Δόξα τω θεώ, το «Euphoria» τελείωσε επιτέλους
Η τρίτη σεζόν της κάποτε καθηλωτικής σειράς του HBO ολοκληρώθηκε με τρόπο συνώνυμο της τηλεοπτικής πανωλεθρίας.
Περιεχόμενα
Οι ήδη χαμηλές προσδοκίες για το πολυαναμενόμενο φινάλε του «Euphoria» έπεσαν στο έρεβος μετά την πρεμιέρα του τρίτου κύκλου στο HBO και έκτοτε έμειναν εκεί ως το τέλος. Όταν δε έπεσαν οι τίτλοι στο όγδοο και τελευταίο επεισόδιο, αντί για συγκίνηση το κυρίαρχο συναίσθημα ήταν η αγαλλίαση, καθώς πια δε θα χρειαστεί να ασχοληθούμε ξανά με τη σειρά του Σαμ Λέβινσον, όπως πολύ εύστοχα επισήμανε και το χιουμοριστικό Onion. Τι πήγε, όμως, τόσο στραβά με αυτόν τον κύκλο, ο οποίος έμοιαζε εκ των προτέρων σχεδιασμένος να αποτύχει;
Μοντέρνα αμερικανική πανωλεθρία
Με τις αρχικές ιδέες της ομώνυμης ισραηλινής σειράς να έχουν εξαντληθεί από νωρίς, όπως και όλα τα αισθητικά… δάνεια που πήρε Λέβινσον για το σμίλευμα του ύφους – σήμα κατατεθέν του «Euphoria», η τρίτη σεζόν σχεδόν υποχρεωτικά έπρεπε να σηματοδοτεί ταυτόχρονα κάτι αφηγηματικά νέο και οριστικό. Ο 41χρονος δημιουργός, επέλεξε να διογκώσει την κλίμακα της παραγωγής, κάθε επεισόδιο δείχνει και αναπτύσσεται σαν ταινία, να βάλει την προσωπική σφραγίδα του στα πάντα, ακόμα κι αν οι «αναφορές» του είναι οφθαλμοφανείς (ο Ταραντίνο συναντά τους αδερφούς Κοέν), αλλάζοντας εντελώς αυτό που έκανε πωρωτικό το «Euphoria». Από τα λυκειακά δράματα, τον ποπ νιχιλισμό και μια εμβάθυνση στην τραγικότητα ενός τρόπου ζωής που περιστρέφεται γύρω από τα ναρκωτικά, έγινε πέρασμα σε μια αβάσιμη γκανγκστερική περιπέτεια όπου τα διακυβεύματα δε σημαίνουν τίποτα και οι ήρωες είναι πιόνια ενός δραματουργικά επίπεδου χάρτη.
Έπειτα, οι βασικοί χαρακτήρες της πλοκής συστήθηκαν από την αρχή με έντονες συμβολικές φορτίσεις, σε μια ξεκάθαρη επιλογή του Λέβινσον να δώσει διαστάσεις σύγχρονου έπους στη σειρά. Μεταξύ άλλων, η Ρου (Ζεντάγια) αντιπροσωπεύει τη λούμπεν λαϊκή τάξη που μοιάζει καταδικασμένη να ζει σε καθεστώς εθισμού και παρανομίας, η Κάσι (Σίντνεϊ Σουίνι) και η Τζουλς (Χάντερ Σέιφερ) ενσαρκώνουν την ανέραστη σεξουαλικοποίηση των πάντων, ο Νέιτ (Τζέικομπ Ελόρντι) τις παρασιτικές τάσεις των απατεώνων μεγαλοαστών και η Μάντι (Αλέξα Ντέμι) τη φαυλότητα που εμπεριέχει η κοινωνική ανέλιξη. Καθεμία πτυχή δημιουργεί, υποτίθεται, ένα ψηφιδωτό αποδόμησης των αποσαθρωμένων, μοντέρνων αμερικανικών αξιών που σέρνονται πια στο χώμα, το αίμα, τη λάσπη και το κάλπικο χρήμα. Στο χαρτί θα έπρεπε να δουλεύει η παραπάνω προσέγγιση, αν μη τι άλλο δεν απέχει από τον ευρύτερο πεσιμισμό της σειράς, στην πράξη όμως δε λειτουργεί γιατί δεν ανταποκρίνεται στο πώς είναι δομημένοι αυτοί οι ήρωες. Πολύ απλά, δεν έχουν καμία σχέση με αυτό που βλέπαμε για δύο σεζόν και σε καμία στιγμή δε πείθουν οι νέες υπαρξιακές «αποστολές» που ορθώνονται εμπρός τους. Συντρέχει, βέβαια, ένας ακόμα λόγος.
Καμία «Euphoria» μόνο πόνος
Συνήθως, ακόμα και οι πιο ανυπόφοροι αντι-ήρωες της μικρής και της μεγάλης οθόνης, έχουν κάποια ελάχιστα στοιχεία που τους προσγειώνουν, τους κάνουν οικείους και εάν δεν προξενούν συμπάθεια, έστω δημιουργούν ένα ενδιαφέρον για την τύχη τους. Υπό αυτήν την έννοια, είναι εντυπωσιακό το πώς στην τρίτη σεζόν ο Λέβινσον αδιαφορεί πλήρως για την ουσιαστική ανάπτυξή τους, σε βαθμό που έμπρακτα τους φέρεται άσχημα. Περισσότερο από όλους, αποδεικνύεται περίτρανα στην περίπτωση της Κάσι. Παρά το γεγονός πως έχει κορεστεί η συζήτηση για την εξωτερική εμφάνιση της Σουίνι, η αντικειμενοποίησή της στον τελευταίο κύκλο φτάνει δυσθεώρητα ύψη, τα οποία συνδυάζονται με την ατιμωτική απεικόνισή του ρόλου της ως ένα εντελώς εθελόδουλο υποκείμενο. Το αστείο είναι πως δε χρειάζεται να κοιτάξουμε πολύ μακριά για να βρούμε μια σαφώς πιο ποιοτική, πολύπλευρη και ειλικρινή αναπαράσταση μιας γυναίκας που ζει από το σώμα της, αρκεί μισό επεισόδιο του υπέροχου «Margo’s Got Money Troubles». Ο ελλιπής σεβασμός προς χαρακτήρες επαληθεύεται και από το γεγονός πως για κάποιο αλλόκοτο λόγο, βρίσκονται πολύ συχνά σε καταταστάσεις που ταπεινώνονται, μειώνοντας αχρείαστα την αξιοπρέπειά τους, με αποτέλεσμα να αναρωτιέται κανείς πώς το 2026 θεωρείται ψυχαγωγία το στοιχείο του σοκ, όταν αποδίδεται με όρους που δεν ήταν πρωτοποριακοί ούτε πριν από τριάντα χρόνια.
Ένα ντανταϊστικό κομψοτέχνημα;
Μεταξύ σοβαρού και αστείου, κατά τη διάρκεια της θέασης των οκτώ επεισοδίων μου πέρασε από το μυαλό ο Λέβινσον να θεωρεί πως μόνο καταστρέφοντας το πιο επιτυχημένο δημιούργημά του θα μπορούσε να σηκώσει το μεσαίο δάχτυλό του σε εμάς που το αποθεώσαμε, αλλά και σε ολόκληρη τη βιομηχανία του θεάματος που το ανέδειξε. Φευ, ο Αμερικανός δεν αφήνει στην άκρη ποτέ τη σοβαροφάνειά του, η οποία τον οδηγεί στην υιοθέτηση του ίδιου του συντηρητισμού που υποτίθεται πως απεκδύεται. Η πίστη στο Θεό, η ιδιοτέλεια, η ανυπαρξία κοινοτήτων κ.ο.κ. συντηρούν ένα φαταλισμό που θολώνει τα όρια μεταξύ απαισιοδοξίας και «κατηγορώ». Και κάπου εκεί χάνεται τελείως ο λόγος που το «Euphoria» γοήτευσε τόσο εξαρχής. Το μακρινό 2019 που ξεκίνησε, αντικατόπτριζε σε ακραίο βαθμό μια γενιά που ενστερνίστηκε το μάταιο και αποθέωσε την αυτοκαταστροφή, παίρνοντας τη σκυτάλη από παρόμοιες αφηγήσεις του παρελθόντος («Trainspotting», «Skins»). Το να καταλήξει να είναι το ελάχιστης καλλιτεχνικής σημασίας ego trip ενός επαγγελματία «πωλητή» στιλιζαρισμένης σαπουνόπερας, είναι απλώς στενάχωρο.
Διαβάστε περισσότερες κριτικές σειρών εδώ.
Διαβάστε επίσης