, στο μεσημεριάτικο ήλιο ή τη βραδινή δροσιά, η μικρή πλατεΐτσα της Δεξαμενής γίνεται στέκι. Φοιτητές από τις γύρω σχολές, όσοι συμπλήρωσαν ήδη την πρώτ τη βάρδια στο «Ντόλτσε» και θέλουν να αλλάξουν περιβάλλον, τα παιδιά με τα μαύρα κάτω πλατείας που βαρέθηκαν το συνωστισμό της Λυκόβρυσης – που το μεσημέρι θυμίζει στάση λεωφορείου – επώνυμοι, ανώνυμοι, όλοι είναι εδώ στο μικρό καφενεδάκι. Είναι πιο ήρεμα από τα πιο κεντρικά στέκια της περιοχής, πιο διακριτικά, αλλά η ανηφορίτσα που αναγκαστικά διασχίζουν όλοι, παίζει το ρόλο της στα μαύρα γυαλιά όσων κάθονται ήδη και χαζεύουν το πέρασμα.

ΤΖΟΥΣΥ

Αν βαρεθήκατε να ξεκινάτε τις βραδιές σας στα μπαρ, μπορείτε να ξεκινήσετε απ’ το «Τζούσυ» στο Κολωνάκι (Χάρητος και Λουκιανού). Τραπεζάκια έξω, χυμοί φρούτων ή σαλάτες φρούτων, γλυκά και ηρεμία είναι ό,τι πρέπει για να αρχίσετε υγιεινά τη βραδιά σας. Είναι μάλιστα μεγάλη η πιθανότητα να έχετε όμορφο και καλοντυμένο κόσμο στα διπλανά τραπεζάκια. Ένα ελάττωμα: είναι ακριβό.

ΑΝΑΨΥΚΤΗΡΙΟΝ ΣΤΡΕΦΗ

Τα Εξάρχεια διαθέτουν και το λόφο του Στρέφη για τους πιο ώριμους ερωτευμένους και παρεπιδημούντες. Μετά τα φιλάκια στα σκοτεινά μονοπάτια του παιδότοπου, είναι και το «Αναψυκτήριον» για ουζάκι και πάλι. Τρυφερό πράσινο που απομονώνει από τους ήχους της Αθήνας, κεφτεδάκια για όλο τον κόσμο, κουνουπάκια και πλακόστρωτο. Σαφώς νεανικό το κοινό και ανάλογες, φυσικά και οι κουβέντες: κόμικ, σινεμά, πλακίτσα, τσα, κόντρες διαλεκτικής υφής και κουτσομπολιό. Αψογος συνδυασμός για θερμές νύχτες καθημερινές, ελεγχόμενης βαριεστημάρας, τότε που τα τηλέφωνα και τα ραντεβού δίνουν μέχρι και αφορμές για επινόηση σεναρίων του νέου ελληνικού σινεμά. Το άλλοθι του σουβλατζίδικου της γειτονιάς, όταν είναι μέσα σε δημοφιλή δασύλλια, ε, πώς να το κάνουμε, είναι συμπαθέστατο!…

Η ΠΟΠΗ

Αν κάποια βραδιά πεινάτε μόνο για σουβλάκι, τότε αξίζει να πεταχτείτε μέχρι το Κουκάκι απ’ όποιο σημείο του Λεκανοπεδίου κι αν βρίσκεστε, για να δοκιμάσετε τα σουβλάκια της Πόπης. Είμαστε σίγουροι ότι γευστικά τουλάχιστον θα μείνετε εξίσου ικανοποιημένοι όσο σ’ ένα καλό ακριβό εστιατόριο, και θα ξοδέψετε και λίγα. Δράκου 23, Κουκάκι.

ΣΧΟΛΑΡΧΕΙΟΝ

Το ουζάδικο στους Αέρηδες της Πλάκας έχει γίνει στέκι για πολλούς τα μεσημέρια του Σαββάτου. Στη νέα πιο ήρεμη Πλάκα, μετά τις βόλτες, η ταρατσούλα του στον ήλιο είναι ιδανική για κουβέντα και μεζέδες. Θα σας σερβίρουν αμέσως μόλις καθίσετε την ποικιλία και μετά θα αποφασίσετε τι θα παραγγείλετε. Λουκάνικα που θα κοπούν μπροστά σας ή χωριάτικη. Μέσα, οι παλιές επιγραφές στους τοίχους, τα παλιά αντικείμενα είναι η διακόσμηση, οι τιμές είναι χαμηλές, οι τουρίστες είναι λίγοι και ήρεμοι. Μην κάνετε το λάθος να ζητήσετε Κόκα Κόλα, ούτε καν μπίρα, το «Σχολαρχείο» σερβίρει μόνο ούζο και κρασί σε ξέχειλα νεροπότηρα. Μετά από κει το μεσημέρι θα τελειώσει συνήθως στο γειτονικό «Τρίστρατο». Θα πείτε βέβαια «πάμε για καφέ», κι έτσι με κάθε άλλοθι, στους καναπέδες του γωνιακού τσαγάδικου με το ρωσικό χρώμα, θα δοκιμάσετε όλες τις πίτες, τα κρουασάν, τις τούρτες με φρούτα και τ’ άλλα γλυκά που το «Τρίστρατο» σερβίρει.

ΑΜΑ ΛΑΧΕΙ

«Άμα λάχει» (να πούμε) η Καλλιδρομίου διαθέτει τη μεγάλη αυλή της ταβέρνας με το φιλοσοφημένο τίτλο, όπου το κύριο θέμα δεν είναι, πλέον, το ούζο ή το κρασί, αλλά το φαγητό. Το οποίον ικανοποιεί γενικώς, με όλα τα γνωστά μειονεκτήματα υλικών αλλά και πλεονεκτήματα της τρυφερής αμεσότητας που χαρίζει το είδος της ταβέρνας. Η ευρυχωρία, εδώ, ευνοεί τα αυτοσχέδια γλεντάκια και την ποθητή άνεση για παρέες πάνω από τέσσερα άτομα, οι πολύχρωμοι γλόμποι φέρνουν λίγο προς σκηνικό του Φίνου, το κοινό είναι ελαφρώς ωριμότερο σε ηλικία από αυτό των ουζάδικων, αφού και η τιμή ενός «πλήρους» γεύματος διαφέρει από αυτήν μιας ουζοποσίας (sic). Κάζουαλ εμφανίσεις, γελάκια και τα παρεμφερή. Ψάξτε για το άσπρο σκυλάκι – είναι γλύκα και τρώει τα πάντα.

ΠΑΠΑΚΙΑ 

Στα «Παπάκια» λένε όλοι ναι και όχι μόνο ο Κηλαηδόνης. Γιατί είναι από τις σπάνιες περιπτώσεις μαγαζιών που, και αφού πέρασε η μόδα τους, διατήρησαν τη γοητεία τους και την καλή παράδοση. Η μουσική που βάζει ο Σωτήρης είναι πάντα πολύ καλή, μέσα κάποια βράδια το κέφι ξεχειλίζει, και στον κήπο με τη μουσική χαμηλωμένη ο χώρος λειτουργεί σαν εστιατόριο με σπιτικό φαγητό και καλές σπεσιαλιτέ. Γιατί τα «Παπάκια» είναι ένα ρεστοράν νέων ανθρώπων. Κατάλληλα για πολλές λειτουργίες, με ατμόσφαιρα που αλλάζει, κάποτε πάρτι με κέφι και δυνατή μουσική, κάποτε κάποιος στο πιάνο, στους κήπους με τις νερατζιές διακριτικότητα και καλό φαγητό. Το καλοκαίρι, τα «Παπάκια» είναι αρκετά γνωστά, αρκετά διακριτικά, αρκετά της μόδας ακόμα, για να προτιμηθούν απ’ όσους θέλουν η πρόσκληση για το πρώτο γεύμα μιας διακριτικής βραδιάς με συνέχεια να μην είναι σε ψησταριά ή χασαποταβέρνα.

Για μετά…

ΗΡΙΔΑΝΟΣ

Δίπλα στα «Παπάκια», στο νούμερο 7 της οδού Ηριδανού είναι το ομώνυμο μαγαζί. Ο «Ηριδανός», μπαρ της μόδας, διαμόρφωσε τον υπαίθριο χώρο του διακριτικά και με άποψη. Ο «Ηριδανός» είναι από τα μπαρ του καλού κόσμου που δεν πας βέβαια για να πιεις και να ξεχάσεις, αλλά για να φας ήρεμα, να δεις γύρω σου και να συναντήσεις αυτούς που θέλεις ή μάλλον αυτούς που πρέπει. Η μουσική ούτε που ακούγεται, το περιβάλλον από τότε που άνοιξε το μπαρ έχει καθιερωθεί σαν καλλιτεχνικό, κύριοι καλών τεχνών, ηθοποιοί, σκηνοθέτες, η Ναθαναήλ, ο Φασουλής, ο Λαζόπουλος, ο Βουτσινάς, το σκυλάκι, όλοι από κει περνάνε και κάνουν την ατμόσφαιρα θεατρική, πικάντικη μέχρι και γοητευτική μερικές φορές. Κατάλληλο για νέους ηθοποιούς, νέους ζωγράφους, νέους σκηνοθέτες, με τις περισσότερες ευκαιρίες για κοινωνικές σχέσεις.

ΓΡΑΝΑΖΙ 

Αρχές Καλλιρρόης, πίσω από το «Copa Cabana», βρίσκεται το «Γρανάζι». Σαφώς αντρικός, μόνο, χώρος, για ποτό και συγκρατημένη μέθη. Στενότη, απλίκες, μπαλκονάκι και βλέμματα πάνω από τα ούισκι. Η νύχτα συμπυκνώνει τις ανάγκες, η επαφή γίνεται αυτοσκοπός, ο κόσμος έξω πολύ σκληρός· εδώ, όμως, υπάρχει συρρίκνωση και περιρρέουσα λαγνεία. Όρθιοι όλοι και εφαπτόμενοι, κυριλέ και προσεγμένοι, στα ηχεία Λίτσα Διαμάντη και Μαρινέλλα. Εκεί, αποκλείεται να κινηθείτε, κάθεστε μόνο σε ένα σημείο και αναλογίζεστε τα καλά του έρωτα και των ανδρικών καλλυντικώv. Ακόμα και αν τα γκέτο έχουν καταργηθεί, το «Γρανάζι» είναι μια από τις καλύτερες αφορμές για να διαπιστώσετε πως οι καλοβαλμένοι τριαντάρηδες ξέρουν και τι θα πει «συνενοχή» και τι «αντρικές φιλίες»… Είναι, πλέον, θέμα γούστου.

ALECO’S ISLAND

Υπόγειο στην Τσακάλωφ, η Μύκονος στο Κολωνάκι. Πάλι αγόρια, αλλά και σικ αλλοδαποί, προχωρημένα κορίτσια με ευφάνταστους κομμωτές, κομψή ανησυχία και μουσική high – energy. Οι λευκές, νησιωτικές καμάρες του μπαρ συνδυάζονται με τις new wave καλλιτεχνικές επεμβάσεις του ιδιοκτήτη σε έργα νεοκλασικής αισθητικής, ο ίδιος ο Αλέκος είναι μια ανεξάντλητη πηγή σκληρού χιούμορ που ωθεί την ατμόσφαιρα και τους πρωτοεμφανιζόμενους πελάτες είτε στη χαμογελαστή αμηχανία (είναι και «ειδικό» μπαρ, βλέπετε) είτε στις ανάλογες απαντήσεις και, τότε, όλα παίρνουν μια γαλανή τροπή προς το γκροτέσκο. Όσο για τη «συνενοχή» στο «Aleco’s Island» δεν είναι πια αυτή της ανασφάλειας, αφού και η περιοχή αλλά και το είδος του κοινού προϋποθέτουν την απόρριψη ταμπού και την έπαρση του κοσμοπολίτικου. Ας πούμε πως, εδώ, δεν είναι η λαγνεία που έχει τον πρώτο λόγο αλλά η παράδοση.

MAΡKET

Όσοι μένετε στον Πειραιά ή πάτε βόλτα προς τα εκεί, μπορείτε να πάτε και στο «Μάρκετ» (Β. Παύλου 123, Καστέλλα). Δεν είναι άσχημα. Ήρεμοι άνθρωποι, όχι όμως κακόγουστοι, διασκεδάζουν πολιτισμένα και ήρεμα. Η μουσική είναι καλή, αρκετοί χορεύουν και τα ποτά είναι φτηνά. Αν πάρετε το ποτό σας και βγείτε στην είσοδο έχετε μπροστά σας ένα πανόραμα του Σαρωνικού. Είναι όμορφο.

MARKET 

Στο τέρμα της οδού Τσακάλωφ, πίσω από τον Άγιο Διονύσιο, είναι και το «Market», στον πρώτο όροφο, να ξεχύνονται οι ροκιές από την ανοιχτή μπαλκονόπορτα στη θερινή νύχτα, να ευφραίνονται και οι πέριξ. Το μπαρ είναι από εκείνα που τα προτιμάς γιατί πρέπει να πιεις σκληρά ποτά και να πεις σκληρά πράγματα, μια και η μουσική δεν επιτρέπει χαμηλόφωνο ύφος και περιεχόμενο στις κουβέντες. Μαύρο – κόκκινο το περίβαλλον, ωραία κορίτσια και αγόρια, με διακριτικό freak look και, ενίοτε, διάφοροι baba cool για να θυμόμαστε τα παλιά. Ο ενδιάμεσος κρίκος μεταξύ μπαρ και κλαμπ, είναι από τα πιο σωστά στέκια για να αρχίσει κανείς τις μικρές ώρες της νύχτας, τότε που η ζάλη δεν είναι αγάπη αλλά ο δρόμος.

FLAME 

Η ωραιότερη ταράτσα της Αθήνας βρίσκεται στην Κηφισιά και λέγεται «Flame». Είναι ακριβώς στον «τροχονόμο», που λέμε. Ανεβαίνεις ακριβώς 46 σκαλιά – ή παίρνεις το ασανσέρ – και βρίσκεσαι σε ένα πραγματικά καλόγουστο νεανικό ροκ μπαρ, απ’ την ταράτσα του οποίου βλέπεις όλη την Αθήνα. Στο «Flame» μπορείς να φλερτάρεις, να διασκεδάσεις, να χορέψεις, να «ξεμοναχιαστείς», να ρεμβάσεις και να μεθύσεις. Δεν μπορείς να πλήξεις.

GLAMOROUS

Το Θησείο, τα τελευταία χρόνια, έχει γίνει μια νέα πιάτσα με καλά μπαρ. Ε, το «Glamorous» είναι ένα από αυτά και, μάλιστα, η φήμη του πέρασε όχι μόνο στο κοινό των μπαρ, αλλά και στους απ’ έξω, που επισκέπτονται αυτούς τους χώρους με την αθωότητα του τουρίστα. Άρα, η «διαλεκτική» που αναπτύσσεται εκεί, επιτρέπει την πολυφωνία λουκ και ταμπεραμέντων, πράγμα αρκετά ενδιαφέρον. Κλασικό «νέο ροκ» στιλ, δωματιάκια, ροζ νέον, πολύ καλή ροκ μουσική (με ελαφριά προτίμηση στα sixties) και χαλαρή ένταση στους θαμώνες, αρκετή ώστε να μπορεί κανένας ακόμα και να διαβάσει το βιβλίο του, όπως ο συμπαθέστατος Γιαπωνέζος με τα μακριά μαλλιά που είχε αφοσιωθεί στην ανάγνωση. Το να είσαι αραχτός και «κουλ», το καλοκαίρι, είναι μάλλον θετικό και glamorous με έναν άλλο τρόπο, από αυτόν της πεπατημένης…

PIANETA TERRA 

Το κακό με τις παραλιακές καλοκαιριάτικες ντίσκο είναι που έγιναν ξαφνικά (αν υπήρξαν ποτέ και τίποτα διαφορετικό) στεκια «χάι» λυκειόπαιδων. Και, βέβαια, τα λυκειόπαιδα είναι μια χαρά, αρκεί να βρίσκονται στο φυσικό τους περιβάλλον, κάτι που δεν είναι η «Pianeta Terra». Διότι το κατασκευασμένο κυριλέ ούτε είναι της μόδας πια ούτε και βοηθάει τον κόσμο να είναι καλά. Ποιος έχει όρεξη να βλέπει πιτσιρικάδες να το παίζουνε «μεγάλοι» και ώριμους ουρανοκατέβατους να νεάζουν, δίπλα σε φωτομοντέλα (αυτά είναι οι προσκλήσεις των δημοσίων σχέσεων) και κοριτσάκια με μίνι που κάθονται ακίνητα να μη χαλάσει η πόζα που επετεύχθη δυο ώρες πριν μπροστά στον καθρέφτη; Παρ’ όλα αυτά, ο χώρος είναι μεγάλος, άνετος, η μουσική λογική και πρέπουσα για το είδος και το κέφι αρκετό. Στο κάτω κάτω, εάν πείσεις τον εαυτό σου πως θα περάσεις καλά, ε, θα περάσεις! Μια και η «Pianetta Terra» είναι καινούριο μαγαζί, προαναγγέλλει happening και γεγονότα. Το βράδι, ας πούμε, που ήμουν εγώ, εμφανίστηκε το μανεκέν Υβέτ που, τώρα, έγινε και τραγουδίστρια και οι Bang, όσο για τις 2 Ιουλίου, θα εμφανιστούνε, λέει, οι Modern Talking. Ψυχραιμία, όλα θα πάνε καλά.

ΣΤΑΔΙΟΝ 

Είναι το μπαρ που έσπασε ένα σίγουρο κανόνα του αθηναϊκού night life. Αυτόν δηλαδή που λέει ότι κάθε καινούριο μπαρ γίνεται μόδα μόλις ανοίξει. Το «Στάδιο» άνοιξε πέρσι με πολύ θόρυβο αλλά συνέχισε μάλλον διακριτικά. Κι όμως φέτος, ένα χρόνο μετά, γνωρίζει το μεγάλο μπουμ. Ουρές στην είσοδο, πορτιέρης, στα διπλιά μπαρ και τις ταράτσες του το αδιαχώρητο. Βεράντα σε δύο επίπεδα, θέα η Αθήνα από ψηλά, τα νέον και τα φώτα των αυτοκινήτων στις λεωφόρους που περνάνε από κάτω. Μέσα η μουσικη ακούγεται δυνατά, είναι οι γνωστές επιτυχίες της εποχής και ο κόσμος κάποτε χορεύει πολύ άνετα. Είναι το μπαρ της μόδας αυτόν το μήνα, για μια νεολαία πολύχρωμη, τούτι φρούτι, που θέλει να περάσει τα βράδια της «χάι» οπωσδήποτε, να φλερτάρει και να διασκεδάσει.

Για αργά τη νύχτα…

ΕΙΡΗΝΙΚΟΣ 

Αντικατέστησε στον ίδιο χώρο το «San Lorenzo» και την καταθλιπτική «Prison», στο χώρο δίπλα απ’ την πλαζ της Βούλας. Στην αρχή του καλοκαιριού παρουσιάζεται σαν η πιο πολυσύχναστη ντίσκο της παραλίας. Διαθέτοντας άψογες δημόσιες σχέσεις, συγκεντρώνει αρκετούς επώνυμους και νεαρό κόσμο της μόδας και του θεάματος. Έτσι, δίπλα σε καλλίγραμμα σκανδαλιστικά μοντέλα και όμορφους Αμερικάνους μπορείτε να αισθάνεστε καλύτερα ή χειρότερα, ανάλογα με τις προδιαγραφές σας και τα σωματικά σας προσόντα. Γιατί, ως γνωστόν, στις ντισκοτέκ δε μιλούν. Η μουσική επαναλαμβάνει ρυθμικές επιτυχίες της εποχής και μερικές φορές κάνει επιτυχημένα γυρίσματα στο παρελθόν. Τα ηχητικά είναι κακοστημένα. Πάντως, αν μπουροκαπνιστείτε στο εσωτερικό, στη βεράντα που βλέπει στη θάλασσα μπορείτε να πάρετε αέρα. Αν έχετε και όμορφη συντροφιά, πηδήξτε στην αμμουδιά, λίγο πιο πέρα. Θ’ ακούτε καλύτερα τη μουσική τετ-α-τετ. Είμαστε περίεργοι να δούμε αν μια παραλιακή ντισκοτέκ μπορεί να κρατήσει τα σκήπτρα για δύο συνεχείς χρονιές. Στην πόρτα έχει έλεγχο εισερχομένων. Χαμογελάστε…

ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΧΩΡΙΟ

Το «Ελληνικό χωριό» βρίσκεται στο κέντρο της Αθήνας και συγκεκριμένα στην Ομόνοια, κάπου κάπου δε, πρέπει να ξεσκάσει και αυτό το κακόμοιρο, οπότε τρέχει να φάει (πολύ όμως) και να χορέψει με δημοτικά. Το «Ελληνικό χωριό» είναι ό,τι καλύτερο για μια τέτοιου είδους ιεροτελεστία, εφ’ όσον διαθέτει βαριεστημένα και βλοσυρά γκαρσόνια, φώς που σου πονάει τα μάτια, μεθυσμένους νεαρούς που ήρθαν στην πρωτεύουσα να πιάσουν την καλή, παχουλές (συνήθως) νεαρές που τους συνοδεύουν σιωπηλές και ορχήστρα με κλαρίνα. Θα σας συμβούλευα να αποφύγετε το φαγητό εκεί, αλλά να εκτιμήσετε την κλασική φιγούρα της καθιστής τραγουδίστριας με το κατάμαυρο φρύδι και τα ροδαλά μαγουλάκια, την μπάλα – καθρέφτη στην οροφή που στέλνει χιλιάδες λάμψεις στους θαμώνες, το ναΐφ γκράφιτι στους τοίχους (έχουν ζωγραφίσει τσαρούχια!) που δεσπόζει πάνω από την πίστα: «Σεβαστοί πελάται, παρακαλώ από δύο χορούς για να χορέψετε όλοι, ευχαριστώ». Δεν κατάλαβα, όμως, γιατί έδιωξαν με τόσο αγενή τρόπο μια παρέα μαύρων που, ευγενέστατα, ζήτησαν κάποιο τραπέζι… Μάλλον το μαντρί διατίθεται μόνο για τα λευκά πρόβατα…

MAXIM

Το «MAXIM» είναι στην ΄Οθωνος, στο Σύνταγμα. Ο αέρας της πλατείας, το όνομα και οι φωτογραφίες των κοριτσιών με τα μικροσκοπικά μαγιό, δίνουν στο μαγαζί ένα ύφος γλυκιάς παρηκμασμένης ταινίας του Τζέιμς Μποντ. Άλλωστε, κάθε πρωτεύουσα που σέβεται τον εαυτό της διαθέτει και τα απαραίτητα καμπαρέ. Το «MAXIM» λοιπόν, είναι πνιγμένο στο σκούρο κόκκινο βελούδο, ενώ από τα ηχεία ακούγεται ντίσκο μουσική για να χορεύουν τα μπαλέτα. Τα οποία, συνήθως, γδύνονται έως το στάδιο «μπικίνι», με φόντο διάφορα σλάιτνς με σκηνικά ύφους Σεσίλ ντε Μιλ. Κάποια στιγμή, μια συμπαθέστατη κυρία (Ουγαρέζα, όπως έμαθα) εμφανίστηκε ντυμένη ως νοσοκόμα αλλά στο πιο Κιμ Μπάσιντζερ και έκανε κάποιες αποκαλύψεις παραπάνω. Το κοινό καταχάρηκε, βέβαια. Μοναχικοί κύριοι κάπως ηλικίας, μοναχικές κοπέλες με κομψότατα αμπιγιέ και ασημένια πέδιλα, Άραβες και Γιαπωνέζοι σε μπροστινά τραπέζια και παρέες νεαρών που κάνουν τα πρώτα βήματά τους στη ζωή, δοκιμάζοντας εκείνο το είδος νυχτερινής διασκέδασης που τους «καταξιώνει» με το ελαφρύ «απαγορευμένο» ύφος του. Το περίφημο «ακατάλληλον δι’ ανηλίκους», που όλοι ονειρευόμαστε να κατακτήσουμε, τώρα, εδώ προσφέρεται με το στρας του κυριλέ, με τη μουσική επένδυση του διεθνούς και με την έπαρση που χαρίζουν μυστηριακά ονόματα όπως «καμπαρέ» και «νύχτα». Μου φαίνεται ότι το να πηγαίνεις στο «MAXIM» είναι σαν να κλείνεις τα 21…

KAN-KAN

Η Ρίτα Σακελαρίου δεν είναι μόνο η Ρίτα Σακελαρίου. Είναι μία Ελληνίδα Τίνα Τάρνερ ή, αν επιθυμείτε, Μέι Γουέστ. Μακιγιαρισμένη, δυνατή, ροκατζού, ροκατζού μέχρι το κόκκαλο (η ίδια το είπε άλλωστε). Κάνει διάφορα αντράκια να σπάζουνε σαν καλαμάκια. Δίπλα της, με αρκετά κυβικά στο επάγγελμα, ο Γιώργος Σαρρής, ο Νίκος Νομικός και η Κατερίνα Στανίση, πυροδοτούν την ατμόσφαιρα, προσφέροντας τα μέγιστα στην εγχώρια παραγωγή πιάτων. Το «Καν-Καν» είναι ένα καλοφτιαγμένο μαγαζί και όχι αποθήκη. Αν πατάτε γερά στα πόδια σας, να πάτε γρήγορα. Πέτρου Ράλλη και Κηφισού.

VALENTINO

Μην ξενερώσετε με το όνομα. Μόνο λεπτεπίλεπτους Βαλεντίνους δεν εδώ. Ο Πόλυς Κερμανίδης γαζώνει όταν βγαίνει. Οι σφαίρες (μουσικές βέβαια) πέφτουν σαν χαλάζι και κάθε καψούρι αναστενάζει. Η πλειοψηφία των θαμώνων είναι άντρες, σκοτεινοί και περίεργοι σαν όλους μας όταν κυκλοφορούμε νύχτα. Δε θα το συνιστούσαμε στα χαριτωμένα παιδάκια των βορείων προαστίων που αναζητούν έντονες νυχτερινές συγκινήσεις και έχουν ανακαλύψει τα μπουζούκια προσφάτως. Αντίθετα, το συνιστούμε ανεπιφύλακτα σ’ αυτούς που έχουν απωθημένα και θέλουν να εξαγνιστούν για τα επόμενα δέκα χρόνια. Θηβών 285.

ΠΑΤΣΑΤΖΙΔΙΚΟ ΑΣΛΑΝΙΔΗ

Στην Αγίου Κωνσταντίνου, δίπλα στο Εθνικό Θέατρο, είναι το πατσατζίδικο του παλιού ποδοσφαιριστού κυρίου Ασλανίδη. Ο πατσάς, λέει, μαλακώνει το στομάχι μετά την κραιπάλη, εγώ προσωπικά τον σιχαίνομαι, αλλά δεν μπορώ να αντισταθώ στη γοητεία του χώρου του πατσατζίδικου και, ακόμα περισσότερο, της τοποθεσίας και του μύθου που μεταφέρει αυτή η τελευταία «καλή πράξη» της νύχτας προς τον εαυτό μας. Δηλαδή, αυτός ο ρομαντισμός του «αφού κάναμε ό,τι κάναμε και σέρνομέθα πλέον, ας πάμε και για τον πατσά που κάνει καλό!». Πόσον μάλλον, όταν έχεις να κάνεις με αφεντικό σκληραγωγημένο και της πιάτσας, με συνδαιτημόνες underground αλλά και επώνυμους (φοβερές χορεύτριες επιθεωρησιακών μπαλέτων κ.ά.), με καμάκια, ξεχαρβαλωμένες τουρίστριες, έγχρωμους που δε γουστάρουν τους φωτογράφους (τι ήταν κι αυτό που πάθαμε;!) και περιβάλλον από αλουμίνιο και πλέξι-γυαλάς. Εν κατακλείδι, δεν είναι ο πατσάς που μας είναι απαραίτητος, αλλά η αίσθηση πως συνεχίζουμε τη νύχτα μας. Που, έτσι κι αλλιώς, αυτές οι θερινές νύχτες είναι ατέλειωτες. Γιατί όχι και μυθικές;

ΤΟ ΕΣΤΙΑΤΟΡΙΟ ΤΟΥ ΑΕΡΟΔΡΟΜΙΟΥ

Βρίσκεται στο δεύτερο όροφο του διεθνούς αεροδρομίου. Το περιβάλλον είναι πιο σικ από τα διάφορα πατσατζίδικα για όσους αποφεύγουν τα αναγκαστικά ανακατέματα. Διανυχτερεύει, δεν είναι ακριβό, είναι ευκαιρία για μια βόλτα στη λεωφόρο Βουλιαγμένης ή Συγγρού, μετά το κλείσιμο των μπαρ, με το κασετόφωνο του αυτοκινήτου τέρμα και τον Σαμ Κουκ ή την αγάπη που είναι ζάλη στη διαπασών. Ξημερώματα, θέα μπροστά οι πίστες με τα αεροπλάνα που προσγείώνονται και απογειώνονται, η κούραση της νύχτας, ένα πιάτο μπροστά στο τραπέζι, κουβέντες, σχέδια για ταξίδια κι όνειρα για το Χίθροου, το Ορλί, το Φιουμιτσίνο ή το Κένεντι.

ΑΕΡΟΔΡΟΜΙΟ

Το «Αεροδρόμιο» άνοιξε μια νέα περίοδο στα νυχτερινά κέντρα και συνεχίζει να τιμάει την παράδοση του και φέτος. Με το «Αεροδρόμιο» εγκαινιάστηκε ένα νέο είδος κέντρου: το ροκ μπαρ. Χώρος, δηλαδή, όπου συνυπάρχουν η παραδοσιακή ντισκοτέκ και το μπαρ, με μουσική επένδυση όχι πια κάποιες ντίσκο επιτυχίες αλλά καλή ροκ μουσική. Το βασικό ντεκόρ του «Αεροδρόμιου» είναι ο περιβάλλων χώρος. Μπροστά του ξεδιπλώνεται όλο το αεροδρόμιο του Ελληνικού, με εκατοντάδες φωτάκια απ’ τους διαδρόμους προσγείωσης, τα ελικόπτερα, τα αεροπλάνα, τα αυτοκίνητα υπηρεσίας, δημιουργώντας μια ατμόσφαιρα φουτουριστική. Σε μας, που πηγαίνουμε συχνά, μας δημιουργείται ένα αίσθημα προσωρινότητας και αναχώρησης. Πού θα πάει; Κάποια βραδιά θα παρασυρθούμε, θα πάρουμε το πρώτο αεροπλάνο και… όπου βγούμε. Μέχρι τότε, πάντως, θα πηγαίνουμε οπότε μπορούμε, για ν’ ακούμε καλή μουσική, να βλέπουμε όμορφες φατσούλες, να χορεύουμε άμα θέλουμε και, αν δε θέλουμε, να χαζεύουμε και να μιλάμε έξω, προσπαθώντας να απογειώσουμε τις σκέψεις μας, πριν αυτές προσγειωθούν και πάλι στη ρουτίνα της ημέρας.

ΚΡΕΠΕΡΙΑ 

Μια κρεπερί υπαίθρια στην πλατεία της Γλυφάδας είναι το νυχτερινό ραντεβού των μετά τις τρεις στην παραλία. Είναι η ώρα που στο γειτονικό «Αεροδρόμιο», τον «Ειρηνικό», τον «Μπίτσουλα» έχει ακουστεί το «it’s time to close now». Οι παρέες όμως δε θέλουν να διαλυθούν ακόμα. Οι νύχτες είναι πολύ ζεστές αυτές τις μέρες, η μουσική είναι ακόμα στα αυτιά όλων. Τα ποτά έχουν φέρει πείνα, οι γνωριμίες της πίστας ζητάνε λίγο χρόνο ακόμα, δύσκολο το αντίο μετά από ένα όμορφο βράδι. Κάτι να φάμε. Η «Κρεπερία» είναι ένα περίπτερο με κρέπες για κάθε γούστο, παγωτά, αναψυκτικά, σάντουιτς στα όρθια ή στις λίγες καρέκλες. Η ώρα ευνοεί τις μίξεις. Μαύροι πεζοναύτες από τις βάσεις, αγοράκια καλών οικογενειών με Τίμπερλαντ, βιζίτες, κούκλες με μαύρα δαντελένια εξώπλατα φουστάνια που αστράφτουν γοητεία, αναμμένες ακόμα από τον τελευταίο χορό στην πίστα, ταξιτζήδες, καμάκια. Το περιβάλλον αμερικάνικο, η σύνθεση του πληθυσμού της περιοχής λόγω της γειτονικής βάσης το επιβάλλει. Ατμόσφαιρα ντράιβ ιν εστιατορίου, σάντουιτς στο καπό του αυτοκινήτου καθισμένος, κουβέντες με τις άλλες παρέες, πειράγματα, Κόκα Κόλα ντενεκάκι στο χέρι, χέι μπράδερ, είσαι και πολύ παρφαί άτομο μεν…

Φωτογραφίες: Πάνος Βαρδόπουλος, Βασίλης Παπαδημητρίου

Τεύχος 3, Ιούνιος 1987

*Το άρθρο αναδημοσιεύεται διατηρώντας την αρχική μορφή.

Σχετικά άρθρα