ΚΛΙΚ-ο-γκάλοπ: Ποιους φαντασιωνόνταν οι γονείς μας στα νιάτα τους;

ΚΛΙΚ-ο-γκάλοπ: Ποιους φαντασιωνόνταν οι γονείς μας στα νιάτα τους;

Εσύ μπορεί να φαντασιώνεσαι πως φασώνεσαι με τον Πολ Μεσκάλ ενώ κάνετε ελεύθερη πτώση, όμως οι ονειρώξεις των αναγνωστών μας το ‘87 ήταν ελαφρώς σεμνότερες. Αντί για Πάμελα Άντερσον, ο περιπτεράς σου ήθελε Έλενα Ακρίτα και πρινσες Στέφανι του Μονακό στην παραλία, ενώ η μεγάλη σου ξαδέρφη Γούντι ‘Αλλεν και Σταλόνε στο σαλόνι. Ό, τι να ναι. Το κείμενο αναδημοσιέυται αυτούσιο από το αρχείο.

600 άτομα από την περιοχή της Αθήνας και τον Πειραιά αποτέλεσαν το αντιπροσωπευτικό δείγμα της έρευνας. Η επιλογή των δρόμων έγινε με βάση πίνακες τυχαίων αριθμών, ενώ οι προσωπικές συνεντεύξεις έγιναν στο σπίτι κάθε ερωτώμενου. Απάντησαν 288 άνδρες και 312 γυναίκες, απ΄ όλες τις κοινωνικές τάξεις, χωρίς ουσιαστικές διαφορές ανάμεσα στη μία κοινωνική τάξη από την άλλη. Αλλά με ένα μεγάλο ποσοστό αποχής. Έτσι, ένα 52% των γυναικών αρνήθηκαν να δείξουν το πρόσωπο που πλησιάζει στην εικόνα του ιδανικού τους εραστή, όπως και ένα 39% των ανδρών δεν έδειξαν προτίμηση για την ιδανική ερωμένη.

21% των ανδρών και 40% των γυναικών αρνήθηκαν να προτιμήσουν τον πιο κατάλληλο φανταστικό χώρο για μια ερωτική συνάντηση, ενώ ένα 30% των ανδρών και 47% των γυναικών δε μας φανέρωσαν τον τρόπο που φαντασιώνουν το σεξουαλικό πλησίασμα.

Ίσως από δειλία και κακώς εννοούμενη σεμνότητα οι γυναίκες υπερισχύουν στην αποχή τους.

Και κάτι άλλο. Παραμελήθηκε εντελώς, τόσο που να θεωρηθεί ανύπαρκτο, ένα ακόμη όνομα που υπήρχε στον κατάλογο του «ιδανικού εραστή». Το όνομα του έλληνα Κάρινγκτον, του Γιώργου Βαρδινογιάννη, του ενσαρκωτή μιας «Δυναστείας» αλά ελληνικά δεν πήρε ούτε μία ψήφο, με συνέπεια στα τελικά αποτελέσματα ο υπολογιστής να παραλείψει εντελώς το όνομά του. Σαν να μην υπήρχε!

Η πραγματικότητα και η φανταστική πραγματικότητα. Και μέσα στη φανταστική πραγματικότητα οι σεξουαλικές φαντασιώσεις, μία βαλβίδα ασφαλείας, μια εναλλακτική λύση: ένας αντάξιος ερωτικός παρτεναίρ κάπου, κάπως… Τώρα. Το να τις καταγράψουμε και να τις «μετρήσουμε» είναι μάλλον δύσκολο, όμως μπορούμε να βρούμε σε τι μοιάζουν. Φτιάξαμε λοιπόν το ερωτηματολόγιο και το… στείλαμε σε 600 άτομα που διαλέχθηκαν, έτσι, τυχαία στην στην Αθήνα και τον Πειραιά. Αλλά και κάτι άλλο, πολύ σημαντικό. Η πρόθεσή μας να εισχωρήσουμε στις σεξουαλικές φαντασιώσεις των Ελλήνων βρέθηκε ξαφνικά σε έκπτωση. Και στην ουσία, μέσα από το γκάλοπ που ανέλαβε να κάνει για μας η ICAP, διαφαίνονται περισσότερο οι επιθυμίες παρά οι φαντασιώσεις, ίσως για να εξασφαλιστεί η καλύτερη ανταπόκριση του δείγματος. Έστω. Ακόμη όμως και σαν επιθυμία ανήκει στο χώρο του φανταστικού κι ας είναι λίγο κοντά στην πραγματικότητα. Δύσκολο να βρούμε πρότυπα ιδανικών εραστών. Το σταρ-σύστεμ βρίσκεται σε ύφεση στην Ελλάδα. Σήμερα, τα είδωλα έχουν λιγοστέψει έως εξαφανιστεί, και αυτά που υπάρχουν είναι κατά κανόνα… εισαγόμενα. Έτσι καταφύγαμε στα είδωλα των περασμένων 10 ετών και, όπως αποδείχθηκε, μερικά αντέχουν ακόμα γερά. Ιδιαίτερα ο Νίκος Κούρκουλος, που παρά τα χρόνια που περάσανε, παραμένει σταθερά στις καρδιές των Ελληνίδων κάθε ηλικίας. Στις γυναίκες, οι ηλικίες τελικά φαίνεται πως δεν παίζουν ρόλο, τουλάχιστον όσον αφορά αυτούς που είναι κοντά στην εικόνα του ιδανικού εραστή. Φαίνεται πως στις φαντασιώσεις το χάσμα των γενεών δεν υπάρχει, ίσως γιατί δεν υπάρχει η έννοια του χρόνου. Αν εξαιρέσουμε τις νέες 15 με 24 ετών που προτιμούν ένα σύγχρονο ανδρικό πρότυπο, του Σταλόνε, όλες οι υπόλοιπες βάζουν ως πρότυπο το ίνδαλμα της περασμένης 10ετίας, το Νίκο Κούρκουλο. ΄Αντρας-ήρωας, άντρας-μυς ο Σταλόνε είναι το πρότυπο του άντρα που συγκρούεται ενώ συγχρόνως εκπροσωπεί τη βίαιη εξουσία. Αντικομφορμίστας που πάντα επιβιώνει, άλλωστε κρατά πάντα όπλο, γάντια του μποξ ή μαχαίρι, χτυπά πάντα ένα συγκεκριμένο εχθρό και βέβαια θριαμβεύει. Δε μιλάει παρά ελάχιστα, είναι ο ήρωας που έχει καταργήσει το διάλογο. Οι νεαρές Ελληνίδες, αντί για ένα όμορφο, λιγάκι περιθωριακό αλλά με εικόνα νέο σταρ, νεαρό, προτιμούν τη «μάτσο» εικόνα του Ράμπο.

Και από την άλλη μεριά, ο ιδεολόγος που μάχεται για τα δικά του ιδανικά, πάντα ασυμβίβαστος, ο Νίκος Κούρκουλος υπήρξε πάντα ο εκπρόσωπος των μικρομεσαίων στρωμάτων της κοινωνίας μας. Όχι πολύ πλούσιος, ούτε και φτωχός. Γενικά ήταν πάντα ένας καλός γαμπρός για όλες τις οικογένειες. Ταυτόχρονα, ήταν ένας άνθρωπος που δε λύγιζε ποτέ, είχε κοινωνικά οράματα και η συμπεριφορά του στις γυναίκες ήταν πάντα άψογη. Όμως, πιστεύουμε πως εκείνο που περισσότερο από όλα τα χαρακτηριστικά που επηρέασε στην επιλογή του, είναι το γεγονός ότι ο Κούρκουλος ήταν και είναι ένας ωραίος άντρας. Ίσως υπήρξε και ο τελευταίος και καλύτερος ζαν-πρεμιέ του ελληνικού κινηματογράφου.

Τρίτος κατά σειρά, αλλά με αξιοσημείωτη διαφορά, ο Τζακ Νίκολσον, ο εραστής που φτάνει στα άκρα, ο τρίτος άνδρας, ο διανοούμενος, πάντα με απρόβλεπτη συμπεριφορά, πάντα αναπάντεχος. Αντίθετα, κανένα ενδιαφέρον για το Ρωχάμη, τον «άπιστο», το βίαιο που, όπως παρουσιάζεται τουλάχιστον από τον τύπο, βίασε γυναίκες και που, βέβαια, ως φυλακισμένος που είναι μπορεί να μην καταφέρει να «δραπετεύσει» για να μπει στις φαντασιώσεις των γυναικών.

Ο Τζον Φόρσαϊθ παρ’ όλη την ευμάρεια, τη γοητεία και τα πλούτη ως Κάρινγκτον είναι πεσμένος στην προτίμηση των γυναικών, ειδικά των νεότερων, ίσως γιατί είναι πολύ μαλθακός, κύριος αλλά λίγος για το μεσογειακό ταμπεραμέντο.

Οι γυναίκες ανάμεσα στα 25-34, οι μόνες που προτίμησαν, έστω τρίτον κατά σειρά, το Γούντι Άλλεν. Η διανόηση, η εξυπνάδα και το χιούμορ μέτρησαν γι’ αυτή την ηλικία που φαίνεται πως αρκείται λιγότερο στο μπόι, τις πλάτες ή το αποφασιστικό σαγόνι του εραστή.

Ο Ματ Ντίλον, ενώ στις ηλικίες 25-45 πέφτει σημαντικά, παρουσιάζει μια ανοδική τάση στις προτιμήσεις των ώριμων κυριών, 45-54 ετών. Ένα 4% φαίνεται ότι στρέφει τις προ- τιμήσεις της στα… τεκνά. Και δεν είναι και τόσο γνωστός στα πλατιά στρώματα.

Στους άνδρες τα γούστα παρουσιάζονται περισσότερο διαφοροποιημένα. Εδώ, η ηλικία μετρά περισσότερο απ’ όσο στις γυναίκες. Έτσι οι «νέοι» από 15 μέχρι 34 ετών προτίμησαν ένα αθλητικό κορίτσι σχεδόν «άφυλο», αγοροκόριτσο που ασχολείται με τον αθλητισμό, τη μόδα και το τραγούδι, αλλά το σπουδαιότερο, έχει ένα «παραμυθένιο» προνόμιο: είναι πριγκήπισσα. Οι ρομαντικές πριγκήπισσες των παραμυθιών μπορεί να μην υπάρχουν σήμερα όμως σύγχρονες αθλητικές πριγκήπισσες υπάρχουν και … προτιμούνται.

Η Στεφανί του Μονακό λοιπόν η ευνοούμενη. Οι μεταξύ 15-24 «παρασύρθηκαν» λίγο από την αισθησιακή και θηλυκή Κιμ Μπάσιντζερ αλλά λιγότερο από ένα σύμβολο σεξουαλικότητας και δυναμισμού αλλά κυρίως σύμβολο ροκ, όπως η Τίνα Τάρνερ. Από τα 35 και πάνω τα πράγματα αλλάζουν. Μεταξύ 35 και 44 πρώτη προτίμηση η Έλενα Ακρίτα. Η κυριακάτικη Έλενα εκτός από το ότι μπήκε στα σπίτια μας μέσω της τηλεοπτικής εκπομπής κατάφερε να μπει και στις ανδρικές φαντασιώσεις και να πάρει τη θέση της φανταστικής ιδανικής ερωμένης στη συνείδηση των «ώριμων» Ελλήνων!

Όμως οι άνδρες μεταξύ 45-54 προτιμούν το συνδυασμό αισθησιασμού και φωνής στο πρόσωπο της Χαρούλας Αλεξίου. Παρ’ όλ᾽ αυτά η Έλενα επιστρέφει.

Χαρακτηριστική προτίμηση των ανδρών 55 και άνω. Η εικόνα της συντηρητικής Έλενας που καλοδέχεται με κάποια απροσδιόριστη ειρωνία – όχι πάντα κατανοητή ευτυχώς ή δυστυχώς – τους προσκεκλημένους της τηλεοπτικής εκπομπής φαίνεται ότι προσφέρει ένα είδος γυναίκας – πρότυπο για άτομα που οι «τρέλες» ακόμη και στη φαντασία ανήκουν στο παρελθόν. Γυναίκα – πρότυπο για άντρες κοντά στην τρίτη ηλικία που η πολυθρόνα και η μικρή οθόνη δίνουν εναύσματα για συντηρητικές, εκ του ασφαλούς επιθυμίες ή φαντασιώσεις.

Η πληθωρική Ελένη Φιλίνη, ένα ελληνικότατο Sex-Symbol, γενικά δε διακρίθηκε αλλά τελικά ήρθε 2η στην ηλικία των 25-34 ετών. Φαίνεται ότι αυτή η ηλικία που διαθέτει πια αρκετή πείρα αλλά και αντοχή, ακόμη, δε φοβάται να τα βάλει με την απειλητική Φιλίνη.

Η Τζόαν Κόλινς, η φοβερή Αλέξις, φαίνεται πως έπεσε θύμα της φήμης της σαν αυτή που «τρώει» τους άνδρες, ενώ το εθνικό μας σύμβολο η Αλίκη Βουγιουκλάκη μάλλον αγνοήθηκε, ειδικά από τη νέα γενιά. Είδατε πόσο εύκολα ξεχνιούνται οι εθνικές μας κληρονομιές και πώς προτιμούνται οι … πολυεθνικές. Γιατί στον τελικό απολογισμό, παρόλο που οι ώριμες ηλικίες προτιμούν ελληνικά προϊόντα, σ’ αντίθεση με τους νεότερους, η πριγκήπισσα προπορεύεται.

Και πού συναντιούνται οι ήρωες;

Μην ξεχνάμε ότι είμαστε έθνος ναυτικών και ότι η θάλασσα είναι για μας πηγή ζωής, καλοκαιρινών διακοπών, συναλλάγματος, αλλά και σύμβολο φυγής, ρομαντισμού, ταξιδιού και ερωτικών φαντασιώσεων. Από 15 λοιπόν έως 44 ετών η ιδανική ερωμένη και ο ιδανικός εραστής συναντιούνται στη θάλασσα κατά πρώτο λόγο και κατά δεύτερο λόγο στο σπίτι. Βλέπετε, ακόμη και στις φαντασιώσεις φαίνεται ότι ισχύει «τα εν οίκω μη εν δήμω»… Τα πρωτεία της ρομαντικής εκλογής διαδέχονται τα κριτήρια της ασφάλειας, της προστασίας ακόμη και του συντηρητισμού που είναι ο χώρος του σπιτιού. Εκεί, «κεκλεισμένων των θυρών», κανένας κίνδυνος δεν απειλεί την ερωτική συνάντηση. Οι ερωτικοί παρτεναίρ εκεί είναι ανενόχλητοι, προστατευμένοι σε χώρο ιδιωτικό χωρίς απειλή εξωτερικών παρεμβάσεων. Στο σπίτι, ο έρωτας νομιμοποιείται, δε διατρέχει τον κίνδυνο της παρανομίας, σ’ αντίθεση με τους τόπους που δεν προτιμήθηκαν όπως το γραφείο, το πάρκο ή η ύπαιθρος, το εργοστάσιο, ή ένα κατάστημα. Παντού αλλού νιώθει κανείς εκτεθειμένος σαν να βρίσκεται κάτω από μία διαρκή παρακολούθηση μήπως «μας πιάσουν», μήπως «μας δουν». Όμως η πλειοψηφία των Ελλήνων του δείγματος φαντασιώνει ερωτικά πλησίασματα χωρίς … μήπως. Εκεί, στο χώρο του σπιτιού όλα είναι οικεία και «σαν στο σπίτι μας». Από την άλλη όμως μεριά δεν μπορεί κανείς να μην αναρωτηθεί μήπως η προτίμηση αυτή στο σπίτι σημαίνει πως θέλουν τον ιδανικό εραστή – ερωμένη στη θέση του ή της συζύγου; Αξιοσημείωτο ωστόσο και το ποσοστό που προτίμησε το «οπουδήποτε», ειδικά στις ηλικίες μεταξύ 25 και 44 ετών. Ερωτική συνάντηση να είναι και όπου νάναι… Χαρακτηριστική απάντηση ανθρώπου χωρίς επιλογές ή ανθρώπων με τόσο δυνατή επιθυμία για μια ιδανική ερωτική επαφή με έναν ιδανικό παρτεναίρ, ώστε ο χώρος να μη μετράει καθόλου.

Από την άλλη μεριά, το γραφείο, το εργοστάσιο, το κατάστημα, χώροι δημόσιοι που σε βλέπουν και τους βλέπεις, χώροι δίχως ιδιωτικό χώρο, χώροι εργασίας, άρα στη συνείδηση των περισσότερων χώροι που δεν αντιπροσωπεύουν τη χαρά, την απόλαυση, τον ελεύθερο χρόνο, την ευχαρίστηση. Αντίθετα, χώροι συνδυασμένοι με κάποιο ωράριο, ένα ρυθμό δουλειάς, μια ιεραρχία ανάμεσα σε ανώτερους και κατώτερους υπαλλήλους και διευθυντές. Ελάχιστοι λοιπόν ψήφοι γι’ αυτούς τους χώρους ως τόπους φανταστικής ερωτικής συνάντησης. Ο έρωτας όχι εκεί.

Η ανάγκη για στοργή κι αγάπη υπάρχει σε όλους μας ανεξαίρετα. Σε μια όμως ερωτική φαντασίωση θα περίμενε κανείς κάτι πολύπλοκο, κάτι που παραβιάζει τις απαγορεύσεις, ίσως κάτι λίγο «διεστραμμένο», κάτι παραγκωνισμένο, που θα έβρισκε μια μικρή πόρτα για να πάρει τη θέση του σε μια ερωτική φαντασίωση. Όμως όχι, τίποτ’ απ’ όλ’ αυτά. Φαίνεται πως τελικά οι Έλληνες είναι περισσότερο «ψυχικά υγιείς» απ’ ό,τι υποψιαζόμαστε και θέλουμε να τους βλέπουμε. Όλοι ανεξαίρετα, κανένα απωθημένο βίας, καμιά ιδιαίτερη προτίμηση, ακόμη καμία ανώδυνη, μικρή «διαστροφή», κανένα αίσθημα παρανομίας, ούτε καν με «παράνομο» παρτεναίρ, ούτε καν μπροστά στην τηλεόραση ή το βίντεο. Ζήτω η τρυφερότητα, η πρώτη νικήτρια και, κατά δεύτερο λόγο, ζήτω η νομιμότητα, η δεύτερη νικήτρια!

Επιτακτική η ανάγκη για τρυφερότητα αλλά – πολύ σημαντικό – ειδικά στις νεαρές ηλικίες. Από 62% στους νέους μεταξύ 15-24 ετών, σαν ασανσέρ που κατεβαίνει τους ορόφους, έχει μια εντυπωσιακή κάθετη πτώση. Γίνεται σταδιακά 54% στους μεταξύ 25-34 ετών, 41% στις ηλικίες μεταξύ 35-44 ετών, 32% στις 45-54 ετών και η έκπληξη – φτάνει στο ελάχιστο ποσοστό προτίμησης, σχετικά με πριν, 18% στις ηλικίες από 55 ετών και πάνω. Φαίνεται πως, όσοι τείνουν στο να λέγονται ηλικιωμένοι, αντιδρούν χάνοντας κάπου τις αγνές νεανικές τους αναζητήσεις… Φαίνεται, πως το άγχος της καθημερινής ζωής μάς έχει τόσο πολύ διαποτίσει, ώστε όταν πρόκειται για φανταστικές ερωτικές συναντήσεις εκδηλώνεται ό,τι πιο απλό και στοιχειώδες μπορεί να ζητήσει κανείς: να δώσει και να πάρει στοργή μέσα σε ασφαλή πλαίσια. Και το αίσθημα ασφάλειας δείχνει να ‘ναι εκ των «ουκ άνευ». Η τελευταία προτίμησή του είναι η βία. Ίσως η βία της καθημερινότητας να ωθεί στο να φαντασιώνει κανείς το αντίθετό της. Όχι βία στις ερωτικές φαντασιώσεις, όχι «άγρια ένστικτα», όχι αίσθημα παρανομίας. Όλα, «όπως πρέπει», σχεδόν καθαγιασμένα, νόμιμα και τρυφερά. Στον έρωτα ο Έλληνας δε φαντασιώνει κινδύνους. Φαίνεται ότι ριψοκινδυνεύει αρκετά μέσα στην καθημερινότητα, φαίνεται ότι δίνει και παίρνει αρκετή βία, ίσως ακόμη και το σεξ να γίνεται βίαια σε μια πραγματική ερωτική συνάντηση, ώστε ο χώρος της φαντασίωσης είναι μια καλή προσφορά, μια καλή ευκαιρία για ήρεμες, τρυφερές, νόμιμες ερωτικές συναντήσεις. Στοργή και ασφάλεια, λοιπόν, για την ιδανική ερωτική συνάντηση. Τίποτα περισσότερο, τίποτα λιγότερο. Έτσι, αφού δια- λέξει την ιδανική ερωμένη ή αντίστοιχα τον ιδανικό εραστή, που, όπως αποδείχτηκε από τις απαντήσεις, πρόκειται για έναν «καθώς πρέπει» κύριο και μια «καθώς πρέπει» κυρία – όλοι οι προτιμούμενοι μπορούν να χαρακτη- ρισθούν «καθώς πρέπει», από τη Στεφανί του Μονακό, την Έλενα Ακρίτα και τη Χαρούλα Αλεξίου μέχρι τον Κούρκουλο (εξαίρεση ο Σταλόνε) και που όλοι τους ανεξαίρετα ως «καθώς πρέπει» προσφέρουν αίσθημα σιγουριάς, τους συναντά σε ένα ρομαντικό ή σε ένα σίγουρο μέρος. Στη θάλασσα ή στο σπίτι, και όλα μοιάζουν τακτοποιημένα…

Αν όμως η φαντασίωση είναι μια φυγή από την πραγματικότητα και μην έχοντας πια στη σημερινή πραγματικότητα ούτε την απειλή του Θεού ή της φωτιάς της κόλασης που θα κάψουν όσους ξεστρατίσουν, τότε η αναζήτηση της τρυφερότητας, του ρομαντισμού και της ασφάλειας δηλώνουν μια φυγή από μια πραγματικότητα μη τρυφερή, μη ρομαντική, μη ασφαλή. Αυτό που δεν έχουμε, αυτό φαντασιώνουμε πως έχουμε. Εκτός κι αν είναι τόσο ιδανικός ο τρόπος ζωής των ατόμων που ερωτήθηκαν, ώστε να υπάρχει απόλυτη σύμπνοια ανάμεσα σ’ ό,τι ζουν και ό,τι φαντάζονται πως ζουν. Είναι όμως έτσι…

Τεύχος 1, Απρίλιος 1987

*Το άρθρο αναδημοσιεύεται διατηρώντας την αρχική μορφή.

Σχετικά άρθρα