Μπουζούκι & φιλότιμο: το λεξικό της ελληνικής νύχτας

Μπουζούκι & φιλότιμο: το λεξικό της ελληνικής νύχτας

Φέρτε τα πιάτα, κόψτε γαρύφαλλα, φορέστε παγιέτα και βασανιστείτε μαζί μας, μυστήρια πλάσματα. Αυτό το αναλυτικό αλφαβητάρι θα σας λύσει όλες τις απορίες για την ορίτζιναλ αθηναϊκή νύχτα. Το κείμενο των Σοφία Κιντή και Γιώργου Πανόπουλου αναδημοσιεύεται αυτούσιο από το αρχείο.

ΑΝΤΥΠΑΣ:

«Μωρό μου καλησπέρα / Σε σκεφτόμουν όλη μέρα. / Πήρα να σου πω 
/ Πόσο σ' αγαπώ και να σ' αφήσω. / Αν σ' ενοχλώ, αν σ' ενοχλώ 
/ Πε μου το τηλέφωνο να κλείσω. / Μωρό μου καλησπέρα 
/ και κάτι ΑΚΟΜΗ. / Συγγνώμη που σ' αγαπάω ΑΚΟΜΗ. 
/ Κι αν δεν σμίξανε ποτέ της καρδιάς οι δρόμοι  
/ Πες μου, έχω ελπίδες να σε περιμένω ΑΚΟΜΗ. (σ.σ. πρόζα, όπως Χορν).

ΔΙΚΟ ΣΑΣ»

ΚΟΙΝΟ: ΖΗΗΗΛΕΥΩ ΠΟΛΥ, ΖΗΛΕΥΩ ΠΟΛΥ / ΠΟΥ ΑΑΑΛΛΟΣ Σ' ΑΓΚΑΛΙΑΑΑΖΕΙ. 
/ ΖΗΗΗΛΕΥΩ ΠΟΛΥ, ΖΗΛΕΥΩ ΠΟΛΥ / ΠΟΥ ΔΙΙΙΠΛΑ ΣΟΥ ΠΛΑΓΙΑΑΑΖΕΙ.

ΑΝΤΥΠΑΣ: «Μωρό μου, και πάλι καλησπέρα».

ΚΟΙΝΟ: Ααααααααα (Όπως γκολ).

Το άρθρο ξεκινάει μ’ ένα scoop: ΤΟ ΒΑΦΤΙΣΤΙΚΟ ΤΟΥ ΑΝΤΥΠΑ ΕΙΝΑΙ ΑΝΤΥΠΑΣ. ΤΟ ΕΠΩΝΥΜΟ ΤΟΥ ΕΙΝΑΙ ΜΑΣΛΟΥΜΙΔΗΣ. ΤΩΡΑ ΜΠΟΡΟΥΜΕ ΝΑ ΣΥΝΕΧΙΣΟΥΜΕ ΞΕΝΟΙΑΣΤΟΙ.

Αυτό που άρχισε σαν αστείο ή σαν φολκλόρ πριν μερικά χρόνια έγινε γεγονός. Τα ελληνικά τραγούδια, που ήταν στην παρανομία από τις αρχές του ’80, τώρα παίρνουν την εκδίκησή τους. Μια εκδίκηση που παίρνει πια τις διαστάσεις μόδας με τις νύχτες στην Αθήνα και στην επαρχία να γίνονται όλο και πιο ελληνικές. Τα πιτσιρίκια που ανακάλυψαν τις Θαλασσιές τις Χάντρες σαν την αποθέωση της βραδιάς τους στα κλαμπ, τώρα δημιουργούν in στέκια εκεί που το πρόγραμμα είναι αποκλειστικά ελληνικό και ο Χριστοδουλόπουλος συνυπάρχει με την Πρωτοψάλτη ή η Άντζελα με τον Μανώλη Χιώτη. Είδη που οι προηγούμενες γενιές θεωρούσαν ταμπού να αναμίξουν, αντιμετωπίζονται απ’ αυτά με αφοπλιστική αθωότητα και χωρίς κανένα είδος ενοχής. Το κέφι τους ανακαλύπτει το ταλέντο και τη διάρκεια σε τραγούδια-σλόγκαν και τραγούδια-ύμνους, με μοναδικό επιχείρημα το ένστικτό τους.

Για όσους χρειάζονται περισσότερα επιχειρήματα, κάποιες λέξεις-κλειδιά δίνουν έναν οδηγό άλλοτε αστείο, άλλοτε σοβαρό κι άλλοτε μελό για ένα φαινόμενο που είναι ελληνικό και φαίνεται.

A

ΑΛΑ. Τονίζεται στο πρώτο «α», αλλιώς θα ήτανε «αλά» μπολονιέζ. Το καθιέρωσε «ο σκύλος, ο αράπης (σ.σ. political uncorrect), ο Ταμ Ταμ» με το λαρύγγι του Γιώργου Ζαμπέτα στην ταινία Το Πιο Λαμπρό Μπουζούκι (σ.σ. ψέματα). Αυτή η κραυγή έγινε τραγούδι (ΑΛΑ, άνοιξε κι άλλη μπουκάλα) κι έφτασε να περάσει στην καθομιλουμένη (π.χ. ΑΛΑ του μαλάκα).

ΑΝΕΒΑΣΜΕΝΟΣ (Είμαι). Αλλιώς: Είμαι στα χάι μου / όταν σ’ έχω πλάι μου / κι όταν είσαι χώρια μου / με τρώει η στενοχώρια μου (Αντύπας.)

ΑΝΟΙΞΗ. Θά ‘ναι σα να μπαίνει η άνοιξη / θά ‘ναι ουρανού κατάνυξη (Η τσιρίδα της Σοφίας Βόσσου που μας εκπροσώπησε στην Eurovision πέρσι. Αυτό το χειμώνα έγινε κουτσουράκι).

ΑΝΤΥΠΑΣ. Το κοινό τον υποδέχεται ουρλιάζοντας Ε…Ε….Ε… Έρχεται. Μέχρι να εμφανιστεί στην πίστα, μεσολαβεί σιωπή κι έπειτα η επική εισαγωγή (σε maxi) του φιλοξενούμενου. Η είσοδός του είναι χαρακτηριστική: ελαφρά σκυφτός, βιαστικός και χαμογελαστός. Στα τραγούδια σουξέ, οι αντιδράσεις είναι πρωτοφανείς στα χρονικά. Η αίσθηση που σου δίνει είναι οικειότητας στις γυναίκες, κι αν είστε άντρας, του φίλου σας απ’ το στρατό. Για την πρόζα στα τραγούδια του λέει: «Μου ήρθε αυθόρμητα». Οι απαντήσεις του, όταν πρέπει 

να μιλήσει για τον εαυτό του, περιορίζονται στο μίνιμουμ. Αποτέλεσμα μιας σεμνότητας που πείθει κι επιφύλαξη για πράγματα που μπορούν να παρερμηνευτούν από κακοπροαίρετους. Ξαφνική επιτυχία; «Όχι, αυτό που γίνεται εδώ έχει αρχίσει εδώ και χρόνια. Το κοινό μου πάντα μ’ ακολούθησε από κέντρο σε κέντρο. Ο κόσμος στα μαγαζιά που είμαι αισθάνεται σαν να πηγαίνει σε φιλικό σπίτι, που έχει πάρτυ».

ΑΡΕΝΑ. Πόσοι Έλληνες μπορούν να χωρέσουν σ’ ένα τετραγωνικό μέτρο ενός παραλιακού κέντρου κάθε Σάββατο βράδυ; Εύκολα δώδεκα. Εννιά σ’ ένα τραπέζι για δύο, δύο πίσω από την ιωνική κολόνα και η δωδέκατη κρεμασμένη στην γκαρνταρόμπα με τις γούνες. Όποιος χορεύει, χορεύει καρσιλαμά στην καράφλα του Αντωνάκη. Θέλοντας κάποια στιγμή να κάνεις τσίσα σου και περνώντας απ’ όλα τα γόνατα της παρέας, κάνεις άγριο σεξ με καθέναν απ’ αυτούς και τσίσα σου στον τελευταίο. Στη Φαντασία, με χωρητικότητα 1.700 ατόμων, τα ραντεβού κλείνονται με τις αναζητήσεις του Ερυθρού Σταυρού. «Παρακαλείται ο κ. Στέλιος να μεταβεί στη θύρα 7. Τον περιμένει η γυναίκα του μεθυσμένη για να την κατεβάσει από το τραπέζι και να σταματήσει τις κωλιές με τις άλλες» . / «Η κυρία που ζήτησε παραγγελιά το Προσκλητήριο να ξεκινήσει από τώρα για να βρίσκεται στην πίστα σε μισή ώρα. Φάκελος με το χάρτη της συντομότερης διαδρομής θα της επιδοθεί σφραγισμένος από τον μαιτρ κύριο Παντέλο». / «Αναζητείται η κυρία Μαργαρίτα, ετών 32, ύψους 1.68, με ξανθή κόμη βαμμένη. Φορούσε γόβες Νο 43 που έχουμε στην κατοχή μας. Τις έχασε στην πίστα σολάροντας στο Γκαρσόνι Φέρε Τον Λογαριασμό Πρέπει Να Φύγω (Πανταζής). Τελευταία φορά που την είδανε, φρεσκάριζε κατά λάθος τη διπλανή της, παραμένοντας ξεμαλλιασμένη στις τουαλέτες γυναικών με άλλες τριάντα δύο έγκλειστες». (Όλες μονοτάκουνες).

ΑΠΟΘΕΩΣΗ. Έχετε δει τελετές βουντού με τους πιστούς να χτυπιούνται σαν χταπόδια σε κατάσταση καταληψίας φωνάζοντας Βγάλε Μου Δόντια Και Μαλλιά Και Δώσ’ τα Μου Στο Πιά- το, στην κόκκινη πανσέληνο; Αρχίζει με την πρώτη νότα και στο Μωρό Μου Καλησπέρα το κοινό κάνει σαν να βλέπει στην πίστα τον Τζιμ Μόρισον να το κάνει με την Μπουμπουλίνα ή την κάλτσα που μιλάει στη διαφήμιση του ESSEX.

ΑΡΒΑΝΙΤΑΚΗ, ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ. «Βάλε το κόκκινο φουστάνι, εκείνο που σε κάνει να μοιάζεις πυρκαγιά». Και η Ελευθερία έβαζε φωτιές στους συνομήλικούς της, που στις αρχές του ’80 έμαθαν και ταύτισαν τα διαμάντια του ελληνικού τραγουδιού με τη φωνή της, κάνοντάς την την τραγουδίστριά τους. Στις παρέες αυτής της γενιάς η Ελευθερία υπάρχει πάντα κάπου σαν κοινό βίωμα. Αποκλείεται κάποιος από τους φίλους σας να μην ήταν κάποια στιγμή τσιμπημένος μαζί της. Από την Οπισθοδρομική μέχρι την Ακτή και τη φετινή Καρδιά της, ήξερε να ισορροπεί μοναδικά ανάμεσα στο αυθεντικά λαϊκό και την έντεχνη κομψότητα, παραμένοντας πιστή στην ίδια θηλυκή εικόνα με τα 

μακριά μαλλιά και το κοριτσίστικο στυλ. Η ποιότητά της έχει την πολυτέλεια να υπάρχει χωρίς τις «εκπλήξεις» του promotion και να μη θυμίζει καμία άλλη κάνοντας όλα τα τραγούδια που τραγούδησε –ακόμη και τις διασκευές– τελείως «δικά της» και τη φωνή της τη «μοναδική διάδοχο της Νίνου».

B

ΒΕΛΟΥΔΟ. Καλέ ποιός Χούλιο; Γιαννάκης – Πάμε Να Φύγουμε Από Δω.

ΒΙΝΤΕΟ ΚΛΙΠΣ. Το Αγόρι (νταβραντωμένο) Συναντάει Το Κορίτσι (πουτανάκι με ντάκο στιλέτο). Το Κορίτσι Όλο Φεύγει (σε προκυμαίες, στο φωταγωγό, στο Μοναστηράκι, στα Κιούρκα, στο λεβητοστάσιο, στο πλυσταριό, στο Πεντελικό, στη Μεγάλη Βρετανία, στο διάολο). Το Αγόρι Την Κυνηγάει (σε slow motion, σε μηχανή, στο σταθμό Λαρίσης, στο Κελί Μηδέν, σε περιστρεφόμενες πόρτες, στο Πασαλιμάνι, στο κλαμπ κι ο Καμπουρίδης στο Φαρ Ουέστ). Ο τραγουδιστής με wet look θέλει να ξεράσει, αλλά η εταιρία τού ‘χει πει ότι δεν καταλαβαίνει ότι του φτιάχνουνε τώρα το image. Αμέσως μετά χαλάνε το image του ελληνικού τραγουδιού. Το υπερβολικό ποτέ δεν είναι αρκετό για τους σκηνοθέτες. Μεγεθύνουν το κιτς αντιμετωπίζοντας προφανώς ειρωνικά τους τραγουδιστές και αδιαφορώντας για την ψυχή του τραγουδιού. Ένα βίντεο-κλιπ σαν το Βενζινάδικο της Πρωτοψάλτη δεν σώζει την κατάσταση. Γιατί πρέπει να δούμε τον Δάντη Χαϊλάντερ του Μεσαίωνα στου Φιλοπάππου, τον Βασίλη Παπακωνσταντίνου Ναπολέοντα, τη Ρίτα Σακελλαρίου Μαντόνα να ξερογλείφεται με τους γοργόνους στο Σούπερ Παραντάιζ, τη Μαρία Ρούσσου (στίχος: Άσε τα ταμπού και τις προφάσεις / και κάνε μου ανήθικες προτάσεις), να εκδικείται τη Δήμητρα Παπίου που της έφαγε τον Στάθη Ψάλτη βγαίνοντας με τον Χάρισον Φορντ και τη Λίτσα Διαμάντη σαν το κεφάλι του Ιωάννη του Βαπτιστή να επιπλέει στις μπουρμπουλήθρες της μπανιέρας: (Χάθηκε ένας δίσκος;). Η καινούργια ακμή των μαγαζιών με ελληνικά έδωσε πάλι στο κοινό και στο τραγούδι τις εικόνες και την ατμόσφαιρα που του ταιριάζουν και τα βίντεο-κλιπς σε λίγο θα πρέπει να έχουν νόημα για να υπάρξουν, εκτός κι αν έχουν μοναδικό προορισμό τους να εμφανίζονται στο ART-68 για να κάνουμε πλάκα.

Γ 

ΓΑΡΙΦΑΛΑ. Χρήσεις: α) Τα στέλνεις με πανεράκια στο είδωλό σου στην πίστα με μια κοπέλα (λουλουδού) που είναι ντυμένη σαν συνοδός εδάφους της Ολυμπιακής. Το ταλέντο της είναι να δώσει να καταλάβει στο είδωλο τη στιγμή που βρίσκεται σε ερμηνευτικά ύψη ότι τα γαρούφαλα τα στέλνει ο πελάτης στο τραπέζι 56 κι όλ’ αυτά με ψιθύρους, σήματα της τροχαίας και τηλεπάθεια. Το ίνδαλμα ανταποδίδει και τα πετάει σ’ άλλη παρέα γιατί μπερδεύει τα χέρια του και νομίζει ότι το σκόρδο είναι το αριστερό. Όλα τα ινδάλματα προπονούνται στα ρεπά τους με τον Φίλη στα μπλονζόν για να κατεβάζουν τα γαρίφαλα απ’ το αριστερό παραθυράκι της εστίας. Μια τραγουδίστρια σε λάθος έξοδο έπαθε τράβηγμα στους προσαγωγούς και ο μαέστρος τής έκανε μαλάξεις. β) Τα πετάς στην ξώχαρη της παρέας που έχει ανέβει στο τραπέζι και σκίζει με το τακούνι το τραπεζομάντιλο. γ) Τα πετάς στο διπλανό τραπέζι που είδες ένα γνωστό και του κάνεις χαρούλες. δ) Τα πετάς στο διπλανό τραπέζι που δεν έχεις κανένα γνωστό, αλλά θέλεις να εντυπωσιάσεις την παρέα σου με τις πολλές γνωριμίες σου. ε) Παίρνεις τα ασημένια πανεράκια σπίτι για να ζεσταίνεις το φαγητό στο φούρνο και να μη λερώνεις το πυρέξ. WARNING: Τα πανεράκια ανά δωδεκάδες είναι οφθαλμαπάτη. Απ’ τα δώδεκα μόνο τα δυόμισυ είναι γεμάτα και κάτι σέπαλα και στήμονες μεταξύ έβδομου και όγδοου.

ΓΡΑΒΑΤΑ. Όταν οι Έλληνες διστάζουν να φορέσουν γραβά- τα ακόμα και στο Μέγαρο Φίλων της Μουσικής, στα μπουζουξίδικα γίνεται must αφού, πέρα από κοσμική έξοδος, είναι ίσως οι μοναδικοί χώροι όπου τ’ αγόρια αισθάνονται άντρες και τα κορίτσια γυναίκες.

ΓΟΒΑ. Η πρόσφατη αποενοχοποίηση της ψηλοτάκουνης γόβας έδωσε πάλι στο τσιφτετέλι το λίκνισμα και το ύψος που χρειάζεται. Από την άλλη, η πλατυποδία δείχνει περισσότερο στο τακούνι.

Δ

ΔΑΙΜΟΝΕΣ. «Με κατατρέχουν / Μ’ εξουσιάζουν / Φρικιά και δαίμονες / Πίσω μου τρέχουν και με προστάζουν / Και το μυαλό μου έχει γεμίσει ιδέες έμμονες / ΔΑΙΜΟΝΕΣ, ΔΑΙΜΟΝΕΣ». Η ΄Άννα Βίσση απευθύνεται στον Καταραμένο στα ίσα, ενώ η Μαρινέλλα είναι μουλωχτός τύπος. Δήθεν ξεφωνίζει Κι Ύστερα Κι Ύστερα, ενώ ανάποδα ο δίσκος επικαλείται τον «ΣΑΤΑΝΑΣΣΣΑ, ΣΑΤΑΝΑΣΣΣΑ». Τα πολλά «ΣΣΣ» είναι ή γιατί το χέρι δεν πιάνει καλά τις 33 στροφές ή γιατί ο σατανάσσσα ντουμπλάρεται απ’ την Αλέξια.

ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ, ANTZΕΛΑ. Η «θυσία» της πριν μερικά χρόνια έκανε τα γήπεδα ν’ αναστενάζουν, οι γυμνές της φωτογραφίες την ανακήρυξαν σε λαϊκή φαντασίωση. Κι όταν το κοινό κλήθηκε ν’ απαντήσει στο «εσύ τι λες, θα γίνουμε επιτέλους εραστές;», αυτό πέταξε τη σκούφια του. Από τότε μέχρι σήμερα, χωρίς να πέσει στην παγίδα της ξαφνικής αλλαγής, άλλαξε σταδιακά από λαϊκό κορίτσι σε σικ κυρία. Αν οι χρυσοί δίσκοι και τα ελληνικά τσαρτς 

στερούνται σε μεγάλο βαθμό εγκυρότητας, η καθιέρωσή της σαν Άντζελας («πάμε στην Άντζελα») είναι το μέτρο της καταξίωσης και της επιτυχίας της. Η βραχνάδα της φωνής της έδωσε βάθος στην «καψούρα» και το «ςςς» της στυλ.

ΔΙΚΟ ΣΑΣ. Παλιότερα το λέγαμε «όλοι μαζί». Φέτος στο Posidonio καθιερώθηκε το «δικό σας» που δίνει τη σκυτάλη της ερμηνείας στο κοινό. Όσα ταλέντα κόβονται απ’ τον Αντύπα βρίσκουν άσυλο στο Καλλιτεχνικό Πρόγραμμα του Ζήση Τσιριγκούλη. Η ανταπόκριση είναι τόσο τεράστια που, έτσι και δεν ξέρετε τους στίχους, πρέπει ν’ ανοιγοκλείνετε τουλάχιστον τα χείλη κάνοντας lip-synch. (Πάντως ο Αντύπας δεν ξηγιέται καλά, γιατί κρατάει για τον εαυτό του την πρόζα και βάζει τα δύσκολα στο κοινό.)

E

ΕΛΛΑΔΑ. «Μάτια μου η Ελλάδα / την πάει τη φεγγαράδα / κι αν είσαι και ξενύχτης / σε πάει μια βαρκάδα». (Μικρούτσικος, Νικολακοπούλου, Αλεξίου). «Του Παράδεισου η κοιλάδα / δεν χωράει την Ελλάδα» (Αλεξίου, Νικολόπουλος). Επιτέλους. Οι Έλληνες ξανανακαλύπτουν την Ελλάδα σαν πατρίδα, σαν γλώσσα και σαν τραγούδι. Η δεκαετία του ’80 κράτησε πάρα πολύ. Καθηλωθήκαμε στο MTV, φλερτάραμε με την αμερικάνικη show-biz, θεωρήσαμε τη Μαντόνα πιο δικιά μας απ’ την Αλεξίου και τον Πρινς πιο κοντά μας απ’ τον Νταλάρα, περάσαμε τις νύχτες μας στα κλαμπ με ραπ, χιπ χοπ, άσιντ, high energy, techno και djs απ’ την Ίμπιζα, χορεύοντας σαν τη Σελήνη σε συγχρονική κολύμβηση και σνομπάροντας το κορμί μας και το τσιφτετέλι. Οι Κασσάνδρες βιάστηκαν να συμπεράνουν ότι χάσαμε την ψυχή μας. Η επόμενη «μόδα» όμως ήταν αυθόρμητη, μαζική, ελληνική και σημείο των καιρών. Κανείς δεν είχε γίνει «αμερικανάκι». Το κύτταρο ήταν και μένει ελληνικό. Το πάθος, ο έρωτας, η απογοήτευση, ο πόνος, η ζήλια, η απελπισία δεν έχουν ποτέ τη δύναμη και τη βαρύτητα που αποκτούν όταν εκφράζονται στη γλώσσα μας. Καμία φωνή δεν σου μιλάει σαν το παράπονο του Καζαντζίδη, το λυγμό της Αλεξίου, την ντομπροσύνη του Στράτου, το τσαγανό της Πρωτοψάλτη, την αντρίκια αξιοπρέπεια του Μητροπάνου, τη λαϊκή κλάση της Πίτσας Παπαδοπούλου, την ψυχή του Νταλάρα και την ευαισθησία της Ελευθερίας. Το μπουζούκι του Νικολόπουλου, το κλαρίνο του Σαλέα, το σαντούρι του Μόσχου είναι ήχοι που δεν μπορεί να βγάλει κανένα συνθεσάιζερ. Όταν θελήσαμε να αισθανθούμε την καρδιά της Ελλάδας, τη νιώσαμε πρώτα στο τραγούδι μας και στα πιτσιρίκια που καβαλάνε τα τραπέζια για να χορέψουν χορούς που κανένας δεν τους έχει διδάξει.

Ε… Ε… ΕΡΧΟΝΤΑΙ. * Σταμάτης Γονίδης αγάπη. «Μόνος σε διπλό κρεβάτι / δεν μπορώ να κλείσω μάτι» (classic). Και νέο σουξέ ο Φωτογράφος. «Φωτογράφε τράβα μια φωτογραφία / αυτή την ώρα που τον αγκαλιάζει / αυτή την ώρα που στα μάτια τον κοιτάζει / την προδοσία έγχρωμη να βγάλεις / Τράβα τον κύριο μαζί με την κυρία / για να τελειώνουμε αυτή την ιστορία». Αν τον δείτε σταρ της επόμενης σαιζόν, εμείς σας είχαμε προειδοποιήσει. Οι μυημένοι τον έχουν ήδη ανακαλύψει. * Βασίλης Καρράς, κόπηκες; «Νύχτα ξελογιάστρα / νύχτα όμορφη / όμορφα τα άστρα και οι ουρανοί / Πέσ’ τε στην αγάπη μου νά ‘ρθει να με βρει / όπου και να βρίσκεται να με θυμηθεί / Νύχτα φεγγαρόλουστη / νύχτα όμορφη» (classic). Και νέο σουξέ Εγώ Αγάπη Μου Εγώ. «Ποιός χαράματα την πόρτα σου χτυπάει / ποιός τους φίλους του για σένανε ρωτάει / ποιός ανάβαλε τον γάμο του για σένα / ποιός γονάτισε, πες μου, μπροστά σε σένα / Εγώ αγάπη μου εγώ / τα έκανα για σένα / τα πάντα τα θυσίασα / χαλάλι όλα για σένα». Ο μεγάλος της τελευταίας φουρνιάς απ’ τη Θεσσαλονίκη. Οι φήμες που φτάνουν στην Αθήνα λένε ότι, για να τον δεις στο μαγαζί που τραγουδάει, πρέπει να κλείσεις τραπέζι ένα μήνα πριν.

Ζ 

ΖΑΛΟΓΓΟ. Μιλάμε για το χορό πάνω στα τραπέζια που έχει εντοπίσει το χορό στην πίστα. Αυτή πια χρησιμοποιείται μόνο για το χασαποσέρβικο και τα νησιώτικα του Πάριου. Ευτυχώς, στην καινούργια αυτή παράδοση δεν χρειάζεται να γκρεμοτσακι- στείς, εκτός κι αν κάνεις σούζα στα παγάκια ή τα τρία κορίτσια της παρέας ξεπερνάνε τα 250 κιλά (ωφέλιμο βάρος). Πάνω στο τραπέζι τώρα τα πράγματα δεν είναι τόσο εύκολα. α) Δεν πρέπει να πάσχεις από ιλίγγους. 6) Πρέπει να έχεις αποδείξει στην παρέα ότι εσύ είσαι αυτή που αξίζεις ν’ ανέβεις ή ότι, εν πάση περιπτώσει, εσύ ήρθες πρώτη στο τσακίρ κέφι. Αυτή είναι η πρώτη φάση. Η δεύτερη είναι ότι άντε κι ανέβηκες. Τώρα πρέπει να κερδίσεις το έπαθλο του προβολέα απ’ τις αντίζηλες που κάνουν ανταρτοπόλεμο από τα άλλα τραπέζια. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να φοράς θεόστενο στρετς, υπερβολικά μίνι κι υπερβολικά στράπλες. Απαγορεύεται να τραβάς το στρίφωμα ακόμη κι αν σου ‘χει φτάσει στον αφαλό. Επίσης απαγορεύεται να κάνεις σήμα «εμένα-εμένα» με το δάχτυλο-δείκτη στον προβολατζή εκτός κι αν τον έχεις γκόμενο. Τέλος, απαγορεύεται να κάνεις υστερία επειδή, την ώρα που εσύ τα δίνεις επάνω, κάποιος απ’ την παρέα τσακίζει κλεφτά το σενιάν σου.

Θ 

ΘΕΟΣ. Στέλιος Καζαντζίδης.

ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ. Η Γη του Πυρός στο ελληνικό τραγούδι. Σ’ αυτή την πόλη χρωστάμε τις πιο λαϊκές φωνές και τα καλύτερα παιδιά. Καζαντζίδης, Μαρινέλλα, Διονυσίου, Νικολόπουλος, Πίτσα Παπαδοπούλου, Κοντολάζος, Στανίση, Κλυν, Μητσιάς, Γλυκερία, Χατζηνάσιος, Σαββόπουλος, Παπάζογλου, Αντύπας, Τσανακλίδου, Μακεδόνας, Ζήκας, Καρράς, Βελής.

Ι

ΙΟΣ. Είναι κολλητικός. Στην αρχή κάνανε τους δύσκολους και τώρα τραγουδάνε: «Φέρτε μου κι άλλο ένα / τι να μου κάνει απόψε / ένα μπουκάλι εμένα» (Γονίδης). Υ.Γ. Με το απόψε εννοούν κάθε βράδυ.

K

KAMAKI. E, ναι, λοιπόν. «Η νύχτα θέλει έρωτα και βράδυα αξημέρωτα» και στα κλαμπ τον τελευταίο καιρό το καλό φλερτ είχε γίνει πιο σπάνιο κι από τη χελώνα Καρέτα-Καρέτα. Πρώτα- πρώτα, γιατί στο έρεβος τά ‘ριχνες σε μια που από μακριά σου φαινόταν η Βάνα Μπάρμπα και, πλησιάζοντας, έλεγες κομμένος «γειά» στην ξαδέλφη σου την Καλομοίρα κι ύστερα γιατί το Black & Decker της μουσικής στο κεφάλι κάθε άλλο παρά διεγερτικό ήταν. Ενώ σ’ ένα λαϊκό μαγαζί και μόνο τ’ ότι κάνουμε όλοι μαζί τη χορωδία του Αντύπα, μας ενώνει. Κι όταν τα τραγούδια με την καψούρα αφρίζουνε, το μόνο που εύχεσαι είναι να μη βρεθεί εκείνη την ώρα μπροστά σου το «βασανάκι μου, τι μού έχεις κάνει» (σ.σ. Σε καλό μας, τι θυμηθήκαμε) και δεν μείνει κολυμπηθρόξυλο. Εδώ θ’ ανταλλαχτούν ματιές με νόημα πάνω στον κατάλληλο στίχο, εδώ θα σπάσει η μέση με υπονοούμενο, εδώ θ’ ανεβείς στο τραπέζι για το πρόσωπο για να σιγουρευτείς ότι θα σε δει κι από δω θα πάρεις τους δρόμους τραγουδώντας αγνοώντας τους ταξιτζήδες που σου ρίχνουνε δέκα φάσκελα γιατί σε ρωτάει «πού πάμε;» κι εσύ του απαντάς με Στράτο («Πάμε όπου θέλεις ταξιτζή αφού μια αγάπη πια δε ζει» (Σημείωση Διευθυντή: «Μια του κλέφτη, δυό του κλέφτη, στην τρίτη θα πιάσετε δουλειά στο μπαλέτο για να ‘χετε διευθυντή τον Δημήτρη Παπάζογλου»).

ΚΑΜΑΡΙΝΙΑ. Καμαρούλα μια σταλιά δύο επί τρία (άντε νά ‘ναι τρία επί τέσσερα), πόθοι και λατρεία (ναι, ισχύει), δάκρυα και φιλιά (από τους φανς). Η επίσκεψη στα καμαρίνια είναι μια εμπειρία. Διαδρομάκια, στενά (ο Στηβ Ντούζος δεν χωράει), οδοφράγματα, λαβύρινθοι με δεκάδες πόρτες και ονόματα-αινίγματα (Εβελίνα, Νάσια, ΄Ασια, Αντρή, Μορέιρα, Νεκταρία, Ντενίζ, Apurimac). Μη φανταστείτε ότι είναι κάπου κεντρικά. Τη μία την έχουνε πετάξει στον ακάλυπτο, η άλλη συγκατοικεί με το νυχτοφύλακα, στην τρίτη αφήνουνε πουρμπουάρ γιατί νομίζουν το καμαρίνι της τουαλέτα και της άλλης της δίνουν τα κλειδιά γιατί αλλάζει πίσω από τ’ αυτοκίνητα και την περνάνε για παρκαδόρο. Το καμαρίνι είναι ο καθρέφτης της επιτυχίας. Στα πρώτα ονόματα διαθέτει και χώρο αναμονής. Το μεγαλύτερο καμαρίνι αυτή τη στιγμή το έχει ο Αντύπας. (Αν είχε ενοικιοστάσιο, θα έπιανε 80 χιλιάρικα στο Μαρούσι.) Με ρεπροντυξιόν Βαν Γκογκ και Σταθόπουλο, τη φωτογραφία της ομάδας του (Άρης) και τζάκι (!), μπορεί να φιλοξενήσει μέχρι και 50 θαυμαστές, φουλ πανσιόν. Αυτό δεν συμβαίνει, όμως, γιατί ο προσωπικός Θόδωρος κάθε τραγουδιστή τους βάζει έναν-έναν και, τελικά, είναι πρακτικό γιατί κάθε θαυμαστής/τρια μεταφέρει προσωπικά μηνύματα. Π.χ. «Νά ‘σαι καλά αγόρι μου να σε χαιρόμαστε. Και μού ‘πε η συννυφάδα μου να σε φτύσω που έχεις βγάλει ασπροπρόσωπο το Κιλκίς». «Να, να εδώ είναι και η φίλη μου, αλλά ντρέπεται να μπει μέσα». «Από την Εθνική οδό σ’ αγαπάγαμε. Θυμάσαι την Κικίτσα; Πού να τη θυμάσαι, έγκυος την είχα τότε».

ΚΟΝΤΟΛΑΖΟΣ, ΔΗΜΗΤΡΗΣ. Η παρένθεση της πτώσης του box office της Ελληνικής Δισκογραφίας τον καθήλωσε για χρόνια στη συνείδησή μας σαν τη φωνή του Μπάρμπα Λιά. Στη πραγματικότητα όλοι ξέραμε τα σουξέ του, χωρίς να ξέρουμε ότι ήταν δικά του κι έμεναν μόνο οι λίγοι πιστοί, σε πείσμα των καιρών, του μπουζουκιού να διαβεβαιώνουν ότι «ο Κοντολάζος κάνει τρομερό  κέφι», ακόμα και στις εποχές που ήταν το δεύτερο όνομα του μαγαζιού. Ένα κέφι που δεν προσποιήθηκε το σοβαροφανές κι ανέβασε το όνομά του στην κορυφή της μαρκίζας για να μάθουμε επιτέλους ότι η φωνή αυτού που «δεν ήτανε αλήτης, ήτανε καλό παιδί» δεν ήταν άλλη απ’ του Δημήτρη Κοντολάζου. Γέννημα θρέμμα της πίστας, σ’ αυτήν βρήκε το φυσικό του χώρο. Από τους λίγους που αγάπησαν με τέτοια συνέπεια τη νύχτα κι αυτή είναι που θα τον ανταμείψει με διάρκεια.

Λ

ΛΑΣ ΒΕΓΚΑΣ. Εμείς έχουμε το Diogenis Palace. Ασανσέρ. κλούβα που ανεβοκατεβαίνει, πίστα κινούμενη άμμος, λέιζερ απ’ το Εντερπράιζ, η Κριστίν του Στήβεν Κινγκ επί σκηνής, μπαλέτα απ’ όλες τις φυλές του Ισραήλ, χλιδή Λιμπεράτσε, τακούνι-Εξπρές.

ΛΑΤΡΕΙΑ. «Πολύ σας αγαπάμε. Έχουμε όλους τους δίσκους σας σε κασέτες».

M

MERCEDES. Όχι ότι το ελληνικό τραγούδι περίμενε τον dj του Mercedes, που πριν 3-4 χρόνια είχε την έμπνευση να παίζει ξημερώματα τις Θαλασσιές τις Χάντρες, αλλά έδωσε το σύνθημα για να μπουν τα λαϊκά στη διασκέδαση των τηνέιτζερ και να συνυπάρξουν ο Στινγκ με το Χορν και η Μαντόνα με τη Λίτσα Διαμάντη. Εδώ, για πρώτη φορά, τα τεκνά ανέβηκαν στα τραπέζια και έμαθαν να κουνάνε τα κορμιά τους. Η μετάβαση απ’ το You Can Leave Your Hat On στο Κόκκινο Πανί Η Ζήλια Κόκκινα Τα Δυο Σου Χείλια ήταν πια ζήτημα χρόνου. The rest is history.

ΜΗΤΡΟΠΑΝΟΣ, ΔΗΜΗΤΡΗΣ. «Υπάρχουν κάτι ξενύχτες που δεν αλλάξανε ποτέ». Μια φωνή που δίνει μεγαλείο στον πόνο, αξιοπρέπεια στο παράπονο ενώνοντας όλα τα κοινωνικά στρώματα. Από την εποχή του «Μια ζωή σε θυμάμαι να φεύγεις» μέχρι το «Να σ’ εκδικηθώ» δεν έχει αλλάξει η αντρική

του διάσταση, το βάρος και η γκάμα της ερμηνείας του. Αυτό που έχει αλλάξει είναι το status του, που τον έχει ανεβάσει στο πριβέ κλαμπ των λίγων που θα μείνουν. Η απουσία του Στράτου και η αποχή του Καζαντζίδη τον έχουν κάνει την αδιαφιλονίκητη εθνική φωνή της νύχτας. Μαύρα ρούχα, αυστηρότητα στην έκφραση και ειλικρίνεια. Στο στόμα του, «κάθε τσιγάρο που καίει» μοιάζει να είναι το τελευταίο.

ΜΙΚΡΟΦΩΝΟ. Όταν χορεύεις, όπως και να το κάνουμε, θες και μια βοήθεια από τον τραγουδιστή. Όχι να σου πιάσει το μαντίλι στον μπάλο ούτε τη μέση όταν θα κάνεις γέφυρα στο τσιφτετέλι, αλλά μια παρότρυνση να συνεχίσεις. Αυτά που ακούγονται πιο συχνά στο μικρόφωνο είναι: Πόλεμος / Επανάσταση / Μωρά / Άξια / Δώσε / Άιντα / Άει γειά σου / Πήρε το χρίσμα

ΜΠΑΛΕΤΟ. Η μοιραία λέξη στο πρόγραμμα των λαϊκών κέντρων. Όλες οι εξωτικές κανκάγιες, με το μαγιό ανεβασμένο στις μασχάλες για να κάνει το πόδι τρία στρέμματα, αλωνίζουν το πάλκο με την ψεύτικη βλεφαρίδα να γρατζουνάει το μάγουλο στους ανθρώπους της πρώτης σειράς. Οι ιδιοκτήτες, αφού τις πληρώνουν που τις πληρώνουν, μας αναγκάζουν να τραβιόμαστε από τις 11:30 απειλώντας μας ότι, αν αργήσουμε, δεν θα μας κρατήσουν το τραπέζι. Οι χορογραφίες είναι κάτι μεταξύ Κρίστα όταν ανοίγει τα σύμφωνα και Λήδα Σάνταλα στο χορό του Βούδα και τα κοστούμια κάτι μεταξύ Εύας αφού δάγκωσε το μήλο και Στάθη Ψάλτη στο Ράκος Νο 14 1/2 Και Ο Πρώτος Μπουνάκιας. Αλλά κι αυτοί που καθυστέρησαν επίτηδες, γιατί δεν τους ενδιαφέρει η θεραπεία κυτταρίτιδας της κοπέλας απ’ την Κάτω Βόλτα, θα τη δουν να καμώνεται τον Μάικλ Τζάκσον όση ώρα οι τραγουδιστές αλλάζουν μοντέλο στα καμαρίνια. Οι τυχερές απ’ τις Ελληνίδες χορεύτριες μπορούν να μεταπηδήσουν στο τραγούδι όπως η Όλια Στεφανίδου που, όταν χορεύει, νομίζει ότι κάνει πέρα-δώθε το σκηνικό.

N

ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ, ΧΡΗΣΤΟΣ. Κάτω Απ’ Το Πουκάμισό Μου, Υπάρχω, Νυχτερίδες Κι Αράχνες, Νταλίκες, Συλλαβιστά-Ψιθυριστά, Δεν Υπάρχουνε Λόγια, Παίξε Χρήστο Επειγόντως, Ξένος Για Σένανε Κι Εχθρός, Με Σκότωσε Γιατί Την Αγαπούσα, Αγριολούλουδο, Αγάπη Όλο Ζήλια, Εγώ Μιλώ Με Τα Τραγούδια Μου, Όλες Του Κόσμου Οι Κυριακές, Μη Γυρίζεις Πια, Το Σταυροδρόμι, Με Το Στόμα Γεμάτο Φιλιά, Φωτιά Χιονίζει Ο Ουρανός, Βήμα-Βήμα. Αν στην Ελλάδα δεν ντρεπόμασταν να μιλήσουμε στον υπερθετικό

για όσους έχουν πραγματικά τη χάρη της Δημιουργίας, που συνδυάζεται επιπλέον με την ανταπόκριση του κοινού, και τις πωλήσεις, τότε ο Χρήστος Νικολόπουλος θα είχε εδώ και χρόνια τον τίτλο του ιδιοφυούς. Από τα 16 του στη νύχτα, έζησε το τραγούδι από μέσα γράφοντας σουξέ για όλες τις μεγάλες φωνές, χωρίς να χάσει τίποτα απ’ το ντροπαλό χαμόγελο και την καθαρή ματιά του παιδιού που ξέρει ότι όλα τα οφείλει στον εαυτό του. Η μουσική του έχει τη νοσταλγία της εποχής που Όλου του Κόσμου Οι Κυριακές γέμιζαν απ’ τα τζουκ-μποξ της γειτονιάς.

ΝΤΕΚΟΡ. Ποιό ντεκόρ και γιατί; Εκτός κι αν μιλάμε για την Κάντιλακ επί σκηνής της Άντζελας, τον καπνό-ομίχλη στυλ Κάρπεντερ που περιμένεις να δεις σκελετούς να σέρνουν μπάλες, τα λέιζερ φώτα που κάνουν τους τραγουδιστές ολόγραμμα και την ορχήστρα σαν τις κούκλες του Λάκη Αποστολίδη κι έναν φαλακρό που κάνει τον Κλούβιο.

Ξ

ΞΑΝΘΕΣ αγαπημένες παναγιές. Όλες φυσικές. («Τα βοηθάω λιγάκι να ‘ρθουνε ν’ ανοίξουνε. Να μ’ έβλεπες μπέμπα, σαν ξένη ήμουνα»).

Ο

ΟΥΙΣΚΥ. «Νά ‘σουνα Θεέ μου πότης, να σωθεί η ανθρωπότης, στο μεθύσι σου απάνω, να μαχαίρωνες το Χάρο». Δυστυχώς ο Θεός δεν είναι πότης όπως θα θυμάστε απ’ την περίπτωση του Περσικού. Οι θαμώνες, όμως, είναι και πίνουν ουίσκυ. Ένας που παρήγγειλε βότκα, το γκαρσόνι δεν ξαναγύρισε.

Π

ΠΑΝΤΑΖΗΣ, ΛΕΥΤΕΡΗΣ. Αποενοχοποίησε το ελληνικό τραγούδι με τα «άλλα λαϊκά», δίνοντάς τους επιπλέον ιλουστρασιόν εμφάνιση με το ντύσιμό του. Έγινε το χαϊδεμένο παιδί της αθηναϊκής νύχτας φέρνοντας τους κοσμικούς στα πρώτα τραπέζια και προσκαλώντας «όλα τα μωρά στην πίστα». Ο πρώτος που αντιμετωπίστηκε σαν «φαινό- μενο» και δούλεψε τρομακτικά για να παραμείνει. Αντιμετώπισε το τραγούδι σαν show-biz υιοθετώντας όλους τους κώδικες του promotion, χωρίς όμως να ξεχάσει πως να είναι προσιτός στο κοινό του. Μπορεί ν’ ανεβαίνει στην πίστα με προδιαγραφές Λας Βέγκας και σαν Λε-Πα, αλλά στο καμαρίνι με τους θαυμαστές του ξαναγίνεται ένας απ’ αυτούς. Μπορεί να φιλάει τη Λίντα Ευαγγελίστα, αλλά φιλάει και τη Μαιρούλα απ’ τα Σπάτα γιατί αυτή έχει τις κασέτες του. Η επίδρασή του στις παρτεναίρ του, ακαριαία. Από την Άννα Βίσση και τη Γλυκερία μέχρι την Άντζελα, το Diogenis τις μεταμόρφωσε όλες σε ντίβες του Μπέβερλυ Χιλς. Ο Πόντιος του ελληνικού τραγουδιού αποδείχτηκε γάτα.

ΠΟΠ-ΣΤΑΡ. «Κίνηση πρώτη: περιμένω να γυρίσεις / Κίνηση δεύτερη: σε ψάχνω να σε βρω / Κίνηση τρίτη: στο τηλέφωνο σε παίρνω / Κίνηση τέταρτη: μου κλείνεις ραντεβού» (Μαντώ). Επειδή τα τραγούδια απευθύνονται σε τηνέιτζερς, δεν προχωράει στην πέμπτη κίνηση (φιλί με γλώσσα). Η Καίτη Γαρμπή, πάλι, «με μια ματιά στα πεταχτά / επ’ αυτοφώρω πιάστηκα / με μια μα τιά στα πεταχτά / αιώνια δικάστηκα / να σ’ αγαπώ». Μπορούμε να υποθέσουμε ότι το κορίτσι που περιγράφεται πηγαίνει στον παιδικό σταθμό Τα Ζαβολάκια και είναι ερωτευμένο με τον παντοκολλητή της UHU stick. Επίσης μπορούμε να υποθέσουμε ότι αυτό το κοριτσάκι ακούει, εκτός από Μαντώ και Καίτη Γαρμπή, Σοφία Αρβανίτη, Αλέξια, Τζην και Βελούδο, Κώστα Χαριτοδιπλωμένο, Μιχάλη Ρακιντζή και τα παλιά της Τάμμυ. (Ο Πασχάλης τα κρύβει για να μη φαίνεται η ηλικία του κι όταν βλέπει τους Olympians στο δρόμο τους ζητάει αυτόγραφο). Η Ρούλα Χριστοπούλου θα κάνει come-back;

ΠΡΩΤΟΨΑΛΤΗ, ΑΛΚΗΣΤΗ. Βρίσκεται στη χρυσή της ωριμότητα και αυτό φαίνεται εύκολα. Απ’ τις γυναικείες φωνές που θα διαρκέσουν. Δυνατές ερμηνείες, κλάση, σωστό ένστικτο στις επιλογές της καριέρας και των συνεργατών της και τόλμη στα ρίσκα. Άλλαξε λουκ, χόρεψε έως και μάμπο και βρήκε τη σκηνική της ταυ- τότητα μέσα από τις παραστάσεις-show του Ανδρέα  Βουτσινά. Η παρουσία της στην πίστα είναι δυναμική κι εκρηκτική, ξέρει να πατάει γερά στη γη, να παίζει με τα μάτια και με τους παρτεναίρ της και να πιάνει τα κύματα του κοινού. Φέτος, μ΄ ένα δίσκο-soundtrack που της κόστισε μια πολύμηνη περιπέτεια με το να πηγαινοέρχεται στη Γιουγκοσλαβία και νά χει κι όλους από γύρω να την θεωρούν τρελή, δημιούργησε την έκπληξη της χρονιάς κατακτώντας εκτός από τους πιστούς της σοφιστικέ 30+ και τους δεκαοχτάρηδες που ξεφαντώνουν με τραγούδια όπως το «Νά ‘ταν η χαρά οικόπεδο» και ξέρουν απ’ έξω όλους τους στίχους του Βενζινάδικου (ακατόρθωτο). Τα γενέθλιά της, την ίδια μέρα με της Μελίνας, έγιναν, από τη στιγμή που είδε τη «Στέλλα», μοιραία σύμπτωση· κι ίσως είναι αυτή που μπορεί να εξηγήσει καλύτερα απ’ οτιδήποτε άλλο το μυστικό της ψυχής της.

P

ROSSI. Το κατάστημα-παράδεισος του αντρικού λαϊκού τραγουδιού. Δύο στους τρεις Έλληνες τραγουδιστές ντύνονται με κοστούμια απ’ του Rossi. Τυπικός διάλογος με τον υπάλληλο: «΄Ασ’ το αυτό, το πήρε ο Χριστοδουλόπουλος». Όλοι φοράνε πουκάμισα μεταξωτά μονόχρωμα. Σε γενικές γραμμές, οι άντρες τραγουδιστές είναι πιο καλόγουστοι απ’ τις γυναίκες. (Εξαιρείται ο Πασχάλης που βγαίνει με ζακάρ από φρικαρισμένη πλεκτομηχανή.)

Σ

ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΥ, PITA. Θα μπορούσε να είναι η Ελληνίδα Ντόλυ Πάρτον ή η Μέη Γουέστ, αν η ίδια δεν προλάβαινε να δηλώσει Τίνα Τάρνερ. Απ’ την εποχή της Ιστορίας Μου, Αμαρτίας Μου που έκανε είδηση τον τυροπιτά που, ακούγοντας το τραγούδι, πάθαινε κάθε βράδυ ντελίριο στην πίστα (το πρώτο φαινόμενο υστερίας) μέχρι το «Να σου πω, να σου πω, τι θα γίνει μ’ εμάς, τι θα γίνει μ’ εμάς, τι θα γίνει, η αγάπη φωτιά, η αγάπη φωτιά, η αγάπη φωτιά, που δε  σβήνει», η Ρίτα συντηρεί από μόνη της τον τσαμπουκά μιας γενιάς που μάσαγε το μικρόφωνο κι ένιωθε την πίστα σαλόνι της. Με τη δύναμη της επιζήσασας και το ενδυματολογικό της στυλ σε παροξυσμό, τόλμησε εμφανίσεις που είναι πέραν του καλού ή του κακού γούστου, μένοντας η αδιαμφισβήτητη αυτοκράτειρα του κιτς. Τα βίντεο-κλιπ της έγιναν καλτ μνημεία και τα μυστικά της ζωής της δημόδια περιουσία. Όταν όλοι σήμερα «προστατεύουν το image τους», αυτή δημιούργησε την εικόνα της εκθέτοντάς το.

ΣΑΜΠΑΝΙΑ. Εσείς την στέλνετε μ’ ένα γκαρσόνι στη φίρμα για να πιεί στην υγειά σας. Στο δρόμο ο «ψιτ, νεαρέ» συναντιέται με όλο το σύλλογο γκαρσονιών του μαγαζιού και οι δεκαπέντε συνάδελφοι – ο ένας που λείπει δεν μιλιέται με την «ξανθιά» – την στριμώχνουν σε μια γωνιά του πάλκου, της δείχνουν κάποιον στο άπειρο και της βάζουν ένα ποτήρι να ξεγκαγκανιάσει, αλλά αυτή το βάζει σαν λιπ-γκλος στα χείλη της γιατί μια φορά που μέθυσε είπε σ’ όλο τον κόσμο το τραγούδι «Και Στην Ταυτότητά Μου Γράφει Η Μπαρόβια» κι έπεσε αναίσθητη. Έπειτα γυρνάνε τη μπουκάλια ανάποδα σ’ έναν κουβά και μας τον δείχνουν μπας και βγει ένα περιστέρι.

ΣΚΥΛΙΑ. Όλες οι «Β τραγουδίστριες», όπου Β σημαίνει ότι δεν έχουν ακόμη κλείσει συμβόλαια με τα μαγαζιά της παραλίας. Μόλις κλείσουν, ανακηρύσσονται σε είδωλα του σεξ. Στην πραγματικότητα – και μιλώντας γι’ αυτές που διαθέτουν και ταλέντο – πρόκειται για γυναίκες που παίζουν, όπως λέει κι η Κατερίνα Στανίση, τους άντρες στα δάχτυλα. Είναι περπατημένες, εν χουν τσαγανό και κυριαρχούν στην πίστα. Μπορεί τα τραγούδια τους να μην είναι το καλύτερο δείγμα του έντεχνου τραγουδιού, αλλά ξέρουν τον έρωτα, το χωρισμό, την απιστία, το πάθος. Οι ταν καταφέρνουν να βρούνε και τα σωστά λόγια, γίνονται αυθεντικά. Όσο το ένστικτό τους είναι ο οδηγός για την πόζα, το ντύσιμο, το παιχνίδι με το κοινό, είναι μοναδικές. Όταν η εταιρία προσπαθεί να τις καλουπώσει σ’ ένα image μιας σαιζόν, η ισορροπία χάνεται και αρχίζει το δήθεν.

ΣΟΥΞΕ. Είναι τραγούδια που, αυτή την εποχή, τα ακούς παντου, τόσες φορές που σε πολλά απ’ αυτά πέφτουν στοιχήματα στην παρέα για το ποιός τα πρωτοείπε.

* Να μπορούσα στα σύννεφα να ‘χα γω βενζινάδικο / στο κενό να κινδύνευα για τ’ αστέρι μου τ’ άδικο – Άλκηστη Πρωτοψάλτη (καιρός να το μάθετε όλο). * Παραδέχτηκα και ζωή και θάνατο / σ’ ονειρεύτηκα σα λουλούδι αθάνατο – ᾿Αλκηστη Πρωτοψάλτη. * Να ‘ταν η χαρά οικόπεδο / κι άλλη μια φορά σαν παλιόπαιδο / κι άλλη μια φορά βρε μάγισσα / να γυρνούσα εκεί – ᾿Αλκηστη Πρωτοψάλτη. * Γκρέμισ’ τα, γκρέμισ’ τα όλα πια / γκρέμισ’ τα, γκρέμισ’ τα σκληρή καρδιά – Πίτσα Παπαδοπούλου. * Είμαι ανεβασμένος / στα σύννεφα πετάω – Αντύπας. * Δε σ’ αλλάζω, δε σ’ αλλάζω / είσαι η μόνη που ταιριάζω – Αντύπας. * Καρδιά μου εγώ / ψυχή μου εγώ – Ελευθερία Αρβανιτάκη. * Μ’ αγαπάς: / Σ’ αγαπώ πολύ / Τι ζητάς; / Ένα σου φιλί – Λευτέρης Πανταζής. * Όταν λέμε έρωτα / εννοούμε έρωτα / έρωτα παράξενο / άγριο / όλη νύχτα μέχρι αύριο – Κατερίνα Στανίση. * Όλα για το φουστάνι / και μια ζωή δε φτάνει / όλα για το φουστάνι, όλα – Τζίνα Σπηλιωτοπούλου. * Είναι το κρύο / είναι το κρύο τσουχτερό / να το αντέξω δεν μπορώ / κι αν δε μ’ ανοίξεις / κι αν δε μ’ ανοίξεις για να μπω / θα με βρεις στην πόρτα σου νεκρό – Χρηστάκης. * Δεν έχω να σου δώσω παλάτια και λεφτά / εσύ αν έχεις πλούτη / εγώ έχω καρδιά Θέλεις να πεθάνω; – Περπηνιάδης. * Αν δε ρίξεις τη ζαριά / ρίξε μας τη μαχαιριά – Αλεξίου. * Λέει, λέει, λέει πως δε μ’ αγαπάει έτσι λέει / λέει, λέει, λέει κι ύστερα το μετανιώνει, κλαίει – Λίτσα Διαμάντη. * Νύχτα ξελογιάστρα, νύχτα όμορφη – Βασίλης Καρράς. * Με μια ματιά στα πεταχτά / επ’ αυτοφώρω πιάστηκα – Καίτη Γαρμπή. * Θα γίνει το έλα να δεις / αν μάθω πως γίναμε τρεις – Κατερίνα Στανίση. * Για να σ’ εκδικηθώ / πετάω ενθύμια και δώρα / και συ όπως κι εγώ / θρύψαλα και σκουπίδια τώρα / τις ζωγραφιές σου σκίζω / τα πόστερς που αγαπούσες / και βάφω τις κουρτίνες / στο χρώμα που μισούσες – Δημήτρης Μητροπάνος. * Μαγικές στιγμές / τρελές βραδιές / γεμάτες από πόθο και από έρωτα – Κατερίνα Στανίση.

ΣΤΑΝΙΣΗ, ΚΑΤΕΡΙΝΑ. «Γιατί, όταν λέμε έρωτα, εννοούμε έρωτα». «Γιατί τους άντρες τους έχει εδώ (στα δάχτυλα)», όπως λέει η ίδια. Γιατί το φιλί με το ένα δάχτυλο στο κοινό (σήμα κατατεθέν της) δείχνει την ανοιχτή γραμμή με το ερωτικό παιχνίδι. Δεν ενδιαφέρθηκε ποτέ να γίνει κυρία στην πίστα γιατί «όταν βγαίνεις εκεί, δεν πρέπει να είσαι μία γυναίκα, αλλά δέκα». Η ταυτότητά της γράφει σέξυ χωρίς να την ενοχλεί ότι είναι αυτός ο πρώτος χαρακτηρισμός που έρχεται αμέσως μετά τη φωνή της. Με το που εμφανίστηκε, έγινε πλατινένια κι ο «Μυστικός της Έρωτας» έκανε το βλέμμα της αντρικό φετίχ. Μια τραγουδίστρια που στάθηκε δίπλα τον Καζαντζίδη, δεν έχει ανάγκη από άλλα εύσημα.

Τ

ΤΟΥΑΛΕΤΕΣ. α) W.C. Όταν βγαίνει για δεύτερη φορά εκείνο το μπαλέτο που λέγαμε (ιδέ λήμμα ΜΠΑΛΕΤΟ), τα κορίτσια κάνουν έφοδο στις τουαλέτες για να φρεσκαριστούν. Δηλαδή: να βγάλουν το κραγιόν απ’ το φρονιμίτη, το ρίμελ από τ’ αυτί, να λυγίσουν το μαλλί στην αρχική του θέση, να ισιώσουν τη ραφή του καλσόν που κάνει κατσαρή, ν’ αδειάσουν τη γόβα απ’ το ουίσκυ, να βγάλουν το γαρίφαλο απ’ το σουτιέν τούρμπο και να σχολιάσουν την χαμηλοκώλα τραγουδίστρια, το τεκνό που χόρεψε το Χτες Μεσάνυχτα Και Κάτι μπροστά στο τραπέζι της κι ο Τάσος την είπε «πουτάνα» και ν’ αναρωτηθούν ποιανού να είναι η ασημί Mercedes στο πάρκινγκ αριστερά όπως κοιτάμε. β) ΡΟΥΧΟ. Μακρύ, σατέν, στενό, με στρας, παγιέτες, πούλιες, χάντρες, καθρεφτάκια, δηλαδή αλεξίσφαιρο. Κάθε τουαλέτα και σπέσιαλ εφέ. Απορία: Όλες οι τραγουδίστριες δηλώνουν ότι φοράνε Versace (ψύχωση), Ferré, Montana, Mugler. Τώρα, πώς γίνεται κι οι περισσότερες βγαίνουν σαν να τις έχει δανείσει ρούχα η Ξανθή Περράκη, δεν είναι καθόλου μυστήριο. Τι συμβαίνει: βλέπει η τραγουδίστρια το μοντέλο που της έχει γυαλίσει κι είναι Versace. Ταυτόχρονα όμως έχει και δική της άποψη για το τι της πάει, γιατί καλός-καλός ο Versace αλλά δεν είναι όσο λουσάτος θα ‘θελε. Έτσι, πηγαίνει τη φωτογραφία στην προσωπική της μοδίστρα κι αρχίζει η πρόσθεση. «Εδώ θα μου το σηκώσεις πέντε πόντους. Στο γοφό θα μου κάνεις σούρα. Θα μου ανοίξεις το ντεκολτέ. Θα προσθέσεις βάτες. Στα τελειώματα θα μου βάλεις μαίανδρους σε χρυσό, θα ρίξεις στρας παντού και στα μανίκια θα βάλεις δύο φουντάκια γιατί είναι πολύ μόδα φέτος». Το απλό, αυστηρό φόρεμα του Versace έχει γίνει η Βερσαλία πριν τη Γαλλική Επανάσταση. Τώρα αυτό είναι κακό; Όχι, αρκεί το φόρεμα να μην έχει κάγκελα και κορνίζες στους πίνακες. Και να μη μιλάει βέβαια.

ΤΡΑΠΕΖΙΑ. (Πρώτα). Οι θαμώνες τους έχουν αλλάξει τελείως. Δεν είναι ο μεγαλοχασάπης με τα χιλιάρικα στη νάϋλον σακούλα, αλλά οι «νεοεπιτυχημένοι» των thirtysomething, που βρήκαν σ’ αυτά τα μαγαζιά τη χρυσή τομή διασκέδασης και show-off και τις λαϊκές ρίζες τους (Τζάκια υπάρχουν μόνο στο Πήλιο). Μετά από τρεις αφιερώσεις του τραγουδιστή είναι ικανοί να ομολογήσω ότι η Αστέρω είναι η γιαγιά τους παρ’ όλο που είχε διανοητικό πρόβλημα («Αδέρφια μου είναι τα βουνά και μάνα μου ο Λόγκος»).

ΤΕΚΝΑ. Πότε τ’ άκουσαν, πότε τα έμαθαν, πότε τα υιοθέτησαν, πότε η πρώτη πιτσιρίκα αποφάσισε να ρίξει τα μούτρα της και ν’ ανέβει στο τραπέζι αφήνοντας πίσω της την Σινέντ Ο’Κόνορ, για να μερακλώσει με το «Από Κανάρα Σε Κανάρα Θα Πετάω» (Χρηστάκης), ανήκει στο χώρο της Βίκυς Παγιατάκη. Για πότε η φήμη διαδόθηκε σαν μυστικό που έχεις ορκιστεί να μην πεις πουθενά, για πότε το πρώτο λαϊκό, μετά το Hit The Road Jack στο κλαμπ, έγινε μπαράζ λαϊκών που έκλειναν το πρόγραμμα στα μαγαζιά, για πότε το ένα αποκλειστικά με λαϊκά στέκι έφερε το επόμενο κι ύστερα το τρίτο, είναι ένα φαινόμενο που θα εξηγηθεί μόλις βρει λύση το αυτοκίνητο που ανεβαίνει ανάποδα την ανηφόρα της Πεντέλης ή τα τοτέμ με τη μυτόγκα στα Νησιά του Πάσχα.

ΟΙ 4 ΙΠΠΟΤΕΣ ΤΗΣ ΣΤΡΟΓΓΥΛΗΣ ΤΡΑΠΕΖΗΣ

* La Notte (Κολωνάκι). Στην πρωτοπορία. Με live ορχήστρα, ρεπερτόριο με το καλύτερο ποτ-πουρί που παίζεται αυτή τη στιγμή. Καλή θέα, πολυτελές εστιατόριο απ’ τις 11 και μέχρι ν’ ανέβει η πρώτη στα τραπέζια (αυθεντικά).

* Le Plaisir (Εκάλη). Αν το La Notte είναι η Αλίκη, το Plaisir είναι η Τζένη. Οι κοσμικοί συνδυάζουν και τα δύο. Σαφώς το πιο πιτσιρικίστικο απ’ όλα.

* Privé (Ζάππειο). Η τελευταία αθηναϊκή πρεμιέρα. Στον ίδιο χώρο του γνωστού Privé και με την ίδια πελατεία, τα πρώτα σχόλια μιλάνε για τη φωνή της τραγουδίστριας.

* Mercedes (Γλυφάδα). Νωρίς τα απογεύματα της Κυριακής γίνεται λαϊκό προσκύνημα. Μετά το φαγητό και πέφτοντας ο ήλιος, τα φώτα δεν ανοίγουν δημιουργώντας ατμόσφαιρα που θα φωτίσει το τσακίρ κέφι.

Τελικά, η ερμηνεία για την εξάπλωση τέτοιων μαγαζιών δεν είναι τόσο δύσκολη. Ο συνδυασμός κυριλέ, μικρών (επιτέλους) χώρων, με τιμές ντισκοτέκ ξαναένωσαν τις παρέες, που ξεκίνησαν στην Αυτοκίνηση κι έδωσαν διέξοδο στα τεκνά, που δεν μπορούν ν’ αντέξουν οικονομικά μια καθημερινή έξοδο στα μαγαζιά της παραλίας. Επιπλέον, οι ανώνυμες ακόμα ορχήστρες ή φωνές δεν έχουν τον εγωισμό της πρώτης φίρμας, που θέλουν να επιβάλουν μια επιτυχία υποχρεώνοντας το κοινό να εμπεδώσει ολόκληρο το δίσκο με την επανάληψη. Προς το παρόν, απογειώνουν το κέφι μ’ όλα τα τραγούδια που κυκλοφορούν (παλιά και νέα), αφήνοντας τα παιδιά να διαλέξουν το δικό τους ρεπερτόριο με σουξέ. Και για να τελειώνουμε. Ποιός λέει ότι οι πιτσιρικάδες ακούνε οτιδήποτε με τον ίδιο ενθουσιασμό, ότι δεν μπορούν να ξεχωρίσουν το τραγούδι-πάθος, απ’ το τραγούδι-οδοντόκρεμα;

Y

ΥΨΙΣΤΟΣ. Το πιο ενδιαφέρον σημείο των δίσκων είναι τα οπισθόφυλλα, όπου οι καλλιτέχνες ευχαριστούν όλους όσους τους βοήθησαν σ’ αυτή τη ζωή, αρχίζοντας από τον παραγωγό και καταλήγοντας στην καφετέρια. Το όσκαρ σ’ αυτόν τον τομέα πηγαίνει στη Μαντώ που φτάνει να ευχαριστεί «το Θεό για τα αγαθά του και γιατί μου έδωσε πίσω αυτό που μου είχε πάρει»!

Τι μπορεί να είχε πάρει ο Θεός απ’ τη Μαντώ.

* Την εμπιστοσύνη της στους ανθρώπους. * Ένα από τα σκουλαρίκια της. * Μια κασέτα με τα παλιά των Crosby Stills Nash and Young. * Ένα σκόρδο για το μάτι. * Τον Τζων-Τζων. * Το φυσικό χρώμα.

Φ

ΦΛΕΒΕΣ (Κόβω). Έχει πάει 3:30 (τώρα λίγο πιο νωρίς, λίγο πιο αργά, δεν θα τα χαλάσουμε), έχεις έρθει σε κατάσταση και θέλεις να κόψεις τις φλέβες σου (εύκολα). Πάμε.

* Ένα λεπτό περιπτερά / βουλιάζει στα βαθιά νερά / το τελευταίο μου το πλοίο – Στράτος Διονυσίου. * Ξένος για σένανε κι εχθρός / θά ‘μαι από σήμερα κι εμπρός / ξένος για σένανε κι εχθρός / Ξένος γιατί δε μ’ αγαπάς / και σαν την άμμο με σκορπάς / ξένος γιατί δε μ’ αγαπάς – Γιώργος Νταλάρας. * Γλυκέ μου τύραννε / ας μην ξημέρωνε / και τούτη τη βραδιά / να σ’ έχω αγκαλιά – Γιώργος Σαρρής. * Υπάρχουν κάτι ξενύχτες / που δε χαλάσανε ποτέ / υπάρχουν κάτι ξενύχτες / αιώνιοι εραστές – Δημήτρης Μητροπάνος. * Με τα φώτα νυσταγμένα και βαριά / τριγυρνάνε οι νταλίκες στην Αθήνα – Γιώργος Σαρρής. * Φωτιά στα Σαββατόβραδα / να μην ξαναγυρίσουν / κι αυτοί που μείναν μοναχοί / να μην ξαναγαπήσουν – ΄Αντζέλα Δημητρίου. * Σ’ αγαπώ και χάνομαι, χάνομαι, χάνομαι / στον πόνο / σ’ αγαπώ και καίγομαι, καίγομαι, καίγομαι / και λιώνω / εσένα θέλω μόνο Θέμης Αδαμαντίδης. * Να σ’ εκδικηθώ – Δημήτρης Μητροπάνος. * Δε μετανιώνω / που αγάπησα εσένα μόνο / δε μετανιώνω / που ακόμα εσένα αγαπώ – Μανώλης Λιδάκης. * Εγώ δεν ήμουνα αλήτης / αλήτη μ’ έκανες εσύ / εγώ δεν ήμουνα ξενύχτης / ήμουνα καλό παιδί – Δημήτρης Κοντολάζος. * Κόκκινο τριαντάφυλλο / μάτωσες το δάχτυλό μου / Καίγομαι, καίγομαι, καίγομαι – Μάκης Χριστοδουλόπουλος, Κωνσταντίνα. * Μια εμπειρία ακόμη λοιπόν / ένα ποτήρι δηλητήριο πικρό, ζωή / με κέρασες πάλι να πιω / θέλω να φύγω μακριά σου να χαθώ – Λευτέρης Πανταζής. * Για μια βραδιά μη με χαραμίσεις – Χάρης και Πάνος Κατσιμίχας. * Τα μαύρα μάτια σου / όταν τα βλέπω με ζαλίζουνε – Μανώλης Αγγελόπουλος. * Αν ξημερώσει σε χάνω / και στα χέρια σου επάνω / γέρνω σα λυγαριά – Λίτσα Διαμάντη. * Διώξε με και μη λυπάσαι / τι θα γίνω μη φοβάσαι / κι αν χιονίζει, κι αν βρέχει / τ’ αγριολούλουδο αντέχει – Λεωνίδας Βελής. * Μια ζωή μέσα στους δρόμους και τις νύχτες / μια ζωή με παρανόμους και ξενύχτες – Χάρις Αλεξίου. * Εγώ σε ζέσταινα κι εσύ μου έλιωνες – Δημήτρης Μητροπάνος. * Τώρα κάντε όλοι στην μπάντα / γέμισε την πίστα / ο Σαλονικιός Στράτος Διονυσίου. * Αλήτη μ’ είπες μια βραδιά / χωρίς καμιά αιτία / Μα του αλήτη η καρδιά / δε σου κρατά κακία – Στράτος Παγιουμτζής. * Σ’ αγαπώ γιατί είσ’ ωραία / σ’ αγαπώ γιατί είσ’ εσύ / Αγαπώ κι όλο τον κόσμο / γιατί ζεις και συ μαζί – ΄Άλκηστη Πρωτοψάλτη. * Μία είναι η ουσία / δεν υπάρχει Αθανασία – Χάρις Αλεξίου.

Χ

ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΠΟΥΛΟΣ, ΜΑΚΗΣ. Όταν ο Τζο Κόκερ έβγαλε το Unchain My Heart, η ελληνική απάντηση ήρθε αμέσως από τον Μάκη Χριστοδουλόπουλο, «Νά ‘χαν οι καρδιές αμπάρες, να κλειδαμπαρώνουν», και ήταν πολύ πιο πειστική. Η φωνή του θεωρήθηκε η ζωντανή συνέχεια του Βυζαντίου, ιντριγκάροντας ακόμα και διανοούμενους που δεν ξέραν πού να τον κατατάξουν. Με την καταγωγή του γραμμένη παντού επάνω του, είναι ο Πρίγκιπας που οι περιοδείες του στην επαρχία γίνονται τα καλύτερα λαϊκά πανηγύρια, μπλοκάροντας ακόμη και εθνικές οδούς. Οι θαυμαστές του καταφθάνουν στο καμαρίνι του από τις 4 άκρες της Ελλάδας και οι εκδηλώσεις τους θυμίζουν παλιό ελληνικό σινεμά.

ΧΡΥΣΟΣ. Σαν διαφήμιση της Barilla. Όλο Νιόκι και Φαρφάλε σε χρυσό. Είναι αυτός που ενώνει όλο το λαϊκό πεντάγραμμο και το χωρίζει από το έντεχνο. Τρία τέταρτα καδένα χρυσή, 250 γραμ. σκουλαρίκια, Rolex χρυσό – καταξίωση – μέχρι γόβα με στρας στη σόλα (ήμαρτον Παναγία μου).

Ψ

ΨΥΧΗ. Ελληνική, αθάνατη, τσιφτετελού κι αλλήθωρη.

Ω

ΩΡΑ. 5:00 το πρωί και συστήνουμε το Καστελόριζο στις Τζιτζιφιές για καταπληκτική κακαβιά και καραβίδες στα κάρβουνα.

Κέιμενο: Σοφία Κιντή, Γιώργος Πανόπουλος

Φωτογραφίες: Αλέξανδρος Μποτονάκης

Τεύχος 59, Μάρτιος 1992

*Το άρθρο αναδημοσιεύεται διατηρώντας την αρχική μορφή.

Σχετικά άρθρα