Λίντσεϊ Κλάνσι: Η ετυμηγορία δεν θα λύσει την τραγωδία
© Photo by Jonathan Wiggs/The Boston Globe via Getty Images

Λίντσεϊ Κλάνσι: Η ετυμηγορία δεν θα λύσει την τραγωδία

Η προσωπική μου ματιά, ως έμπειρου ειδικού ψυχικής υγείας, σε μια δίκη όπου η Δικαιοσύνη καλείται να αποφασίσει για την ευθύνη, ενώ η ανθρώπινη ψυχή αρνείται πεισματικά να χωρέσει σε μονοδιάστατες απαντήσεις.

Υπάρχουν υποθέσεις που, ως άνθρωπο και ως επαγγελματία ψυχικής υγείας, δεν μπορείς να τις παρακολουθήσεις με την άνεση του σχολιαστή και η υπόθεση της Λίντσεϊ Κλάνσι είναι μία από αυτές. Όχι επειδή δεν υπάρχουν γεγονότα. Αντιθέτως, υπάρχουν και είναι από εκείνα που δεν χρειάζονται ιδιαίτερη περιγραφή για να καταλάβεις το μέγεθος της τραγωδίας.

Αυτό που καθιστά την υπόθεση τόσο δύσκολη είναι το τι πιστεύουμε ότι συνέβαινε μέσα στο μυαλό της γυναίκας που βρίσκεται σήμερα στο επίκεντρο της δίκης, τη στιγμή που συνέβησαν όλα. Και εδώ, κατά τη γνώμη μου, αρχίζει το πραγματικά δύσκολο κομμάτι, όχι μόνο για τους ενόρκους, αλλά και για όλους μας που παρακολουθούμε εξ αποστάσεως την υπόθεση. Η κοινωνία έχει μια σχεδόν αντανακλαστική ανάγκη να αποφασίζει γρήγορα. Θέλουμε να ξέρουμε ποιος είναι ο κακός, ποιος το θύμα, ποιος φταίει και τι τιμωρία αξίζει, θέλουμε, δηλαδή, μια ιστορία που να μπορούμε να αντέξουμε.

Η υπόθεση της Κλάνσι δεν είναι τέτοια ιστορία.

Δεν είναι «ή δολοφόνος ή ψυχικά ασθενής»

Στη δημόσια συζήτηση γύρω από τέτοιες υποθέσεις υπάρχει συχνά η ανάγκη να επιλέξουμε στρατόπεδο.

«Ήξερε τι έκανε».

«Δεν είχε επίγνωση».

«Ήταν δολοφόνος».

«Ήταν βαριά άρρωστη».

Σαν οι δύο τελευταίες προτάσεις να αλληλοαποκλείονται. Ας είμαστε ρεαλιστές, δεν το κάνουν! Η ύπαρξη μιας σοβαρής ψυχικής διαταραχής δεν εξαφανίζει αυτόματα τη φρίκη μιας πράξης. Από την άλλη πλευρά, η φρίκη μιας πράξης δεν μας επιτρέπει να αποφασίσουμε, με βάση το συναίσθημά μας, ότι ο άνθρωπος που την έκανε είχε κατ’ ανάγκη πλήρη ψυχική επίγνωση και αυτοέλεγχο.

Μπορεί, λοιπόν, να υπάρχουν δύο αλήθειες ταυτόχρονα. Μπορεί να συνέβη κάτι αδιανόητο και, ταυτόχρονα, ο άνθρωπος που το έκανε να βρισκόταν σε μια σοβαρά διαταραγμένη ψυχική κατάσταση. Η προσπάθεια να καταλάβουμε το δεύτερο δεν μειώνει το πρώτο. Και, ως ειδικός ψυχικής υγείας, θεωρώ ότι είναι εξαιρετικά σημαντικό να μην συγχέουμε την εξήγηση με τη δικαίωση.

Η δίκη δεν καλείται να απαντήσει σε όλα

Περιμένουμε από το δικαστήριο να μας πει «τι πραγματικά συνέβη μέσα στο μυαλό ενός ανθρώπου», σαν  να είναι ειδική κλινική ή επιστημονικό συνέδριο, όμως το δικαστήριο δεν καλείται να λύσει το μυστήριο της ανθρώπινης ψυχής αλλά να απαντήσει σε ένα πολύ συγκεκριμένο ερώτημα: ποια ήταν η ψυχική κατάσταση της Λίντσεϊ Κλάνσι τη στιγμή της πράξης και τι σημαίνει αυτή νομικά για την ποινική της ευθύνη;

Μια καταδίκη δεν θα σημαίνει ότι η Κλάνσι δεν αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα ψυχικής υγείας. Μια απόφαση περί μη ποινικής ευθύνης δεν θα σημαίνει ότι «δεν έγινε τίποτα» ή ότι η πράξη γίνεται λιγότερο τραγική.

Η ετυμηγορία δεν θα είναι διάγνωση. Θα είναι μια νομική απόφαση για την ευθύνη. Και όσο πιο καθαρά το καταλάβουμε αυτό, τόσο λιγότερο πιθανό είναι να μετατρέψουμε όποιο κι αν είναι το αποτέλεσμα σε ένα εύκολο σύνθημα.

Αν καταδικαστεί

Αν η τελική ετυμηγορία είναι καταδίκη για φόνο, πιστεύω ότι για μεγάλο μέρος της κοινής γνώμης θα υπάρξει μια αίσθηση ανακούφισης. Όχι απαραίτητα επειδή η τιμωρία μπορεί να αποκαταστήσει την τραγωδία —γιατί δεν μπορεί — αλλά επειδή οι άνθρωποι έχουν βαθιά ανάγκη να νιώθουν ότι υπάρχει μια καθαρή σχέση ανάμεσα στην πράξη και στη συνέπεια.

Θα ήθελα, όμως, να προσέξουμε κάτι. Μια καταδίκη δεν θα πρέπει να χρησιμοποιηθεί ως επιχείρημα εναντίον της σοβαρής ψυχικής ασθένειας. Δεν θα σημαίνει ότι κάποιος που βρίσκεται σε βαριά ψυχική κρίση μπορεί απλώς να «συνέλθει» αν το θέλει αρκετά. Θα σημαίνει ότι, με βάση τα στοιχεία της συγκεκριμένης υπόθεσης και τα νομικά κριτήρια, κρίθηκε ότι η ψυχική κατάσταση της κατηγορούμενης δεν αίρει την ποινική της ευθύνη.

Αυτό είναι πολύ συγκεκριμένο. Γιατί ένα από τα μεγαλύτερα λάθη που κάνουμε στη δημόσια συζήτηση είναι να παίρνουμε μία δικαστική απόφαση για έναν άνθρωπο και να τη μετατρέπουμε σε γενικό συμπέρασμα για όλους τους ανθρώπους που πάσχουν από ψυχικές διαταραχές.

Αν η ετυμηγορία αναγνωρίσει μειωμένη ευθύνη

Η ανθρώπινη ψυχολογία δεν ανταποκρίνεται ιδιαίτερα θετικά τις ενδιάμεσες απαντήσεις. Μας αρέσει το «ναι» και το «όχι». Υπεύθυνος ή ανεύθυνος / Ένοχος ή αθώος / Καλός ή κακός. Ένας άνθρωπος μπορεί πάσχει από ψυχική νόσο, χωρίς να έχει χάσει κάθε μορφή επίγνωσης. Ένας άλλος μπορεί να έχει σοβαρά μειωμένη ικανότητα κρίσης, χωρίς να είναι εντελώς αποκομμένος από την πραγματικότητα. Ή μπορεί να υπάρχει ψυχική ασθένεια και, ταυτόχρονα, ένα επίπεδο ευθύνης. Αυτό δεν είναι μια βολική θέση, είναι όμως συχνά πιο κοντά στην πραγματικότητα από τις απόλυτες βεβαιότητες που τόσο εύκολα υιοθετούμε.

Αν κριθεί μη ποινικά υπεύθυνη

Αυτή είναι η έκβαση που θα δυσκολέψει περισσότερο το κοινό να την αποδεχθεί και η συναισθηματική αντίδραση σε μια τέτοια απόφαση θα είναι αναπόφευκτα έντονη. Θα ακούσουν «μη ποινικά υπεύθυνη» και θα το μεταφράσουν ως «αθώα».

Μια τέτοια ετυμηγορία δεν θα άλλαζε τα γεγονότα 0ύτε θα έκανε την τραγωδία μικρότερη. Θα σήμαινε κάτι πολύ πιο συγκεκριμένο: ότι η ψυχική κατάσταση της κατηγορουμένης, τη συγκεκριμένη στιγμή, κρίθηκε τόσο σοβαρά διαταραγμένη ώστε να μην μπορεί να αποδοθεί σε αυτήν η ποινική ευθύνη με τον συνηθισμένο τρόπο.

Αυτό είναι δύσκολο να το αντέξει κανείς, επειδή η ανάγκη μας για τιμωρία είναι συχνά ισχυρότερη από την αντοχή μας απέναντι στην ψυχική πολυπλοκότητα.

Όμως, ως ειδικός ψυχικής υγείας, θα έλεγα ότι εδώ ακριβώς πρέπει να είμαστε πιο προσεκτικοί. Η επιθυμία μας να τιμωρηθεί κάποιος δεν μπορεί να αποτελεί απόδειξη για την ψυχική του κατάσταση. Πρέπει πάντα να θυμόμαστε ότι η οργή είναι ένα ανθρώπινο συναίσθημα και όχι επιστημονικό κριτήριο.

Και αν οι ένορκοι δεν μπορέσουν να συμφωνήσουν;

Υπάρχει και αυτή η πιθανότητα: Άνθρωποι που άκουσαν τα ίδια στοιχεία μπορεί να μην καταλήξουν στην ίδια βεβαιότητα. Αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα ότι κάποιοι δεν κατάλαβαν. Μπορεί να σημαίνει ότι κατάλαβαν πόσο δύσκολο είναι το ερώτημα. Ακόμα κι αν θέλουμε από τα δικαστήρια να μας προσφέρουν καθαρές απαντήσεις, υπάρχουν περιπτώσεις όπου τα δεδομένα, οι μαρτυρίες και η επιστημονική ερμηνεία αφήνουν χώρο για αμφιβολία.

Και η αμφιβολία είναι κάτι που η κοινωνία δυσκολεύεται να ανεχθεί. Θέλουμε ένα τέλος, μια απόφαση, μια τελεία. Αλλά ορισμένες ανθρώπινες τραγωδίες δεν τελειώνουν επειδή τελείωσε μια δίκη.

Αυτό που, για μένα, έχει μεγαλύτερη σημασία

Πέρα από την ετυμηγορία, θεωρώ ότι η υπόθεση πρέπει να μας κάνει να αναρωτηθούμε πόσο έτοιμοι είμαστε να αναγνωρίσουμε μια σοβαρή ψυχική κρίση πριν φτάσουμε στο σημείο να μιλάμε γι’ αυτήν εκ των υστέρων και αυτό μας αφορά όλους. Αφορά, όμως, ιδιαίτερα τους άνδρες που βρίσκονται δίπλα σε γυναίκες οι οποίες περνούν μια δύσκολη περίοδο μετά τον τοκετό.

Υπάρχει μια τάση να υποτιμούμε τα σημάδια.

«Είναι κουρασμένη».

«Δεν κοιμάται».

«Είναι ορμονικό».

«Θα περάσει».

Μερικές φορές, πράγματι, θα περάσει. Άλλες φορές, όμως, ο άνθρωπος απέναντί μας δεν χρειάζεται απλώς ξεκούραση ή κατανόηση, αλλά επαγγελματική βοήθεια. Και η πιο ουσιαστική πράξη αγάπης δεν είναι μόνο να πεις «είμαι εδώ», αλλά να κοιτάξεις κατάματα το προβλημα: «Αυτό που συμβαίνει με ανησυχεί. Πρέπει να ζητήσουμε βοήθεια τώρα».

Αυτό δεν σημαίνει ότι ένας σύντροφος μπορεί να διαγνώσει, μπορεί όμως να παρατηρήσει και μερικές φορές η παρατήρηση ενός ανθρώπου που είναι κοντά μας είναι η πρώτη γραμμή άμυνας απέναντι σε μια ψυχική κατάρρευση.

Η δική μου θέση

Αν με ρωτούσε κάποιος ποια έκβαση θεωρώ «σωστή», η απάντησή μου θα ήταν απλή:

Εκείνη που ανταποκρίνεται πραγματικά στα στοιχεία.

Όχι εκείνη που θα ικανοποιήσει περισσότερο την κοινή γνώμη, που θα μας κάνει να νιώσουμε καλύτερα ή που ταιριάζει περισσότερο στη δική μας ανάγκη να πιστεύουμε ότι ο κόσμος είναι ξεκάθαρος. Ως επαγγελματίας ψυχικής υγείας, έχω δει ότι όσο πιο ακραία είναι μια υπόθεση, τόσο μεγαλύτερη είναι η ανάγκη μας να την απλοποιήσουμε. Η υπόθεση της Λίντσεϊ Κλάνσι, όμως, δεν χρειάζεται περισσότερη απλοποίηση, αλλά παραπάνω αντοχή απέναντι στην πολυπλοκότητα.

Η τελική ετυμηγορία θα απαντήσει στο ερώτημα της ποινικής ευθύνης. Δεν θα λύσει την τραγωδία, δεν θα μας εξηγήσει πλήρως τι συνέβη μέσα στο μυαλό αυτής της γυναίκας και σίγουρα δεν θα επιστρέψει τα παιδιά στη ζωή.

Και τελικά δεν θα μας απαλλάξει από το πιο δύσκολο ερώτημα: Πόσο πραγματικά καταλαβαίνουμε την ψυχική κατάρρευση πριν αυτή γίνει κάτι που όλοι αναγνωρίζουν ως τραγωδία;

Ίσως αυτή να είναι, τελικά, η πιο σημαντική πλευρά αυτής της δίκης. Όχι να αποφασίσουμε αν θα σταθούμε με την «τιμωρία» ή με την «ψυχική ασθένεια», αλλά να καταλάβουμε ότι μπορεί να υπάρχει εξήγηση χωρίς δικαίωση και ευθύνη χωρίς απλοποίηση. Και ότι μια ετυμηγορία μπορεί να είναι νομικά σωστή, χωρίς να κάνει αυτή την ιστορία λιγότερο τραγική.

Γιατί σε αυτή την υπόθεση, όποια κι αν είναι η τελική απόφαση, δεν βλέπω νικητές. Βλέπω μόνο μια Δικαιοσύνη που καλείται να βάλει νομικά όρια σε κάτι που, ανθρώπινα, θα παραμείνει για πολύ καιρό αβάσταχτο.

Σχετικά άρθρα