Άγγελος Παπαδημητρίου στο ΚΛΙΚ: «Επανάσταση είναι να είσαι ο εαυτός σου»
© EUROKINISSI/ ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΝΑΓΟΠΟΥΛΟΣ

Άγγελος Παπαδημητρίου στο ΚΛΙΚ: «Επανάσταση είναι να είσαι ο εαυτός σου»

Μικρός φανταζόταν ότι ο Προυστ έτρωγε σταφίδες από το εργοστάσιο του παππού του, μεγαλώνοντας είχε την «σκανδαλώδη τύχη» να γνωρίσει σημαντικές μορφές της ελληνικής διανόησης και πορεύτηκε σε όλη του τη ζωή με τις σκέψεις του ανοιχτές προς την μεγάλη τέχνη.

Τον πήρα τηλέφωνο βράδυ Κυριακής να κανονίσουμε το ραντεβού μας. “Πότε μπορείτε να τα πούμε;» τον ρώτησα. “Σήμερα, τώρα είναι μια καλή ώρα, είμαι ελεύθερος”, μου είπε αυθόρμητα, αιφνιδιάζοντας με. Όχι δεν γίνεται έτσι, αμύνθηκα βιαστικά, να προετοιμαστώ και λίγο. “Με μένα δεν χρειάζεσαι καμία προετοιμασία”, γέλασε, κι αυτό ακούστηκε το πιο φιλικό πράγμα που μπορεί να σου πει καλλιτέχνης που δεν έχεις ξανασυναντήσει. Δεν είχε άδικο. Πήγα στη συνάντηση που κανονίσαμε μετά από λίγες ημέρες, με έναν σκασμό ερωτήσεις, τις οποίες άφησα να χάσκουν υπομονετικά στο μικρό σημειωματάριο μου. Είναι τόσο ταλαντούχος συνομιλητής ο Άγγελος Παπαδημητρίου. Φαντάζομαι ότι θα είναι και καλός ακροατής σε άλλη συνθήκη, στην παρέα με τους φίλους του. Ναι, του ταιριάζει να τους ακούει με νοιάξιμο και τρυφερότητα. Η κουβέντα πάντως, μαζί του είναι σαν να σε χτυπά δροσερό αεράκι ντάλα μεσημέρι. Έχει κι αυτή την αύρα αστικής φιγούρας σαν από άλλη εποχή. “Θέλω να σε βγάλω κάπου ωραία” μου είχε πει, πάλι σε εκείνο το πρώτο, αναγνωριστικό τηλεφώνημα, με μια ιπποτική ευγένεια που δε συναντάς πια συχνά. Διατηρήσαμε αμφότεροι τον πληθυντικό, σαν έναν άγραφο κώδικα σεβασμού, καθ’ όλη τη διάρκεια της συζήτησης.

Δες περισσότερα άρθρα μας στις αναζητήσεις
Πρόσθεσε το ΚΛΙΚ στη Google

Η συνέντευξη αυτή θα μπορούσε να γίνει με πολλές αφορμές, όσες και οι όψεις της πολύπτυχης παρουσίας του στον πολιτισμό. Εικαστικός, ηθοποιός, μουσικός και συγγραφέας πλησιάζει με μία έννοια αυτό που στην Αναγέννηση όριζαν ως hommo universalis για τους πολυτάλαντους και ευρυμαθείς. Ο ίδιος αποδίδει την εξέλιξη και τις επιτυχίες του, και κυρίως την ωραία ζωή του και τα όμορφα παιδικά χρόνια, στην  τύχη- λέξη που επανήλθε αρκετές φορές στην ροή του λόγου του. Την «μελετάει» την καλή του τύχη, όπως και τους γονείς του για τους οποίους μιλάει με γλύκα και καμάρι.  Τα είπαμε λίγες ημέρες πριν από την πρεμιέρα της παράστασης «Τζένη-Τζένη. Ένα ηλιόλουστο ρέκβιεμ» που σκηνοθετεί ο Νίκος Καραθάνος και θα ανέβει στις 23 Απριλίου στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά και είναι εμπνευσμένη από την κλασική κωμωδία των Γιαλαμά-Πρετεντέρη, την ταινία «Τζένη, Τζένη» (1966). Ο Άγγελος Παπαδημητρίου υποδύεται την Ματίνα Σκούταρη, αδερφή του Κοσμά Σκούταρη που παίζει ο Νίκος Καραθάνος. Στην ταινία της Φίνος Φιλμ τους ρόλους είχαν υποδυθεί η Ελένη Ζαφειρίου και ο Διονύσης Παπαγιαννόπουλος, αντίστοιχα. Το υπόλοιπο καστ είναι οι Γαλήνη Χατζηπασχάλη, Χρήστος Λούλης, Χάρις Αλεξίου, Κώστας Μπερικόπουλος, Ζέτα Μακρυπούλια, Ιωάννα Μαυρέα, Γιάννης Κότσιφας, Αλέξανδρος Σκουρλέτης, Ιωάννα Μπιτούνη.

Σας έφεραν είδα με μηχανή, κατευθείαν από την πρόβα. Γενικά με τι κυκλοφορείτε στην πόλη; Ο πατέρας μου ήταν ένας εξαιρετικός οδηγός- είχε τρία αυτοκίνητα- και επεχείρησε να με μάθει να οδηγώ από 14-15 ετών. Με έβαζε λοιπόν από το ένα παράθυρο κι εγώ έβγαινα από το άλλο. Ήταν πολύ ευγενής άνθρωπος, δεν με πίεσε. Είχε βοηθήσει ανάπηρους ανθρώπους να μάθουν να οδηγούν. Έναν φίλο μας δικηγόρο που είχε πολιομυελίτιδα τον έμαθε να οδηγεί. Ήταν το μεράκι του. Μου είχε πει «παιδί μου δεν έχεις ταλέντο για οδήγηση. Σου εύχομαι να έχεις πάντα λεφτά να παίρνεις ταξί». Η ευχή του πατέρα μου έπιασε. Κυκλοφορώ με ταξί και, οπωσδήποτε, με τα μέσα μαζικής μεταφοράς. ‘Εχω απώθηση για την οδήγηση.

Τι τύπος συνοδηγού είστε; Ο συνοδηγός πρέπει να είναι παρατηρητικός και καλή παρέα για τον οδηγό. Είμαι ο καλύτερος συνοδηγός. Όλοι οι φίλοι μου θέλουν να κάνουν ταξίδια με εμένα γιατί βοηθάω, ξέρω τα σήματα, τους μιλάω και τους διασκεδάζω για να μην κοιμηθούν. Αργότερα στη ζωή μου κατάλαβα γιατί έχω απώθηση με την οδήγηση, σαν να με έσωσε το ένστικτο μου. Ξέρετε τι παθαίνω; Δεν μου συμβαίνει συχνά αλλά μπορώ να χαθώ στις σκέψεις μου για δέκα λεπτά. Όταν ήμουν στο «Μπαμπά μην ξαναπεθάνεις Παρασκευή» με κουβαλούσαν ως νεκρό και ξαφνικά μια μέρα με αφήνουν και με ξανασηκώνουν. Και ρώτησα «ρε παιδιά γιατί με ξανασηκώσατε κατευθείαν;». Μου είπαν «μα τέλειωσε η σκηνή». Είχε περάσει ο χρόνος, κάποια λεπτά, και δεν είχα καταλάβει τίποτα. Φοβόμουν ως οδηγός μήπως δεν είμαι καλός. Μην προξενήσω κάποιο ατύχημα.

Αυτό δείχνει και επίγνωση και ένα ισχυρό ένστικτο αυτοπροστασίας. Όχι μόνο για εμένα, αλλά και για τους άλλους. Από μικρός προσπαθούσα να μην είμαι επιθετικός. Και για αυτό πήγα και στον στρατό. Το ’74 που πήγα εγώ, δεν πήγαινε κανένας φίλος μου. Ήταν 30 νεκροί μήνες από τη ζωή μας ο στρατός.

Γιατί δεν ψάξατε τρόπο να το αποφύγετε όπως οι φίλοι σας; Για να μην εναντιωθώ σε κάτι που είναι για όλους. Δεν μου άρεσαν ποτέ τα προνόμια. Ήθελα να ακολουθώ την μοίρα των άλλων.

Μεγαλώσατε με προνόμια ή με στερήσεις; Με προνόμια, ήμουν το παιδί των προνομίων. Είχα τους καλύτερους γονείς που υπάρχουν στον κόσμο, τους πιο όμορφους, τους πιο υγιείς, με μόρφωση και άνεση. Νομίζω ότι μεγάλωσα σε ένα πολύ σπάνιο περιβάλλον για την Ελλάδα.

Στην αγκαλιά της μητέρας του

Είχατε μεγάλη τύχη λοιπόν να γεννηθείτε σε μια τέτοια οικογένεια. Ναι, κι αυτό με έκανε να έχω ένα κράτημα απέναντι σε αυτούς που ήταν πιο άτυχοι. Ήθελα να το ισοφαρίσω με έναν τρόπο, να πάω με την μοίρα των πολλών.

Σαν τρικλοποδιά στον ίδιο σας τον εαυτό μου ακούγεται. Μου βγήκε σε καλό. Αυτό με βοήθησε να πάρω μια εσωτερική φόρα.

Για να σκέφτεστε έτσι, θα έπαιξαν κάποιο ρόλο οι αρχές που σας έδωσαν οι γονείς σας. Πώς σας μεγάλωσαν; Αυτοί οι άνθρωποι φέρονταν σαν να ήξεραν τις τελευταίες λέξεις της παιδαγωγικής. Ας πούμε, θυμάμαι μία φορά, ήμουν 6-7 χρονών, είχαμε κάνει μια τεράστια ζημιά στο σπίτι και ρωτά η μητέρα μου τον πατέρα μου «Νίκο δε θα μαλώσεις, δε θα δείρεις τον Άγγελο;». Κι αυτός της απαντά «ευχαρίστως να τον δείρω, αλλά πού θα σταματήσω; Αν τον σκοτώσω;». Δεν μας άγγιξαν ποτέ. Έμαθα ότι πρέπει να βλέπουμε τις συνέπειες μιας πράξης, μετράω πάντα την αλληλοεπίδραση των γεγονότων.

Σας βγήκε σε καλό αυτό; Πολύ. Η πηγή της ευτυχίας και της τύχης είναι ότι κοιτούσα πάντα τους άλλους. Είχα ταλέντα πολλά. Τα άφησα να πάνε μόνο τους. Στον στρατό δεν δέχτηκα μέσον για να είμαι κάπως καλύτερα και πιο κοντά στο σπίτι, κι έτσι βρέθηκα στη Σάμο.

Την εποχή που ήταν φαντάρος

Και τι καλό βγήκε από εκεί; Γνώρισα την κεραμεική, στα καλύτερα εργαστήρια, και βεβαίως, είχα την τιμή να γνωρίσω τον Γιάννη Ρίτσο. Η κεραμεική ήταν η καλλιτεχνική μου γλώσσα. Εκεί λοιπόν στη Σάμο, σε εργαστήριο του Κοντορούδα συγκινήθηκα από το υλικό, εκεί ήρθε και η γυναίκα του Ρίτσου η οποία ήθελε κάτι τασάκια για το γραφείο, τα έφτιαξα και γνωριστήκαμε. Είχα την τιμή να συζητήσω αρκετές φορές με τον Ρίτσο. Σκεφτείτε τι ήταν αυτό για ένα παιδί 23 χρονών!

Φαντάζομαι σας καθόρισε η γνωριμία με ένα τέτοιο μέγεθος. Κατάλαβα τα μεγέθη και κατάλαβα και τους μύθους. Το μεγαλύτερο μάθημα δεν το πήρα από αυτά που μου είπε ο Ρίτσος, αλλά από την ίδια την προσωπικότητα του. Περίμενα να δω έναν πολέμαρχο με γενιά και μαλλιά ζωσμένο με φυσικλίκια γιατί είχαμε μάθει ότι έτσι ήταν ο Ρίτσος. Και ξαφνικά βλέπω τον πιο φίνο άνθρωπο που είχα δει στη ζωή μου, τον πιο κομψό, τον πιο καλλιεργημένο. Έπεσαν τα ταμπού αμέσως. Κατάλαβα τι σημαίνει προπαγάνδα, παραπληροφόρηση, μέγεθος. Είχε μόλις τελειώσει η χούντα. Αυτά είναι μαθήματα ζωής που δεν διδάσκονται από δάσκαλο, τα ζεις.

Την χούντα πώς την ζήσατε; Σαν παραμύθι, ήμουν πολύ μικρός. Το ’67 ήμουν δεκαπέντε χρονών. Είχα στα εικαστικά ένα ταλέντο που έβγαζε μάτι. Είχε προκηρυχθεί ένας πανελλήνιος διαγωνισμός νεολαίας για αφίσα για τη χούντα. Κι εγώ, ένα παιδί απληροφόρητο κι αθώο, φτιάχνω την Ελλάδα σε προοπτική και ένα χέρι, με το μανικετόκουμπο να είναι το πουλί της επανάστασης της χούντας, να κρατάει ένα ποτιστήρι και να ποτίζει την Ελλάδα και όπου έπεφταν σταγόνες έβγαιναν άνθη. Το βλέπει ο πατέρας μου και λέει στη μάνα μου «κοίταξε τι ταλέντο έχει» και αμέσως μετά το έσκισε. «Εσύ είσαι φτιαγμένος για πολύ μεγαλα πράγματα, μην μπλέκεις με αυτούς, δεν είναι καλοί άνθρωποι», μου είπε. Έμεινα άναυδος. Η κίνηση του δεν ήταν καθόλου βίαιη, έσκισε το χαρτί απαλά. Αυτός ήταν ο τρόπος του πατέρα μου. Διά του παραδείγματος. Γενικά πιστεύω δε θέλει πολύ φιλολογία ένα παιδί, τα βασικά και να είναι ξεκάθαρα.

Σας μεγάλωσαν λοιπόν με σύνεση και αγάπη. Ναι και το σπουδαιότερο, είχαν αγάπη μεταξύ τους. Δεν είμασταν δηλαδή εμείς το αποκούμπι τους. Ο έρωτας τους ήταν ο έρωτας τους. Τα παιδιά τους ήταν τα παιδιά τους.

Μιλάει για τους γονείς του με καμάρι

Στην Αθήνα ζούσατε; Ναι αλλά πήγα και ενάμιση χρόνο σχολείο στη Στυλίδα. Ακολουθούσαμε τον πατέρα μου στις δουλειές του-η μάνα μου δεν τον άφησε ποτέ μόνο του. Ήταν επιχειρηματίας. Είχαμε εργοστάσιο σταφίδας και αργότερα εσπεριδοειδών. Ο παππούς μου έκανε εξαγωγή σταφίδας από το 1800. Αλλά κι αργότερα που χάθηκε η περιουσία, μια χαρά είμασταν.

Είπατε εσπεριδοειδή. Η μυρωδιά τους σήμερα σας πάει πίσω στα παιδικά σας χρόνια; Το ξεφλούδισμα ας πούμε ενός πορτοκαλιού.

Βεβαίως γιατί το εξοχικό σπίτι ήταν μέσα σε έναν πορτοκαλαιώνα, είχε και λουλούδια, είχε αηδόνια-μεγάλης τύχης πράγματα αυτά. Δεν μπορώ να μην θυμηθώ τις θείες μου που κάνανε γλυκά του κουταλιού, αριστουργήματα. Η μυρωδιά των λεμονιών την άνοιξη μου δημιουργεί την αίσθηση ότι είμαι στον παράδεισο. Αλλά και η σταφίδα. Σκεφτόμουν αργότερα ότι στα μυθιστορήματα του Προυστ οι σταφίδες ήταν από το εργοστάσιο του παππού μου στην Κορινθία. Φανταζόμουν ότι ο Προυστ έτρωγε τις δικές μας σταφίδες.

Τι ωραία σκέψη, καλλιτεχνική. Είχα πάντα ανοιχτές τις σκέψεις μου προς την μεγάλη τέχνη. Μεγάλωσα σε ένα περιβάλλον πολύ καλό, ήταν οικογενειακοί μας φίλοι ο Βασίλης Σκυλάκος, ο Κώστας Πανιάρας, ο Γιάννης Σπανός ο οποίος μας μιλούσε για την Μπριζίτ Μπαρντό στο Παρίσι.

Θυμάστε κάποια ιστορία; Έλεγε ότι όταν πρωτοείχε ραντεβού με την Μπαρντό στο περίφημο καφέ «Deux Magots» στο Παρίσι πήγε στην ώρα του στις 5 και την περίμενε αλλά αργούσε. Φαντάστηκε Μπαρντό είναι αυτή θα αργήσει. Όταν όμως, πήγε 7μμ είπε στους σερβιτόρους ότι περίμενε την Μπαρντό και αυτοί του την έδειξαν να κάθεται σε ένα τραπεζάκι και είχε πάει στην ώρα της, από τις 5. Ήταν σαν κοριτσάκι και δεν την κατάλαβε. Επίσης, οι θείες μου είχαν γλιτώσει στην κατοχή από την πείνα την Μαρία Κάλλας και την μάνα της. Άκουσα διηγήσεις από πρώτο χέρι, αρνητικές που εγώ μετέτρεπα σε θετικές. Πιστεύω ότι πάντοτε οι καλλιτέχνες αντιμετωπίζουν ενθρότητα, σαν να είναι επικίνδυνοι. Μια τέτοια εχθρότητα αντιμετώπισε και η Κάλλας από τις θείες μου. Παρότι την φρόντισαν και την τάισαν, την έλεγαν κακό κορίτσι. Κι όταν στο τέλος είπα σε μια θεία μου «βρε θεία έπρεπε να πάρει την Τζάκι ο Ωνάσης και να μην πάρει την Κάλλας» μου είπε «βρε Άγγελε η Τζάκι είναι πρώτη κυρία της Αμερικής, η άλλη τι είναι; Μια τραγουδίστρια». Εγώ αυτά τα μετέτρεπα σε θετικά. Την «έπιανα» βέβαια την μικροαστική αντίληψη, την επεξεργάστηκα κι αργότερα στην τέχνη. Ό,τι έκανα είναι βγαλμένο από τη ζωή μου, δεν μπορούσα να διδαχτώ πράγματα.

«Κήποι, τραγούδια, τραπέζια, υγεία, χαρά, μαγειρικές, χαρές, παράδεισος», τα παιδικά του Πάσχα

Μιλήσατε πριν για μεγάλες πόρτες που σας άνοιξαν. Τελικά τις μεγάλες πόρτες τις ανοίγουν oι γνωριμίες, τα βιβλία, η επαφή με την τέχνη; Εγώ είχα μια σκανδαλώδη τύχη γιατί γνώριζα πάντοτε, χωρίς να κουνήσω το μικρό μου δαχτυλάκι, τους σημαντικότερους ανθρώπους στην Ελλάδα, την Βακαλό, τον Μαυροειδή, ιστορικούς τέχνης, κ.α. Βρέθηκα στα σαράντα μου ως εικαστικός στη Μπιενάλε Βενετίας. Κι όταν είπα «βαρέθηκα, θα κάνω θέατρο», σε έναν μήνα ήμουν πρωταγωνιστής στην Επίδαυρο. Δεν ήμουν κανάς καλλονός του θεάτρου, ένα απλό παιδί ήμουν αλλά με είδε ο Βουτσινάς και με έβαλε να κάνω πράγματα. Το ίδιο και ο Καραθάνος. Όταν μου πρότεινε να παίξω στην παράσταση του «Συρανό ντε Μπερζεράκ» δεν με γνώριζε, ούτε με είχε δει να παίζω. Τον ρώτησα τι ήθελε από εμένα και μου απάντησε στον πληθυντικό «θέλω την αύρα σας».

Σας παρακολουθώ στα social media… Συγγνώμη που σας διακόπτω, να σας πω ότι ήθελα να κάνω μια τέχνη, χωρίς λεφτά, φτηνή, σύγχρονη και σκέφτηκα το facebook. Και πραγματικά εκεί έχω μια παρουσία που έχει φίλους.

Εκτός από αυτά που φτιάχνετε ανεβάζετε και διάφορα απολαυστικά βίντεο, τις προάλλες, για παράδειγμα, κάνατε το τεστ νεότητας, όπως το ονομάσατε, όπου πρσπαθούσατε να δέσετε τα κορδόνια σας όρθιος. Σε μια εποχή που χρησιμοποιούμε τα social media για να πλασάρουμε επινοημένες προσωπικότητες, μήπως τελικά είναι εκκεντρικότητα το να είσαι ο εαυτός σου; Ναι έχει καταντήσει εκκεντρικότητα. Δεν βλέπετε το ξανθό χρώμα στα μαλλιά; Θα ντρεπόμουν αν ήμουν γυναίκα να έχω ξανθά μαλλιά. Έχουν όλες το ίδιο χρώμα. Ή αυτά τα φουσκωμένα χείλη. Λες και είναι υποχρεωμένος ο κόσμος να τα κάνει αυτά. Βλέπεις μια ομοιομορφία. Σαν να μην είναι ο εαυτός τους.

Άρα μια μικρή επανάσταση στις μέρες μας είναι το να είσαι ο εαυτός σου. Η πραγματική επανάσταση είναι να είσαι ο εαυτός σου, το είπατε τέλεια. Τι σου αρέσει πραγματικά, τι είναι δική σου ιδέα, τι σε ευχαριστεί. Σπάνια θα δείτε ευχαριστημένο άνθρωπο. Όλοι κάτι άλλο φαντάζονται ότι θέλουν. Δεν πειράζει. Ότιδήποτε είσαι μπορείς να βγάλεις χρυσό από το νταμάρι αυτό.

Εσείς είστε ευχαριστημένος; Πολύ.

Έχετε και τα παράπονα σας ; Ποτέ. Κανένα.

Πώς γίνεται; Ποτέ δεν έχω πει μου φταίει αυτός ή ο άλλος.

Μου δίνετε την αίσθηση ότι αντιμετωπίζεται τα πράγματα, τη δουλειά και τη ζωή σας, σαν παιχνίδι με χαρά. Μα υπάρχει άλλος τρόπος; Μπορείς να είσαι ευτυχισμένος και να είναι ο άλλος δίπλα σου δυστυχισμένος; Με ρώτησε κάποιος σε μια συνέντευξη αν ενοχλήθηκα που είδα την τάδε με το ποτήρι του καφέ στην κηδεία.

Εννοείτε στην κηδεία της Μαρινέλλας. Ναι. Απάντησα «δεν έχω χώρο στο μυαλό μου για τέτοια».

Υπάρχουν όμως, πράγματα που σας στενοχωρούν; Που σας χαλάνε την ημέρα, τη διάθεση; Έτσι όπως έχω χτίσει τον εαυτό μου σπάνια μπορεί να περάσει κάτι μέσα μου, έχω φτιάξει πανοπλία. Δεν περνάει το φτηνό και το χυδαίο.

Αυτές οι ασπίδες προστασίας που χτίζετε θα μπορούσε να είναι αποτέλεσμα ψυχανάλυσης. Θυμάμαι ότι όταν πήγα σε έναν ψυχίατρο, γύρω στα 35, ήταν της μόδας τότε, μου ζήτησε να του πω το πρώτο δυσάρεστο γεγονός της ζωής μου που θυμόμουν από παιδάκι. Κι αρχίζω να ψάχνω απεγνωσμένα και να μην θυμάμαι τίποτα, ούτε ένα δυσάρεστο. Ετοιμαζόμουν να πω ένα ψέμμα γιατί ντράπηκα.

Και πώς εξελίχθηκε η συνεδρία; Μου είπε να μην ξαναπάω. «Ελάτε αργότερα, μετά από λίγο καιρό», μου είπε. Ξέρετε είναι θέμα χαρακτήρα. Δε δίνω σημασία.

Σε κάποιον που δεν σας γνωρίζει πώς συστήνεστε; Ποια ιδιότητα σας προηγείται; Ποτέ δε λέω τι είμαι. Θυμάμαι πριν από λίγα χρόνια ήμουν μπροστά στην είσοδο μιας πολυκατικίας, περίμενα μια φίλη να κατέβει και μια κυρία με ρώτησε «είστε ο υδραυλικός;». Της απάντησα «ναι, αλλά όχι για το δικό σας διαμέρισμα, για το διπλανό». Δεν θα μπορούσα να της πω «μα τι λέτε; εγώ είμαι καλλιτέχνης;» Μια άλλη φορά, τραγουδούσα με την Μελίνα Τανάγρη σε ένα ωραίο σπίτι, ήταν καμιά εκατοστή κόσμος γύρω γύρω και λέει μία «μα τι καλός που είναι αυτός, τι ωραίος καλλιτέχνης. Είναι αυτός που παίζει στο «Fort Boyard», που κάνει τον σοφό». Και απαντά η διπλανή της «είσαι στα καλά σου; τι δουλειά έχεις αυτός ο εξαιρετικός άνθρωπος με εκείνον τον βλάκα της τηλεόρασης;». Διασκέδασα τόσο πολύ με αυτό. Η μία με έβλεπε ως βλάκα, η άλλη ως καλλιτέχνη.

Τι είναι αυτό που σας παίρνει από το χέρι κάθε φορά και σας βάζει από τη μία τέχνη στην άλλη; Μια ιδέα, μια συνεργασία, ένα όνειρο; Αυτό είναι μια αντίσταση στον εαυτό μας. Θυμάμαι πολύ καλά, ήμουν σαράντα χρονών και είχα έρθει απ’ την Μπιενάλε Βενετίας, είχα παραγγελίες για έργα, εκατομμύρια, κι είπα «για στάσου, τώρα εγώ θα γεράσω και θα αντιγράφω τον εαυτό μου μέχρι τα 80; Δεν είμαστε καλά. Θα πάω στο θέατρο».

Πιο πολλά λεφτά πάντως, βγάζει κανείς από τα εικαστικά, εάν είναι μάλιστα γνωστός και μόλις έχει έρθει από την Μπιενάλε Βενετίας, παρά από το θέατρο. Από τα εικαστικά γίνεσαι εκατομμυριούχος. Εγώ κάθε φορά που πουλούσα έργα μου ντρεπόμουν γιατί έχω και την άλλη «πετριά», θέλω η τέχνη να είναι δωρεάν.

Ωραία και ευγενής ιδέα, αλλά δε θα φάει ο καλλιτέχνης; Έλα ντε. Αυτό είναι το τραγικό, η αντίφαση. Ντρέπομαι όμως να πουλάω την τέχνη μου. Κάνω βέβαια τέχνη στο facebook δωρεάν, έχω χιλιάδες ακολούθους, και ενώ μου λένε να βάλω διαφημίσεις για να βγάλω λεφτά, χιλιάδες ευρώ το μήνα, δεν το κάνω. Νομίζω ότι, χωρίς να κατηγορώ τους άλλους που το κάνουν, ότι θα μικρύνω τη σχέση που έχω με τους ανθρώπους αυτούς. Βλακώδης αντίληψη; Δεν ξέρω. Αυτό είμαι.

Πώς θα περιγράφατε τα έργα σας στα social media; Γυμναστική του μυαλού. Καθημερινό παιχνίδι. Έχουμε μάθει τα πράγματα να είναι μονοδιάστατα.

Πάμε στην παράσταση που σκηνοθετεί ο Καραθάνος, «Τζένη Τζένη – Ένα ηλιόλουστο Ρέκβιεμ». Υποδύεστε την Ματίνα Σκούταρη. Γιατί αυτή η επιλογή; Με παίρνει μια μέρα τηλέφωνο ο Νίκος-με τον οποίο έχουμε κάνει αριστουργήματα, «Γκόλφω», «Συρανό ντε Μπερζεράκ», «Δεκαήμερο», «Όρνιθες», «Βυσσινόκηπο»-και έγινε ο εξής διάλογος: Ν. Κ.: «Άγγελε, σε θέλω κοντά μου σε κάτι θεατρικό». Α.Π.: «Νίκο μου δεν μπορώ να σου αρνηθώ». Ν.Κ.: «να σου πω όμως, πρώτα τι θέλω να κάνεις, μήπως δε θέλεις». Α.Π.: «Ότι και να μου πεις, θα το κάνω». Ν.Κ. «Θα κάνεις την αδερφή μου». Α.Π.: «Ευχαρίστως». Αφού το έχει δει έτσι ο Νίκος τον εμπιστεύομαι. Τον εκτιμώ πάρα πολύ, τον αγαπάω.

Στην παράσταση «Τζένη, Τζένη. Ένα ηλιόλουστο καλοκαίρι» υποδύεται την Ματίνα Σκούταρη

Πώς το φαντάζεται δηλαδή και πώς το χτίζετε εσείς; Δεν βγαίνω να κάνω χέρια στη μέσα και τέτοια. Ο Νίκος, που υποδύεται τον Κοσμά Σκούταρη δεν ήθελε να έχει μια τυπική αδερφή-η Ματίνα Σκούταρη είναι αδερφή του- αλλά μια δωρική φιγούρα. Όλο αυτό ξεκινάει καταρχάς με την επιθυμία. Με ήθελε κοντά του στην δουλειά. Πώς λες «θα κάνω ένα τραπέζι για πέντε φίλους και σκέφτεσαι ποιούς θέλεις να καλέσεις. Κάπως έτσι. Δεν ήθελε λοιπόν μια συμβατική αδερφή, μια μεγάλη γυναίκα, γραφική. Φανταζόταν μια σαν αυτές τις γυναίκες των νησιών, που είναι θηρία, σαν άντρες, τερατώδεις. Κρατάγαν τα σπίτια, κάτι καπετάνισσες… Και βγαίνω εγώ στη σκηνή και μοιάζω σαν τρία μέτρα. Ο Νίκος είναι πιο κοντός από εμένα, βάζω και τακουνάκι.

Τον ρόλο στην ταινία τον είχε η Ελένη Ζαφειρίου. Ναι, βέβαια. Έχει σημασία πάντως να πούμε ότι δεν είναι ίδιο το έργο.

Ποια είναι η προσέγγιση; Μιλάει για τα αιώνια προβλήματα της Ελλάδας, έρωτας, πολιτική, χρήμα, φτώχεια, τα γνωστά. Είναι πρόφαση το έργο, δεν έχει καμία σχέση με το έργο, ενώ έχει. Ήταν κοινωνική σάτιρα και στην εποχή της αλλά με τον μανδύα της ελαφρότητας της κωμωδίας, γραμμένη βέβαια από Γιαλαμά-Πρετεντέρη. Ο Γιαλαμάς ήταν κομμουνιστής διωκόμενος και ο Πρετεντέρης δεξιός. Και έκαναν αυτό μαζί, είναι μαγικά αυτά τα πράγματα μέσα σε εμφύλιους και χούντες.

Τις ταινίες της Φίνος Φιλμ πώς τις θυμάστε; Το αγάπησα πολύ αυτό το σινεμά. Έχει αριστουργήματα και το ασπρόμαυρο και αργότερα το έγχρωμο, τα οποία είναι υποτιμημένα. Ο μεγαλύτερος ηθοποιός όλων των εποχών είναι ο Αυλωνίτης. Δεν τον κάλεσαν να παίξει στην Επίδαυρο. Η Βλαχοπούλου, η Βασιλειάδου… Η ίδια η Παξινού έλεγε ότι δεν υπάρχει άλλη σαν την Βλαχοπούλου… Εδώ δεν πήγε στην Επίδαυρο ο Χορν, η Λαμπέτη. Τεράστια υποτίμηση.

Γιατί δεν συνεχίστηκε αυτή η σπουδαία παράδοση στις κωμωδίες; Επειδή υπήρχε η ενοχή, η αιώνια ελληνική γκρίνια ότι η κωμωδία δείχνει ελαφριούς ανθρώπους. Ενώ συμβαίνει το αντίθετο. Να είσαι κωμικός ηθοποιός, όπως ο Λογοθετίδης… απλησίαστα μεγέθη. Αλλά μετά άρχισε η σοβαροφάνεια, μπήκε η γκρίνια και η πολιτική γκρίνια, ο εμφύλιος και ο διχασμός σε όλες τις καταστάσεις συνεχίστηκε μέσω της τέχνης. Ενώ στην μάχη νίκησαν οι δεξιοί, στην τέχνη νίκησαν οι αριστεροί.

Πώς εννοείτε την νίκη στην τέχνη; Ταυτίστηκε ο πολιτισμός με μια αριστερή κατεύθυνση. Οι δεξιοί φαίνεται ξεχάστηκαν και παρουσιάστηκε ότι πολιτισμό έκαναν μόνο αριστεροί. Που είναι και αλήθεια. Τα συζητούσαμε αυτά με τον Διονύση- είχα την τύχη μέσα στους φίλους μου να έχω τον μεγάλο Σαββόπουλο. Τα τελευταία δεκαέξι χρόνια κάναμε πολύ στενή παρέα.

Το ηλιόλουστο ρέκβιεμ στον τίτλο σε τι σκέψεις να μας οδηγήσει; Είναι μια σκέψη του Νίκου. Το ρέκβιεμ έχει μια έννοια πένθους, αλλά και ήττας, πόνου και αποχωρισμού. Βάζοντας δίπλα του τη λέξη «ηλιόλουστο» δείχνει μια χαρά για αυτά που χάνονται που μπορεί να κρύβει και μια ελπίδα. Το ελληνικό μοιρολόι μπορεί να είναι και πηγή αισιοδοξίας.

Από αριστερά: Κώστας Μπερικόπουλος, Χάρις Αλεξίου, Χρήστος Λούλης, Γαλήνη Χατζηπασχάλη, Άγγελος Παπαδημητρίου, Νίκος Καραθάνος

Αυτή η ελαφρότητα που λέγαμε πριν που χαρακτήριζε εκείνη την περίοδο του ελληνικού κινηματογράφου λέτε μας λείπει σήμερα; Μήπως το έχουμε και λίγο εξιδανικεύσει το παρελθόν; Τι σημαίνει τελικά αυτή η νοσταλγία; Συμφωνώ απολύτως. Το παρελθόν εξιδανικεύεται πάντα διότι είναι αναίμακτο και το βλέπουμε σαν μνήμη. Και τώρα έχουμε καλές ταινίες και τώρα είναι πολύ καλοί οι ηθοποιοί και το θέατρο είναι πιο δυνατό. Αλλά η Ελλάδα δεν έχει πια ενότητα ώστε να παράξει μια τραγουδίστρια σαν την Μαρίκα Νίνου, την Σοφία Βέμπο, την Μαρινέλλα αν θέλετε. Είμαστε κατακερματισμένοι.

Άλλες οι κοινωνικές συνθήκες. Η Βέμπο έγινε αυτή που έγινε γιατί τραγούδησε για το έπος του 40, ήταν η «τραγουδίστρια της νίκης». Υπήρχε ενότητα, υπήρχε θρησκεία, το Πάσχα, οι γιορτές, τα βαφτίσια.

Το Πάσχα τι συναισθήματα σας δημιουργεί; Επειδή τα τελευταία Πάσχα της ζωής μου τα έκανα μαζί με τον Σαββόπουλο και την οικογένεια του, πλέον μου θυμίζει τον Διονύση. Θεωρώ ότι ακόμα δεν έχει εκτιμηθεί αυτός ο άνθρωπος και το έργο του. Είναι τρομακτικά μεγάλο το τι έχουν προσφέρει στην Ελλάδα το τραγούδι του, οι στίχοι του, η παρουσία του. Η Μελίνα Τανάγρη μου έκανε μεγάλο δώρο ζωής όταν με σύστησε στον Διονύση και αγαπηθήκαμε. Πάω πια σε παρέες και πλήττω. Είχα μάθει με τον Διονύση τα μυαλά να πετάνε σπίθες, φασαρίες, κουβέντες όμορφες, πάθος, ανθρωπιά… Κι εγώ τώρα που σας τα λέω αυτά νομίζω ότι δεν έχω συλλάβει ακόμα το μέγεθος του. Μιλάμε για μια πολύ σοβαρή περίπτωση σύγχρονου καλλιτέχνη.

Επομένως το φετινό Πάσχα σας βρίσκει με απώλεια. Τι άλλα συναισθήματα σας δημιουργεί; Είναι μια ευκαιρία για συνάντηση με ανθρώπους, έστω κι αυτές τις λίγες ημέρες. Αλλά τώρα έχει χαθεί το περιεχόμενο. Είναι ένα τελετουργικό χωρίς βάθος.

Τα παιδικά σας Πάσχα πώς ήταν; Άλλη τύχη μεγάλη. Τα καλύτερα του κόσμου. Κήποι, τραγούδια, τραπέζια, υγεία, χαρά, μαγειρικές, χαρές, παράδεισος. Όπως το λεμονόδασος με τα εσπεριδοειδή στο σπίτι έξι στρεμμάτων, με τα δύο να είναι κήπος με πορτοκάλια, λεμόνια, γιασεμιά, δέντρα. Παράδεισος.

Αν υπήρχε παράδεισος πώς τον φαντάζεστε; Με τέτοια δέντρα; Η εικόνα του παραδείσου είναι να μιλάς με σκεπτόμενους ανθρώπους. Οι άνθρωποι είναι ο παράδεισος. Η σοβαρή επικοινωνία, όπως κάνουμε τώρα εμείς οι δύο. Ζούμε έναν μικρό παράδεισο.

Και μ’ αυτήν την ωραία σκέψη ας βάλουμε μια τελεία στην κουβέντα μας. Μα μπαίνει ποτέ τελεία; Αναγκαστικά θα βάλουμε.

Η παράσταση «Τζένη-Τζένη. Ένα ηλιόλουστο ρέκβιεμ» κάνει πρεμιέρα στις 23 Απριλίου στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά.

Σχετικά άρθρα