Στο «Ακρωτήρι του Φόβου» ο Χαβιέ Μπαρδέμ είναι ένας ανατριχιαστικός μπαμπούλας
Η σειρά «Cape Fear» που μόλις ξεκίνησε στο Apple TV+ φέρνει στη μικρή οθόνη μια τρομακτική εκδοχή του κορυφαίου ηθοποιού.
Γραμμένο το 1957, το λογοτεχνικό ψυχολογικό θρίλερ «The Executioners» (Τζον Ντ. ΜακΝτόναλντ) ευτύχησε να μεταφερθεί δύο φορές στον κινηματογράφο. Πρώτα, τέσσερα χρόνια μετά την κυκλοφορία του, από τον Τζ. Λι Τόμσον ως «Cape Fear» και έπειτα, αρκετές δεκαετίες αργότερα από τον εμβληματικό Μάρτιν Σκορσέζε, ο οποίος με το «Ακρωτήρι του Φόβου» (1991) πρόσθεσε μία ακόμα σπουδαία ταινία στην πληθωρική φιλμογραφία του. Τώρα, τη σκυτάλη των διασκευών παίρνει ο Νικ Αντόσκα, ο οποίος για λογαριασμό της Apple TV+ αναβιώνει τηλεοπτικά το «Cape Fear» ως ένα μοντέρνο crime με χαρακτηριστικές επίκαιρες αιχμές.

Παλιοί απλήρωτοι λογαριασμοί
Ο Αμερικανός δημιουργός, ως όφειλε, δεν επιχειρεί να ανακυκλώσει τις απεικονίσεις του Σκορσέζε ή του Τόμσον. Όχι μόνο διότι είναι κυρίαρχες στην ποπ κουλτούρα -για παράδειγμα δεν ξεχνιέται η αλλοπρόσαλλη ερμηνεία του γεμάτου τατουάζ Ρόμπερτ Ντε Νίρο- αλλά και γιατί σαν αφήγημα το «Executioners» έχει ποιότητες που το καθιστούν ανατριχιαστικό με έναν εγγενή τρόπο. Η υπόθεση της σειράς αφορά ένα επιτυχημένο ζευγάρι δικηγόρων (Έιμι Άνταμς & Πάτρικ Γουίλσον) με δύο παιδιά, το οποίο πλέον αφιερώνει τη ζωή του στον αγώνα για την αποφυλάκιση ανθρώπων που έχουν καταδικαστεί άδικα. Ωστόσο, οι αγαθοί σκοποί τους δεν ήταν ανέκαθεν τέτοιοι. Πριν από σχεδόν είκοσι χρόνια, αμφότεροι ενεπλάκησαν σε μια υπόθεση που έκρινε ένοχο για γυναικοκτονία έναν άντρα που τώρα, μετά από τόσο καιρό, αθωώνεται λόγω νέων στοιχείων. Το θύμα(;) του δικαστικού συστήματος (Χαβιέ Μπαρδέμ), όμως, δεν έχει πει την τελευταία λέξη του, αφού όσο διάστημα ήταν φυλακισμένος σχεδίαζε την εκδίκησή του.
Η πρεμιέρα του «Cape Fear» έγινε με τα δύο πρώτα επεισόδια, τα οποία είναι άμεσα υποβλητικά και αγχωτικά χάρη στη μερακλίδικη προσέγγιση του Αντόσκα. Γνώστης ο ίδιος του συντακτικού των σασπένς θρίλερ, του τρόμου και των δραμάτων εγκλήματος, τόσο κινηματογραφικά (σεναριογράφος του «Antlers») όσο και τηλεοπτικά («The Act», «Channel Zero»), φροντίζει να στήσει μια εντελώς χιτσκοκική αφηγηματική λογική που σε παρασύρει εξαρχής. Με άλλα λόγια, η πλοκή συστήνεται χωρίς περιττές εξηγήσεις και ενώ ταυτόχρονα, η έλευση του κακού προετοιμάζεται μεθοδικά με την απειλή να γίνεται όλο και πιο χειροπιαστή από σκηνή σε σκηνή. Είναι δεδομένο πως κάτι εφιαλτικό πρόκειται να συμβεί, απλώς αγνοείς το πότε και το πώς.

Ένας Χαβιέ Μπαρδέμ για βραβείο
Βέβαια, για την ώρα την παράσταση κλέβει με διαφορά ο Χαβιέ Μπαρδέμ. Στο ρόλο του δυσοίωνα αλλόκοτου εγκληματία(;) διασκεδάζει αφάνταστα φέρνοντας στην επιφάνεια τις πιο εκφοβιστικές πτυχές του. Μετά από πολύ καιρό, επιστρέφει στη μικρή οθόνη ένας ανταγωνιστής – μπαμπούλας, ένα τέρας με ανθρώπινο πρόσωπο που θες να αποστρέψεις το βλέμμα σου από πάνω του, αλλά είναι αδύνατο να σταματήσεις να τον κοιτάς. Ο Ισπανός ακτινοβολεί μια μοχθηρότητα που απηχεί πιο κλασικές αναπαραστάσεις κακών, βλέπε το σαρδόνιο γέλιο που βγαίνει από τα έγκατα των πνευμόνων του, τις οποίες συνδυάζει με την πανουργία μιας παράφρονης διάνοιας. Το πόσο αυθεντικά τρομακτικός είναι, αποδεικνύεται και από τον τρόπο που αντιδρούν ενώπιών του οι συμπρωταγωνιστές. Οι πάντα αξιόπιστοι Άνταμς και Γουίλσον «παγώνουν» στην όψη του Μπαρδέμ, οι κατά τα άλλα ισχυροί χαρακτήρες τους χάνουν κάθε πυγμή και ο ηθοποιός θαρρείς πως μεταμορφώνεται σε κάτι θεοσκότεινο. Θα μπορούσαμε να πούμε, χαριτολογώντας, ότι ο Γουίλσον θυμίζει κάτι από τον εξορκιστή Εν Γουόρεν («Το Κάλεσμα») έτσι όπως «σκαλώνει» κοιτώντας τον Ισπανό.
Επομένως, για την ώρα, το «Cape Fear» τιμά το πρωτότυπο υλικό, δεν επιχειρεί να συναγωνιστεί το σκορσεζικό πρόγονό του και στο μεταξύ, φαίνεται πως τείνει να εξελιχθεί στην πιο τρομακτική σειρά του καλοκαιριού.
Διαβάστε περισσότερες κριτικές σειρών εδώ.
Διαβάστε επίσης