Glad to be gay? Η γνωστή-άγνωστη ιστορία της gay Ελλάδας
Η ιστορία της ελληνικής gay ορατότητας είναι μια διαδρομή από τη σιωπή στη διεκδίκηση. Για να μαθαίνουν οι νέοι και να θυμούνται οι παλιοί. Το κείμενο αναδημοσιεύεται αυτούσιο από το αρχείο.
Περίοδος 2η, Τεύχος 14, Οκτώβριος 1999 Του Θοδωρή Αντωνόπουλου
Είκοσι δύο χρόνια απ’ το Μανιφέστο του ΑΚΟЕ για την απελευθέρωση της ομοφυλόφιλης επιθυμίας, τα «παιδιά που δεν γίνονται άντρες» ενηλικιώθηκαν για τα καλά. Ποια είναι η σημερινή δημόσια εικόνα του Έλληνα ομοφυλόφιλου; Τι έχει κερδίσει και τι έχει χάσει; Πώς έφτασαν στο μεταξύ τα πράγματα ώς εδώ;
«Κατόπιν –στην τελειωτέρα κoiνωνία– κανένας άλλος καμωμένος σαν εμένα, βέβαια θα φανεί κι ελεύθερα θα κάμει». Απ’ την εποχή που ο Κωνσταντίνος Καβάφης έγραφε αυτούς τους προφητικούς στίχους, η υπόθεση της gay απελευθέρωσης προχώρησε πολύ τόσο παγκόσμια όσο και στη χώρα μας, όπου ο γνωστός από την αρχαιότητα ως «ο των Ελλήνων έρως» υπήρξε από παλιά κομμάτι της κουλτούρας της. Οι Νεοέλληνες, βέβαια, ούτε αγάλματα κούρων σμιλεύουν ούτε τον εφηβικό έρωτα αποθεώνουν, όπως οι ένδοξοι πρόγονοί τους. Κληρονόμησαν, ωστόσο, πολλά από την έντονη και πολύπλευρη σεξουαλικότητα εκείνων. «Ο προσφερόμενος μεταπολεμικά νεανικός έρωτας υπήρξε συγκλονιστικός… Η επιθυμία δεν είχε προσχήματα. Μόνο η ερωτική τελετουργία διατηρούσε μερικούς γοητευτικούς μυστικούς κώδικες, με τους οποίους ολοκλήρωνε φαντασιώσεις, οράματα και τολμηρές προθέσεις», γράφει ο Μάνος Χατζιδάκις προλογίζοντας τα «Τραγούδια της αμαρτίας». Πράγματι, ευκαιρίας δοθείσης, πολλοί ενέδιδαν ανομολόγητα, πλην πρόθυμα στην «αμαρτία» της αρσενοκοιτίας, χωρίς να φοβούνται μην τυχόν στιγματιστούν κι εκείνοι εξάλλου, ο «ενεργητικός» ρόλος ήταν ανέκαθεν πιο αποενοχοποιημένος απ’ τον περιφρονητέο «παθητικό». Οι «τοιούτοι» είχαν τη φήμη ότι ήξεραν καλύτερα «κόλπα» απ’ τις γυναίκες –που, άλλωστε, δεν πολυκυκλοφορούσαν– και επιπλέον, μοιράζονταν τα βάσανά σου σαν φίλοι καρδιακοί.

Εκείνες τις εποχές, μόνο οι «γραφιάδες» και οι καλλιτέχνες –«λοξοί» για τους πολλούς εκ φύσεως– ήταν στο απυρόβλητο της κακογλωσσιάς του κόσμου. Οι πιο θαρραλέοι κινούνταν σε λούμπεν κύκλους και συνεννοούνταν στα «καλιαρντά». Η «αδελφή» ήταν ο ιδανικός αποδιοπομπαίος τράγος –μόνο η γραφικότητα ή το περιθώριο εξασφάλιζαν ασυλία. Στο ίδιο πνεύμα κινούνταν θέατρο κι ελληνικό σινεμά, που θα ξεχαστούν για καιρό στη Φτερού και στον Φίφη. Άνθρωποι όπως ο Κουν, ο Χατζιδάκις, ο Τσαρούχης, ο Ιόλας, ο Ασλάνογλου, ο Γιώργος Ιωάννου και ορισμένοι άλλοι δεν έκρυβαν μεν τις ερωτικές τους προτιμήσεις, αλλά ούτε σημαία τις έκαναν, μάλλον από… φρόνηση. «Πώς είπατε; Απελευθέρωση; Γιατί; Για να μη σταυρώνουμε έπειτα αρσενικό και να κωλοτριβόμαστε αναμεταξύ μας, όπως γίνεται τώρα έξω;» κατακεραύνωνε ο Κώστας Ταχτσής τους «εκσυγχρονιστές», που ο Ντίνος Χριστιανόπουλος θ’ αποκαλέσει αργότερα «συνδικαλιστές του κώλου»! Παρ’ ότι, λοιπόν, οι ομοφυλόφιλες σχέσεις μεταξύ συναινούντων ενηλίκων έπαψαν να είναι παράνομες από το 1950, η ομοφυλόφιλη ζωή ακολουθούσε υπόγειες διαδρομές μέχρι τη μεταπολίτευση. Τότε άρχισαν να ξεφυτρώνουν στην Πλάκα τα πρώτα «πονηρά» μαγαζιά: «Why Not?», «Zodiac», «Μύκονος», «Μούσες» κ.ά. Στου «Δαρζέντα» οι Αθηναίοι μυούνται στην τέχνη του drag show κι ο Γιώργος Μαρίνος κοινωνικοποιεί από τη «Μέδουσα» το gay χιούμορ. Αρχίζει να φυσά ο άνεμος μιας πρωτόγνωρης ελευθερίας, για την οποία θριαμβολογούσαν από καιρό οι πιο κοσμογυρισμένοι…
Το 1977, το Υπουργείο Υγείας προωθεί ένα νομοσχέδιο «περί της εξ αφροδισίων νόσων προστασίας και ρυθμίσεως συναφών (!) θεμάτων», που έδινε το πράσινο φως για αστυνομικές αυθαιρεσίες κατά των ομοφυλόφιλων.
Τότε, κάποιοι άνθρωποι αποφασίζουν ν’ αντιδράσουν. Πολλές προσωπικότητες συνυπογράφουν το κείμενο-καταγγελία τους. Ανάμεσά τους οι Ζαν- Πολ Σαρτρ, Σιμόν ντε Μποβουάρ, Μισέλ Φουκό, Ρολάν Μπαρτ, Κώστας Γαβράς, Νίκος Πουλαντζάς. Δεκάδες gay και τραβεστί διαδηλώνουν στα Προπύλαια, ενώ αρκετές ελληνικές πρεσβείες «πολιορκούνται» από ξένους ακτιβιστές. Σοκαρισμένη, η κυβέρνηση διορθώνει το χουντικής έμπνευσης κατασκεύασμα. Έτσι δημιουργήθηκε το Απελευθερωτικό Κίνημα Ομοφυλοφίλων Ελλάδας (ΑΚΟΕ), που λίγο αργότερα εξέδωσε το περιοδικό «Αμφί», με διευθυντή τον Λουκά Θεοδωρακόπουλο. Τολμηρό και έντονα αμφισβητησιακό, το πρώιμο «Αμφί» ενοχλεί. Η κατάσχεση του τεύχους Β2 (καλοκαίρι ’79) με την κατηγορία «περί ασέμνων» θα γίνει αφορμή για νέες κινητοποιήσεις. Στη δίκη, που θα γίνει την επόμενη χρονιά, δηλώνουν μάρτυρες υπεράσπισης δεκάδες Έλληνες και ξένοι επώνυμοι. Εθελοντές συνήγοροι είναι οι Κατερίνα Ιατροπούλου, Τάκης Παππάς και Θεόδωρος Πάγκαλος! Ακόμα και ο «στρατευμένος» ρόκερ Τομ Ρόμπινσον συμπαραστέκεται στο «Αμφί», που αθωώνεται εν τέλει πανηγυρικά. Την ίδια εποχή, οι λεσβίες εκδίδουν τη «Λάβρυ», ενώ αρχίζουν και στη Θεσσαλονίκη οι πρώτες «ζυμώσεις».
Στις αρχές της δεκαετίας του ’80, η gay Ελλάδα αρχίζει να βγαίνει για τα καλά απ’ την «ντουλάπα». Δεκάδες βιβλία εκδίδονται, ανεβαίνουν τολμηρές θεατρικές παραστάσεις κι εμφανίζονται τραγούδια με άμεσους ή έμμεσους, πλην σαφείς υπαινιγμούς. Οι Έλληνες γνωρίζουν τον Βισκόντι και τον Φασμπίντερ, το λογοκριμένο «Ψωνιστήρι» σοκάρει, το ίδιο και ο μελοδραματικός «Άγγελος» του Κατακουζηνού. Το Κολωνάκι είναι ο νέος gay κόμβος. Εδώ είναι ο «Αλέκος» το «Άλλοθι», η «Place» κ.ά. Επώνυμο gay crowd δημιουργείται και στα μοδάτα μαγαζιά της εποχής, όπως το «Εργοστάσιο», η «Paramount» και οι «Εννέα Μούσες». Πολλοί μπερδεύονται και με το underground – Εξάρχεια, new wave, Ρήγας κ.λπ. Είναι η πρώτη γενιά που επιζητεί να ζήσει τη σεξουαλικότητά της στο φως της μέρας, μακριά απ’ τα ενοχικά συμπλέγματα που ταλάνιζαν τις προηγούμενες. Όμως, η κοινωνία δεν είναι ακόμα έτοιμη να τους δεχτεί. «Κίναιδους», «ανώμαλους» και «τρίτο φύλο» τους ανεβοκατεβάζουν οι εφημερίδες της εποχής -μηδέ πολλών «προοδευτικών» εξαιρουμένων-, ακόμα κι όταν αναφέρονται σε φόνους. Τα σκανδαλοθηρικά ρεπορτάζ προσθέτουν λάδι στη φωτιά. Η ελληνική κοινωνία είναι συντηρητική, τουλάχιστον στη βιτρίνα, έχει τις δικές της ιδιομορφίες. Απ’ την άλλη, οι ομοφυλόφιλοι δείχνουν ικανοποιημένοι με το εφήμερο και τη διπροσωπία. Όλοι; Όχι! Η τραβεστί Πάολα, αυτόφωτη όπως ο Ζενέ, εγκαταλείπει προσωρινά το «βασίλειό» της στη Συγγρού και εκδίδει το μαχητικό περιοδικό «Κράξιμο», που αιφνιδιάζει με το στυλ, τη γλώσσα και τη θεματολογία του, δημιουργώντας φανατικούς φίλους, όπως και εχθρούς. Θα κυνηγηθεί κι αυτό με τη γνωστή καραμέλα «περί ασέμνων», χωρίς βέβαια αποτέλεσμα. Μάταιες θ’ αποβούν και οι αλλεπάλληλες «επιχειρήσεις αρετής» σε gay μπαρ, πάρκα και στέκια τραβεστί –επιχειρήσεις που θα προκαλέσουν την κοινοβουλευτική οργή της Μελίνας!
«Τι είναι η ομοφυλοφιλία; Μα το περίσσευμα της ανθρώπινης καρδιάς…»
Παρά τα «κουλά», όσοι έζησαν εκείνες τις εποχές τις νοσταλγούν ακόμα. Ήτανε, λένε, οι καλύτερες, τουλάχιστον από ερωτικής πλευράς. Απ’ τη μαγιά μήπως αυτή δεν ξεκινάνε όλα; Μέσα στη δεκαετία του ’80 τα gay πράγματα εκσυγχρονίζνται ραγδαία, τουλάχιστον ως προς τη διασκέδαση και το lifestyle. Η Μύκονος εξελίσσεται σ’ ένα απ’ τα διασημότερα «gay» θέρετρα παγκοσμίως, το ίδιο και η Ερεσός για τις λεσβίες. Στην Αθήνα, τη Θεσσαλονίκη και αλλού ανοίγουν δεκάδες κλαμπ, ανάμεσα στα οποία ξεχωρίζουν το «Graffiti», το «Lizard», το «City». Όχι πως οι gay περιορίζονται σ’ αυτά. Τους βλέπεις και στο «Άτομο», το «Loft», το «Fuzz», στην παραλιακή, παντού. Οι εφημερίδες και τα «in» περιοδικά της ε ποχής φιλοξενούν σχετικά θέματα κι αφιερώματα (χαζοχαρούμενα συνήθως, αλλά ήταν αρκετό το τόσο… μαύρο δάκρυ). Μόνο η «Αυριανή» κι ο «Στόχος» επιμένουν ομοφοβικά. Άμα δεν ερχόταν και το AIDS να χαλάσει τη γιορτή… Το 1986 η πεισματική άρνηση του Σαρτζετάκη ν’ απονείμει χάρη στον ισοβίτη Χρήστο Ρούσσο πυροδοτεί διαδηλώσεις, παρεμβάσεις επωνύμων, μέχρι ενδοκυβερνητικές διαμάχες: ο «Άγγελος» θ’ αποφυλακιστεί, εν τέλει, επί προεδρίας Καραμανλή. Στις εκλογές του ’90, η Πάολα βάζει υποψηφιότητα με τους Οικολόγους-Εναλλακτικούς, όπου συμμετέχει και μια δραστήρια gay ομάδα. Αποτυγχάνει για λίγους ψήφους και το ελληνικό κοινοβούλιο χάνει μια μοναδική ευκαιρία να γίνει, επιτέλους, συναρπαστικό! Στο μεταξύ, το ΑΚΟΕ και το «Αμφί» έχει αναλάβει ο Γρηγόρης Βαλλιανάτος, που διαθέτει πρεστίζ, ικανότητες και πολλές φιλοδοξίες. Γίνεται δημόσιο πρόσωπο, εκδίδει περιοδικά, κάνει τηλεόραση, ασχολείται και με το AIDS. Θα φτάσει να και τηγορηθεί ως «επαγγελματίας ομοφυλόφιλος», όμως ελάχιστοι είχαν το θάρρος του. Το κλαμπ «Factory», που στήνει λίγο αργότερα, αφήνει εποχή, φέρνοντας στην gay νύχτα ἐναν αέρα από Λονδίνο και Ίμπιζα. Αυτός ο κόσμος, όμως, θα βγει στον δρόμο μόνο για τα ωράρια του Παπαθεμελή. Τι άλλο να διεκδικήσει εξάλλου;
Είμαστε πια στη δεκαετία που επιτάσσει το «ο καθένας στο πάρτι του και για την πάρτη του». Άλλωστε, οι gay έχουν ήδη διεισδύσει και στην Ελλάδα στη δημόσια ζωή, στα ΜΜΕ, στην τέχνη, στην κουλτούρα, στη διασκέδαση.

Γνωστοί καλλιτέχνες φλερτάρουν εμμέσως πλην σαφώς με το νέο gay κοινό, που τους ανταποδίδει τη λατρεία: το «Λάμδα» και τ’ άλλα σύγχρονα gay μαγαζιά δεν νοούνται χωρίς Χαρούλα, Άννα, Καίτη, Δέσποινα κ.λπ. στο πρόγραμμά τους, έστω και σε techno mix. Ο Σάκης αργεί, αλλά βάζει την Gaultier φούστα κι ο Βουτσινάς μεταμορφώνει την Άλκηστι σε diesel dyke ηγερία. Τα θέατρα ανεβάζουν από Ζενέ μέχρι «Shopping ‘n’ Fucking», αλλά το ελληνικό σινεμά, μ’ εξαίρεση μικρά «διαμάντια» όπως ο «Λιποτάκτης» και η «Γραβάτα», δεν τολμά την εμπορική gay ταινία. Στην τηλεόραση, η αμίμητη λαζοπουλική χήρα κατέρριψε χρόνια ταμπού, όμως κυρίαρχη εικόνα παρέμεινε η… πεπατημένη («Απαράδεκτοι», «Hostess», Trash TV κ.λπ.). Νέοι μπαμπούλες των σκανδαλοθηρικών ρεπορτάζ είναι η παιδεραστία και η ανδρική πορνεία –που, παρά τη διάδοσή της, παραμένει παράνομη, σε αντίθεση με τη γυναικεία– μαζί με τα ολοένα και συχνότερα βίαια περιστατικά. Πολλά απ’ αυτά συνδέθηκαν με τους εκδιδόμενους λαθρομετανάστες, που βρήκαν ανάμεσα στον ομοφυλόφιλο πληθυσμό ένα αποκούμπι, αλλά και μια πηγή εύκολου βιοπορισμού. Στην Αθήνα, τη δεκαετία που τελειώνει, η όποια σοβαρή ακτιβιστική διάθεση απορροφήθηκε στο μέτωπο κατά του AIDS, όμως η συμπρωτεύουσα παραμένει δραστήρια: ο «Πόθος» της παραμένει η μόνη σταθερή gay έκδοση πανελλαδικά, μαζί με τον ετήσιο «Gay Οδηγό» των εκδόσεων «Κράξιμο». Αλλά κι οι λεσβίες ξεθάρρεψαν πια –ας όψονται το lesbian chic, η Xena και η Cyberdyke! Στις τελευταίες δημοτικές είδαμε και gay υποψηφίους εδώ (συνδυασμός Δαμανάκη) και στη Θεσσαλονίκη (συνδυασμός Βούγια), άσχετα αν δεν έπεισαν ούτε τους «ομοϊδεάτες» τους. Το μέλλον, ωστόσο, είναι ανοιχτό, όπως και οι ψηφιακές λεωφόροι του Internet, όπου υπάρχει αρκετή δραστηριότητα. Ωστόσο, οι πραγματικά «ελεύθεροι κι ωραίοι» εξακολουθούν να είναι μετρημένοι. Οι διακρίσεις επιμένουν και η κοινωνική αποδοχή δεν είναι παρά επιφανειακή –οι μόδες έρχονται και παρέρχονται.
Ποια είναι, τελικά, η σημερινή δημόσια εικόνα του Έλληνα ομοφυλόφιλου; Είναι κάτι παραπέρα απ’ την «κραγμένη αδελφή» του πρόσφατου παρελθόντος και τον στυλιζαρισμένο gay του συρμού; Πόσο gay είναι –ή δεν είναι – όλοι εκείνοι που έχουν τέτοιες εμπειρίες για τη «φάση» τους και μόνο; Είναι η ομοφυλοφιλία σκέτα σεξ, είναι αισθητική και κουλτούρα ολόκληρη, ή τι; Ίσως η πιο επιγραμματική απάντηση να δόθηκε κάποτε από τον Κώστα Ταχτσή: «Τι είναι η ομοφυλοφιλία; Μα το περίσσευμα της ανθρώπινης καρδιάς…»