Δημήτρης Καταλειφός στο ΚΛΙΚ: «Μάλλον πείρα είναι να καταλαβαίνεις ότι δεν έχεις πείρα»
Ο Δημήτρης Καταλειφός ανήκει σε αυτή την σπάνια κατηγορία ηθοποιών που αρκεί το όνομα του για να προσδώσει κύρος σε μια παραγωγή. Το έχει κερδίσει με εμβληματικούς ρόλους και σπουδαίες ερμηνείες στην πολύχρονη διαδρομή του όπου κρατά χαμηλούς τόνους όσο κι αν, όπως λέει, «πρέπει να κάνεις φασαρία για να θυμούνται ότι υπάρχεις».
Eίναι από αυτές τις κουβέντες που γίνονται με το χέρι στην καρδιά, με ειλικρίνεια και θάρρος. Μόνο έτσι μπορούν να μοιράζονται οι υπαρξιακές αγωνίες, οι πιο βαθιές, προσωπικές σκέψεις. Ας όψεται το νέο έργο στο οποίο πρωταγωνιστεί ο Δημήτρης Καταλειφός «Barrymore: ο άνθρωπος πίσω από το θρύλο», που μας έβαλε όλα τα δύσκολα στο τραπέζι: τους μικρούς ή μεγάλους απολογισμούς, την φθορά, τις αντοχές και τα κουράγια, το αποτύπωμα που αφήνει κανείς στη ζωή και την τέχνη, κι όλες γενικά τις ανησυχίες που μπορεί να περικυκλώσουν έναν σκεπτόμενο, και με ευαισθησίες, άνθρωπο. Για όλα αυτά λοιπόν, μας έδωσε αφορμή να συζητήσουμε η παράσταση σε σκηνοθεσία Φοίβου Σαμαρτζή που κάνει πρεμιέρα την Πέμπτη 30/4 στο Θέατρο Άνεσις όπου ο Δημήτρης Καταλειφός υποδύεται τον Τζον Μπάριμορ (1882-1942), τον ξακουστό Αμερικανό ηθοποιό, μέλος μιας από τις πιο διάσημες καλλιτεχνικές οικογένειες στην Αμερική που καταλήγει γενεαλογικά σήμερα στην σούπερ διάσημη Ντρου Μπάριμορ, το χαριτωμενο παιδικό μουτράκι που πρωταγωνίστησε κάποτε στον «Ε.Τ.» του Σπίλμπεργκ, που στα δώδεκα του μπήκε σε κλινική αποτοξίνωσης, αλλά σήμερα φαίνεται να στέκεται γερά στα πόδια της απολαμβάνοντας έναν νέο γύρο καριέρας παρουσιάζοντας ένα πολύ δημοφιλή Talk show.
Και γιατί άνοιξα αυτή την παρένθεση με τις λεπτομέρειες για τη ζωή της πενηντάχρονης σήμερα Ντρου; Επειδή η δυναστεία Μπάριμορ έγραψε Ιστορία όχι μόνο στο θέατρο και τον κινηματογράφο για το πάθος της στην τέχνη της υποκριτικής, αλλά και στα αμερικάνικα ταμπλόιντ για τα πάθη στην ζωή, όπως το αλκοόλ και τα ναρκωτικά. Ακόμα και τα πάθη έχουν σχέση με την παράσταση αφού στην φανταστική συνθήκη του έργου, βρίσκουμε τον Μπάριμορ- με τον υποβολέα του τον οποίο υποδύεται ο Δημήτρης Τσιγκριμάνης- να κάνει πρόβα σε ένα θέατρο έναν ρόλο ορόσημο στην καριέρα του, τον Ριχάρδου τον Γ’, ρόλο που προσπαθεί να αναβιώσει για να μετρήσει τα κουράγια του, να αποδείξει στον εαυτό του και στο κοινό ότι ακόμα αξίζει παρά τις λοξοδρομήσεις και τις υπερβολές, να σταθεί αντάξιος της πρότερης φήμης του. Είναι η πρώτη φορά που ανεβαίνει στην Ελλάδα.
Ηθοποιός «με καλές και ευγενικές προθέσεις», όπως αυτοπροσδιορίζεται ο ίδιος διατηρώντας ένα χαμηλών τόνων προφίλ, όπως κάνει μια ζωή-κι ας έχει κι αυτό το κόστος του-ο Δημήτρης Καταλειφός έχει μια πραγματικά σημαντική διαδρομή με υπέροχες ερμηνείες που έχουν σφραγίσει φιλμ (αλήθεια μπορεί κανείς να φανταστεί άλλον ηθοποιό στα «Πέτρινα χρόνια» του Βούλγαρη;) και θεατρικές παραστάσεις, για αυτό και μόνο το όνομα του σε μια «μαρκίζα» αρκεί για να σηκώσει ψηλά τον καλλιτεχνικό πήχη μιας νέας παραγωγής. Όπως ας πούμε και στους «Πέρσες» του καλού σκηνοθέτη Χρήστου Θεοδωρίδη, πρωτάρη στην ιερή Επίδαυρο απ’ όπου θα ξεκινήσει η παράσταση στις 3 και 4 Ιουλίου, όπου ο Καταλειφός θα είναι ο Δαρείος, η Μαρία Ναυπλιώτου η Άτοσσα και ο Αναστάσης Ροΐλός ο Ξέρξης.
Να ξεκινήσουμε με το έργο. Γράφτηκε το 1997 από τον Ουίλιαμ Λους, ο οποίος έχει γράψει επίσης μια βιογραφία σε μορφή θεατρικού για την ποιήτρια Έμιλι Ντίκινσον. Δεν το γνώριζα, μου το έδωσε ο Φοίβος Σαμαρτζής, ο οποίος είναι ένας νέος ηθοποιός και σκηνοθέτης. Είχαμε γνωριστεί στο Studio Μαυρομιχάλη και είναι ένα παιδί που εκτιμώ ιδιαίτερα και, θα έλεγα, αγαπώ. Είπαμε να κάνουμε κάτι παρέα προς το τέλος της χρονιάς και προέκυψε αυτό, ένα έργο με δύο πρόσωπα, τον Τζον Μπάριμορ, τον ηθοποιό που ήταν διάσημος στην Αμερική τις δεκαετίες ’20 και ’30 (πέθανε το ’42) και τον υποβολέα του. Είναι μια φανταστική συνθήκη που επινοεί ο συγγραφέας όπου ο Μπάριμορ, νοιώθοντας ότι πλησιάζει προς το τέλος της ζωής του, θέλει να επιστρέψει σε έναν ρόλο που είχε κάνει και άξιζε τον κόπο, γιατί είχε αναλωθεί σε πολλά πράγματα που δεν τα πίστευε. Τον βρίσκουμε λοιπόν στην πρόβα όπου προσπαθεί να δει αν μπορεί να θυμηθεί αλλά και να ξαναπαίξει τον Ριχάρδο τον Γ’ που είχε υποδυθεί κάποτε με επιτυχία. Θέλει να το ξανακάνει και για να δικαιωθεί στο κοινό αλλά και στον ίδιο του τον εαυτό. Σαν μια πράξη μεταμέλειας για τις, σε πολλά εισαγωγικά, «αμαρτίες» καλλιτεχνικές και άλλες.
Μια παράσταση που είναι, ανάμεσα σε άλλα, και ένα θεατρικό πορτρέτο σας δημιουργεί ως ηθοποιό ένα μεγαλύτερο πεδίο εγγύτητας; Βέβαια, επειδή είναι ηθοποιός και μάλιστα σε μεγάλη ηλικία, που βρίσκεται κοντά στον επίλογο ας πούμε της πορείας του, όπως κι εγώ. Όλα αυτά, με ευαισθητοποιούν και με συγκινούν γιατί πάντα είναι ένα ερώτημα το πώς τελειώνει κανείς μια πορεία που ξεκινάει στα νιάτα του με όνειρα, επιθυμίες, φιλοδοξίες, κτλ, και πώς καταλήγει όταν πια φτάνει αισίως σε μεγάλη ηλικία, όπως και εγώ στα 72 που είμαι τώρα. Πάντα με συγκινεί το «προς το τέλος» των ανθρώπων. Ενός ηθοποιού ακόμα περισσότερο.

Αν συνοψίζαμε το έργο σε λέξεις κλειδιά αυτές θα ήταν άνοδος, πτώση, δόξα, φθορά. Κλασικό μοτίβο που πραγματεύεται η τέχνη διαχρονικά και που μου φέρνει στο μυαλό κατευθείαν μία από τις καλύτερες δημιουργίες με αυτή τη θεματική, την ταινία «Η λεωφόρος της δύσης» του Μπίλι Γουάιλντερ με την Γκλόρια Σουάνσον. Είναι αυτή η κατάρα των ηθοποιών; Η δυσκολία συμβιλίωσης με τον χρόνο, με την φθορά, με την λησμονιά. Τι σκέψεις σας δημιουργούν όλα αυτά τα ερωτήματα; Ακριβώς αυτό. Κάθε άνθρωπος μεγαλώνοντας περνάει αυτή τη δύσκολη φάση του απολογισμού, θα αναλογιστεί τι έκανε λάθος, τι σωστό. Έχω την αίσθηση ότι για τον ηθοποιό, επειδή εκτίθεται μπροστά στο κοινό, είναι μια διπλή πληγή. Δηλαδή ο ηθοποιός δεν περνάει απλά την κρίση αλλά είναι και λίγο σαν να λογοδοτεί, π.χ. για το πώς ήταν, το πώς έγινε. Τον βλέπει το κοινό και λέει «κοίτα πώς είναι αυτός, κοίτα πώς γέρασε». Σαν να ζει εις διπλούν αυτή τη δύση, όπως είπατε πολύ σωστά. Αυτό από τη μία έχει μεγαλύτερη πικρία. Από την άλλη, βλέπεις ηθοποιούς, οι οποίοι αντέχουν από άποψη υγείας και συνεχίζουν και παίζουν ακόμα κι αν έχουν μεγαλώσει. Μου έρχεται στο μυαλό ο Γιώργος Κωνσταντίνου, ο οποίος, όπως έχω διαβάσει σε συνεντεύξεις του, λέει ότι αυτό που τον κρατάει στη ζωή του είναι το θέατρο ή ότι εάν δεν έπαιζε δε θα υπήρχε πια. Θέλω να πω παίζει ρόλο και πώς αντιλαμβάνεται κάθε ηθοποιός τη δύση του. Ισχύει και για τους ηθοποιούς ό,τι και για τους άλλους ανθρώπους. Άλλοι συμφιλιώνονται με αυτή τη δύση, άλλοι πληγώνονται βαθύτατα.
Εσείς σε ποια πλευρά ανήκετε; Ποια είναι η υπαρξιακή σας αγωνία; Εγώ αυτό το ζω αντιφατικά.
Δηλαδή; Άλλες στιγμές με στενοχωρεί πάρα πολύ, όταν για παράδειγμα παρουσιάζεται κάποιο θέμα υγείας, όταν βλέπεις ότι αλλάζει το σώμα σου, τα κιλά σου, οι διαθέσεις σου. Άλλες στιγμές το βλέπω πιο ήρεμα και λέω στον εαυτό μου ότι «όπως όλοι γερνάνε ήρθε και η δική σου στιγμή». Δηλαδή πάει κι έρχεται αυτό το συναίσθημα, δεν έχω μια μόνιμη στάση, ακόμα είμαι σε μια αντίφαση, δεν ξέρω που θα οδηγηθώ αργότερα, αν θα υπάρξει αργότερα, αλλά προς το παρόν είναι αντιφατικό.
Πού στρέφετε όμως, το βλέμμα σας περισσότερο; Πίσω στο χρόνο ή μπροστά στο μέλλον; Κι αυτό γίνεται πολύ αντιφατικά. Υπάρχουν πάρα πολλές στιγμές που νοσταλγείς ή θυμάσαι ή που σου λείπουν άνθρωποι, γιατί δεν είναι μόνο ότι μεγαλώνεις εσύ είναι ότι χάνονται φίλοι σου ή παθαίνουν μια θλίψη από την οποία δεν βγαίνουν. Θέλω να πω δεν είναι εντελώς ατομικό το ζήτημα, είναι και το πώς αλλάζει ο στενός κύκλος. Όλα αυτά λοιπόν πολύ συχνά σου φέρνουν θλίψη και μελαγχολία, θυμάσαι στιγμές που έζησες με αυτούς τους ανθρώπους. Άλλοτε πάλι, όταν θέλεις να πάρεις τα πάνω σου σκέφτεσαι ποιο έργο θέλεις να παίξεις του χρόνου και να αρχίσεις να κάνεις πρόβες που είναι μια σκέψη προς τα εμπρός. Για να το πω πιο απλά, είναι ένας αγώνας, μια πάλη που κάνει ο άνθρωπος στα 72 του χρόνια ας πούμε, όπου βρίσκεται με το ένα πόδι προς τα πίσω και το άλλο προς τα εμπρός. Αυτό είναι η πιο γνήσια αυθεντική απάντηση που μπορώ να δώσω. Ένα πήγαινε- έλα.
Ο Μπάριμορ λέει κάποια στιγμή «ένας άνθρωπος γερνάει όταν αρχίζει να μετανιώνει αντί να ονειρεύεται». Νομίζω ότι αυτή η φράση περιγράφει αυτό το μεταίχμιο για το οποίο μιλάτε. Υπάρχουν στιγμές που μετανιώνεις, υπάρχουν στιγμές που ονειρεύεσαι. Εγώ βρίσκομαι σε αυτό το μεταίχμιο.

Ο Μπάριμορ στο έργο επιχειρεί να ξαναπαίξει τον Ριχάρδο τον Γ΄, τον ρόλο που του χάρισε μια από τις μεγαλύτερες θεατρικές του επιτυχίες. Εσείς αν ξεχωρίζατε έναν ρόλο ποιος θα ήταν αυτός; Ποιος θα θέλατε να είναι το δικό σας αποτύπωμα; Αυτό είναι πάρα πολύ σχετικό γιατί το θέατρο ήταν παλιότερα μια πάρα πολύ εφήμερη τέχνη κι ό,τι έμενε ήταν στη μνήμη ορισμένων ανθρώπων που πολλοί από αυτούς είναι συνομήλικοι μου. Ίσως κάποιοι θυμούνται τις παραστάσεις που κάναμε στη «Σκηνή», στο «Εμπρός», στο Απλό θέατρο του Αντύπα. Ο πιο ισχυρός αντίπαλος σε αυτή την κατηγορία είναι η εικόνα που αφήνει μια ταινία ή μια σειρά-κάποιος μπορεί τυχαία ή συνειδητά να ξαναδεί κάτι. Δηλαδή το «μοιραίο» του θεάτρου είναι ότι εναπόκειται στη μνήμη ορισμένων ανθρώπων που έτυχε να τους συγκινήσει ή να τους αρέσει μια παράσταση. Είναι πολύ αόριστο το τι μένει από το θέατρο. Τα τελευταία χρόνια βέβαια, ειδικά μετά την πανδημία, κινηματογραφούνται κάπως οι παραστάσεις αλλά με έναν τρόπο που δεν έχει καμία σχέση με την αληθινή ατμόσφαιρα μιας παράστασης, δεν αποδίδεται ποτέ το άρωμα της, συνήθως κινηματογραφείται βιαστικά, πρόχειρα, σε ένα βίντεο, σπάνια να γυριστεί πραγματικά καλά κάτι. Οπότε θα έλεγα ότι αν είναι να αφήσω κάποιο αποτύπωμα, που να σας πω την αλήθεια δεν με απασχολεί ιδιαίτερα, θα είναι από κάποια ταινία ή σειρά.
Από ποια; Σίγουρα τα «Πέτρινα χρόνια» του Παντελή Βούλγαρη είναι μια ταινία που «έγραψε» και το «Μινόρε της αυγής» από σίριαλ. Ίσως και ο «Θεόφιλος» του Λάκη Παπαστάθη για τους φιλότεχνους. Επίσης, οι «Νύφες» και το «Όλα είναι δρόμος» του Βούλγαρη, το «Δέκα» του Καραγάτση που έγινε στην τηλεόραση. Τώρα όσον αφορά στα θεατρικά μακάρι να έχω αφήσει κάποια καλή μνήμη σε κάποιους θεατές.
Στο σινεμά παρόλο που έχετε τόσο σημαντικές ερμηνείες σε εμβληματικές ταινίες ήσασταν πάντα πολύ επιλεκτικός. Θα μπορούσατε να έχετε κάνει περισσότερο σινεμά. Γενικά έχω ένα παράπονο με τον κινηματογράφο. Ενώ έπαιξα σε καλές ταινίες και πήρα και βραβεία, τα τελευταία τριάντα χρόνια δεν έχω καμία ιδιαίτερη πρόταση. Κι αυτό είναι κάτι που με έχει πικράνει. Θα ήθελα να είχα παίξει πιο πολύ στον κινηματογράφο. Λυπάμαι για αυτό. Είναι από αυτά που μετανιώνω, που λέγαμε προηγουμένως.
Πώς το εξηγείτε αυτό; Και γιατί λέτε ότι μετανιώνετε; Νιώθετε ότι έχετε και εσείς ευθύνη; Το λέω με την έννοια ότι ίσως θα έπρεπε να το έχω κυνηγήσει κι εγώ, να είχα προσεγγίσει κάποιους ανθρώπους και να ζητήσω να με πάρουν σε μια ταινία-γιατί κι αυτό παίζει στην Ελλάδα. Πρέπει, καλώς ή κακώς, να ανήκεις σε κάποιες παρέες κι εγώ δεν ανήκα ποτέ μου σε παρέες. Είχα πάντοτε μια πολύ μοναχική πορεία και αν μου τύχαινε κάτι, να με ζητήσει κάποιος, έχει καλώς. Δεν επεδίωκα ποτέ ας πούμε να με πάρει κάποιος.
Η μοναχική πορεία λοιπόν έχει κόστος. Ναι. Δεν μετανιώνω ακριβώς, απλώς σκέφτομαι εάν είναι τελικά η σωστότερη επιλογή. Δεν ξέρω. Τι να πεις, είναι και θέμα τύχης, συγκυρίας. Είναι ένα επάγγελμα που όσο πάνε τα χρόνια κι υπάρχει αυτός ο πληθωρισμός κι ο ανταγωνισμός, πρέπει λίγο να κυκλοφορείς, να είσαι θορυβώδης, να θυμούνται ότι υπάρχεις. Είναι σαν να ζητάει η εποχή λίγο περισσότερη φασαρία για να δηλώνεις την ύπαρξη σου, πράγμα το οποίο ποτέ δεν μου άρεσε, δεν ταιριάζει ούτε με την ιδιοσυγκρασία, ούτε με την ιδεολογία μου. Οπότε υφίσταμαι τις συνέπειες της επιλογής που έκανα.

Αυτό που δεν επιδιώκετε τη φασαρία και επιλέγετε αντίθετα έναν πιο μοναχικό δρόμο νομίζω το εκφράσατε τα τελευταία χρόνια που στραφήκατε στην ποίηση [έχουν εκδοθεί οι ποιητικές συλλογές «Συμπληγάδες γενεθλίων» (2020) και «Πίσω από τζάμια θολά» (2021), «Επί κλίνης κρεμάμενος» (2023) από τις εκδόσεις Πατάκης]. Ήταν ένα μεγάλο αποκούμπι και το οποίο μου λείπει πολύ, θα ήθελα να είχα χρόνο για να συνεχίζω να γράφω. Μεγαλώνοντας μου βγήκε αυτή η επιθυμία να μιλήσω και λίγο σαν Δημήτρης κι όχι σαν ηθοποιός κι αυτό ήταν μια διαδικασία που μου έδινε μεγάλη ευχαρίστηση. Ομολογώ ότι μου λείπει αλλά δεν μπορείς δυστυχώς να τα συνδυάζεις όλα γιατί το θέατρο απαιτεί τόση ενέργεια και η ποίηση απαιτεί τόση ησυχία και συγκέντρωση που είναι λίγο ασύμβατο, τουλάχιστον για εμένα, να τα κάνω και τα δύο ταυτόχρονα.
Σκέφτομαι τώρα που σας ακούω ότι αυτή η αντίφαση, από τη μία ο ηθοποιός που χρειάζεται το κοινό για να υπάρξει, και από την άλλη ο ποιητής που μπαίνει σε μια μοναχική διαδικασία, μήπως αυτά τα δύο άκρα είναι η δική σας ισορροπία; Πιθανότατα. Ωραία το θέτετε. Εμένα ιδανικά σαν ηθοποιός μου αρέσει να παίζω σε μια παράσταση, να κάνω ό,τι καλύτερο μπορώ, αλλά μετά θέλω να εξαφανίζομαι, δεν με ενδιαφέρει το πριν και το μετά αυτών των πραγμάτων, οι συνεντεύξεις, οι τηλεοράσεις κτλ. Αυτό αναγκάζομαι και το κάνω για επαγγελματικούς λόγους, να προβάλλεται η δουλειά, δεν είναι κάτι που με ευχαριστεί.
Η αφοσίωση στο θέατρο προϋποθέτει και στερήσεις; Δεν ξέρω εάν είναι σωστή η λέξη «στερήσεις». Πάντως ενώ ένας συγγραφέας ή ένας σκηνοθέτης έχει και διαστήματα ξεκούρασης, ο ηθοποιός αντιμετωπίζει τη δυσκολία να κάνει κάθε μέρα επί πολλούς μήνες κάτι απαιτητικό, στην ουσία δουλεύει σαν εργάτης κάθε βράδυ όπου πρέπει να μην έχει κρυώσει, να μην έχει φάει πολύ, να μην έχει πιει, πολλά να μην. Με αυτή την έννοια θέλει μια πειθαρχία. Αλλά πέρα από αυτό, η ησυχία και η συγκέντρωση, ιδιαίτερα όταν ετοιμάζεις κάποιον ρόλο, είναι απαραίτητη γιατί μαζεύεις την ενέργεια σου και το βλέμμα σου σε κάτι που δεν μπορεί να διακόπτεται κάθε τόσο από άλλα πράγματα, για να μπορέσεις να αφοσιωθείς στο να ονειρευτείς έναν ρόλο ή μια παράσταση. Αυτό θέλει συγκέντρωση, θέλει ταυτόχρονα και μια επαφή με τον έξω κόσμο γιατί μπορεί να σου δώσει έμπνευση, να σε τροφοδοτήσει. Απαιτεί πάντως, μια ισορροπία μεταξύ κοινωνικότητας και μοναχικότητας. Εμένα για να καταλάβετε ενώ μου αρέσει η μοναχικότητα πηγαίνω μια φορά την εβδομάδα ή δύο και βλέπω σαράντα μαθητές και κάνουμε μαθήματα στη σχολή που είναι η αποθέωση της κοινωνικότητα εκεί, πρέπει να επικοινωνήσεις με τα παιδιά, να τα βοηθήσεις, να μιλάς ακατάπαυστα. Θέλω να πω δεν είναι ότι ζω εντελώς μοναχικά. Ανάλογα με την περίσταση είμαι κι εγώ.
Υπερβολές κάνατε ποτέ στη ζωή σας; Ο χαρακτήρας που υποδύεστε ας πούμε, ο Μπάριμορ ανήκε σε μια οικογένεια που εκτός από το κληρονομικό δικαίωμα στην υποκριτική, ήταν και σαν να περνούσε από γενιά σε γενιά και το μικρόβιο του αλκοόλ. Εσείς είχατε πάθη; Ήταν τρομερό και πολύ καταστροφικό για αυτή την οικογένεια το αλκοόλ. Το δικό μου μεγαλύτερο πάθος υπήρξε το κάπνισμα. Κάπνιζα πάρα πολύ -τρία πακέτα την ημέρα- μέχρι που ήρθε να με τιμωρήσει στον κορωνοΐό γιατί έκανα μια εγχείρηση στον λαιμό που είχε μεγάλη σχέση με το κάπνισμα και από τότε το έκοψα μαχαίρι. Μου αρέσει πού και πού το κρασάκι, αλλά δεν έχω καμία εξάρτηση από το αλκοόλ.
Αναγνωρίζετε σήμερα στοιχεία από τον νεότερο εαυτό σας, τον Καταλειφό της εποχής της «Σκηνής» και του «Εμπρός»; Πολύ συχνά. Η ψυχή μας είναι πολλές φορές τόσο ίδια με αυτό που είμασταν στα δεκαοκτώ και στα είκοσι. Το σώμα είναι αυτό που αρνείται και σου λέει «σύνελθε δεν είσαι αυτό που ήσουνα» αλλά η ψυχή πολλές φορές πεταρίζει, ενθουσιάζεται, απογοητεύεται. Σαφώς σε αυτό που είμαι σήμερα υπάρχει ο Δημήτρης της δραματικής σχολής. Όταν μου λένε καμιά φορά «εσείς οι ηθοποιοί είστε έμπειροι», τους κοιτάζω, δεν το καταλαβαίνω. Αισθάνομαι ακριβώς όπως τότε στη δραματική σχολή, έχω το ίδιο τρακ σχεδόν κάθε ημέρα. Δεν καταλαβαίνω τι θα πει πείρα. Μάλλον πείρα είναι να καταλαβαίνεις ότι δεν έχεις πείρα. Ότι όλα ξεκινούν από το μηδέν κάθε ημέρα, ότι τίποτε δεν χαρίζεται. Πείρα δεν σημαίνει ότι έχεις ένα κουμπί και το πατάς και μπαίνεις στον αυτόματο πιλότο. Δυστυχώς δεν είναι τόσο απλό.
Η χρονική απόσταση λέτε ότι λειαίνει ή αμβλύνει τις γωνίες μιας διαδρομής; Κοιτώντας πίσω σε τι στέκεστε; Στα νεανικά και τα παιδικά χρόνια. Και πιο πολύ στα παιδικά χρόνια που διατηρούσαν όλη αυτή τη μαγεία. Εγώ πιστεύω γενικότερα ότι όλη μας η ζωή είναι όσο αντέχουν οι ψευδαισθήσεις μας. Όσο αντέχουν, κινούμαστε, προσπαθούμε, παλεύουμε, πασχίζουμε. Όταν μεγαλώνουμε αρχίζουν λίγο και ατονούν μέχρι που κάποια στιγμή εξαφανίζονται και βλέπουμε κατάματα το μάταιο της ύπαρξης μάς. Στα παιδικά χρόνια που υπήρχε όλη αυτή η μαγεία να στήνεις όνειρα και ψευδαισθήσεις, να βλέπεις πρώτη φορά χιόνι, πρώτη φορά κινηματογράφο, να κάνεις τις πρώτες σου φιλίες, να ερωτεύεσαι πρώτη φορά, όλα αυτά που συμβαίνουν στα παιδικά χρόνια είναι η ωραιότερη σχέση μας με το σύμπαν γιατί υπάρχει αυτό το καταπληκτικό πράγμα με το οποίο μας προικίζει η φύση, το σύμπαν, ο θεός, δεν ξέρω τι, που είναι να μπορούμε να τρέφουμε ψευδαισθήσεις και όνειρα. Αυτό νοσταλγώ περισσότερο. Προσπαθώ αυτές οι ψευδαισθήσεις να μην ατονήσουν πλήρως. Θέλει μια γυμναστική των ψευδαισθήσεων. Αυτό μου αρέσει για τίτλος ποιήματος: «Η γυμναστική των ψευδαισθήσεων».

Τι είδους ηθοποιός είστε; Μακάρι να ήξερα. Σίγουρα ένας ηθοποιός που ό,τι κάνει, το κάνει με αγάπη. Δεν έχω πάρει ποτέ κάποιο ρόλο που δεν μου αρέσει μόνο για να βγάλω χρήματα ή γιατί θα με συνέφερε επαγγελματικά. Πάντα υπάρχει ένα ερωτικό στοιχείο, που είναι και μια αθωότητα. Είναι καλές κι ευγενικές οι προθέσεις μου.
Το καλοκαίρι θα είστε ο Δαρείος στους «Πέρσες» του Αισχύλου που σκηνοθετεί ο Χρήστος Θεοδωρίδης. Αυτό είναι λίγο μια υπερβολή-με την έννοια ότι πέφτουν όλα ταυτόχρονα. Έχω δει παραστάσεις του Χρήστου Θεοδωρίδη που μου άρεσαν πάρα πολύ κι όταν μου έγινε η πρόταση σκέφτηκα ότι θα ήταν πολύ κρίμα να χάσω τη δυνατότητα να συνεργαστώ με έναν τόσο ταλαντούχο νέο σκηνοθέτη, κι είπα «ας κουραστώ, δεν πειράζει, θα το κάνω». Πραγματικά έχει πέσει πολύ φόρτο με αυτά τα δύο έργα, ελπίζω να τα βγάλω πέρα.
Είναι κλισέ αλλά δεν γίνεται να το μην το επισημάνουμε ή να το θέσουμε διαφορετικά. Είναι φοβερό πώς τα κείμενα αυτά συνομιλούν με το σήμερα. Δεν θα σταματήσουμε ποτέ να θαυμάζουμε τη διαχρονικότητά τους. Ειδικά οι «Πέρσες» είναι ένα αριστουργηματικό έργο και επειδή ζούμε αυτόν τον παράλογο, φρικαλέο πόλεμο που γίνεται στην Περσία, είναι πιο επίκαιρο από ποτέ. Αλλά εδώ, κι αυτό είναι σημαντικό να το πω, η μεγαλοσύνη του Αισχύλου έγκειται στο ότι σκέφτηκε να γράψει ένα έργο από την πλευρά των ηττημένων για να μιλήσει για τον παραλογισμό του πολέμου. Και ενώ θα μπορούσε να ήταν ένα νικητήριο έργο- όπως στα ποδόσφαιρα που ουρλιάζουμε και λέμε τι σπουδαίοι είμαστε όταν κερδίζουμε- αυτός είχε την ανθρωπιά, πάνω μάλιστα στη μεγάλη ακμή της Αθήνας, να γράψει για την πλευρά των ηττημένων, με βαθιά ευαισθησία και ανθρωπιά. Οι «Πέρσες» είναι από τα σπουδαιότερα έργα του ανθρώπινου πολιτισμού. Όχι μόνο ως έργο αλλά και ως επιλογή από τον συγγραφέα της χώρας που νίκησε τον πόλεμο, στον οποίο μάλιστα πολέμησε και ο ίδιος. Υποκλινόμαστε στον Αισχύλο.
Η παράσταση «Barrymore: Ο άνθρωπος πίσω από τον θρύλο» παίζεται στο θέατρο «Άνεσις» από Πέμπτη έως Κυριακή. Πρεμιέρα στις 30/4.
Οι «Πέρσες» του Αισχύλου σε σκηνοθεσία Χρήστου Θεοδωρίδη θα παρουσιαστούν στο Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου στις 3 & 4 Ιουλίου στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών.