Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης: «Ο Παράδεισός μου είναι οι άλλοι»

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης: «Ο Παράδεισός μου είναι οι άλλοι»

Ο ποιητής, μεταφραστής και συγγραφέας Γιώργος - Ίκαρος Μπαμπασάκης με ξεναγεί στο σύμπαν του σπιτιού και του μυαλού του.

Πάντα ήθελα να μπω στο σπίτι του Ίκαρου. Με υποδέχτηκε ένα μεσημέρι και με ξενάγησε στον μικρόκοσμό του, όπου εκατοντάδες βιβλία και αντικείμενα, ευλαβικά τοποθετημένα στο χώρο, συγκροτούν ένα υπέροχα χαοτικό σκηνικό. Παρέα με τους δύο γάτους του και με την Κυψέλη μπροστά μας στο μπαλκόνι, μιλήσαμε για τις τελετουργίες της γραφής, τις παρέες, τη μνήμη, τον φόβο του χρόνου και όλα εκείνα που τον κάνουν να παραμένει αθεράπευτα περίεργος.

Δες περισσότερα άρθρα μας στις αναζητήσεις

Πρόσθεσε το ΚΛΙΚ στη Google

Ίκαρε, πάνω στο γραφείο σου στήνεις μικρόκοσμους, σαν ημερολόγια. Είναι ένας τρόπος να τοποθετείς τη δουλειά σου πριν την ξεκινήσεις;

Ναι, είναι ένας τρόπος να διευθετώ τα πυρομαχικά και τα πολεμοφόδια. Ο μπαμπάς μου ήταν στρατιωτικός και οι παππούδες και τρεις θείοι, οπότε είχα μάθει κάπως να βλέπω τη δουλειά και σαν έναν είδος μικρού πολέμου, για τον οποίο ήθελα να είμαι προετοιμασμένος. Στήνω το σκηνικό μου και μετά απρόσκοπτα κάθομαι και εργάζομαι. Η αδελφή μου μιλάει για οδοφράγματα, εγώ κάνω λόγο για οχυρό.

Το γραφείο σου έχει πάνω, εκτός από βιβλία, και κάποια αντικείμενα τα οποία αισθάνομαι ότι παίζουν κάποιο ρόλο, δεν τα έβαλες τυχαία εκεί.

Ναι, είναι μερικά που έχουν συναισθηματική αξία, κάποια γούρια και φυλαχτά. Όπως ο Μαραντόνα έκανε το σταυρό του προτού βγει στο γήπεδο, έτσι κι εγώ θέλω να έχω μια ασφάλεια, να νιώθω ότι περιβάλλομαι από πράγματα τα οποία μου προσφέρουν τη δύναμη να στρωθώ στην εργασία.

Ποια είναι τα φυλαχτά σου τώρα εδώ πάνω;

Είναι μία polaroid με τον φίλο μου Κώστα Τσώλη. Ένα πρες παπιέ με τον Ρενέ Μαγκρίτ, τον οποίο λατρεύω από μικρός, τον θεωρούσα ανέκαθεν έναν από τους πιο φιλοσοφικούς ζωγράφους γιατί πήρε τη φιλοσοφία του Έγελου και την έκανε τέχνη. Είναι μια φωτογραφία του νεαρού Τζέιμς Τζόις, διότι εδώ και δεκαετίες καταπιάνομαι με το έργο του. Είναι ένα ηχείο Marshall, το οποίο μου κρατάει μεγάλη συντροφιά, ένα κασετόφωνο Walkman, μια φωτογραφική μηχανή Kodak, ένα κομπολόι από κεχριμπάρι, γιατί σε κάθε πόλη που πηγαίνω έχω σαν γούρι να αγοράζω ένα κομπολόι. Είναι θρυλικό Ζβουμ, το φορτηγάκι Volkswagen, σε μινιατούρα, που είχε ο λατρεμένος μου ζωγράφος και νοερός μου μέντορας, ο Αλέξης Ακριθάκης. Ένα σταχτοδοχείο με το αγαπημένο μου ζώο, τη γλαύκα, η ταμπακιέρα μου, ο αναπτήρας μου.

Αν ναυαγούσες με ένα μόνο αντικείμενο σε ένα νησί, και ένα μόνο βιβλίο, ποιο θα ήθελες να ήταν αυτό;

Θα ήθελα να ήταν η μεταλλική στρατιωτική μου ταυτότητα, η οποία είναι πυρίμαχη και έχει μεγάλη συναισθηματική αξία για μένα. Και θα ήθελα να είχα μαζί μου την Οδύσσεια και την Ιλιάδα σ’ έναν τόμο. Ένα από τα παλιά μου παρατσούκλια ήταν Οδυσσέας Νόβακ.

Γιατί Οδύσσεια και γιατί Οδυσσέας;

Γιατί είχα ταυτισθεί με αυτόν τον άντρα τον πολύτροπο, τον περιπλανώμενο που πολλῶν δ ἀνθρώπων ἴδεν ἄστεα καὶ νόον ἔγνω. Επειδή ήταν ο πατέρας μου αξιωματικός, όπως και ο πατέρας του πατέρα μου, έζησα μέχρι τα δεκαέξι μια περιπλάνηση. Φαντάσου τώρα από τη Θεσσαλονίκη να πηγαίνεις στο Αγρίνιο μέσα στη Χούντα, από το Αγρίνιο στο Βόλο και πάει λέγοντας. Μόνο μέσα στην Κυψέλη έχω αλλάξει δώδεκα οδούς και σπίτια.

Είναι στο DNA σου η περιπλάνηση;

Όχι, εγώ θέλω να ριζώσω. Δεν θέλω να περιπλανώμαι, αλλά η ζωή τα έφερε έτσι που αναγκαστικά ήμουν νομάς. Και μ’ αρέσει μια φράση του Αριστοφάνη από τους Ἱππῆς που λέει «ἐν ἀγορᾷ κἀγὼ τέθραμμαι», δηλαδή και εγώ μεγάλωσα στους δρόμους. Ακόμα και εντός του άστεως, της Αθήνας ή της Κυψέλης, πάλι περιπλανιέμαι. Είμαι σπιτόγατος, μ’ αρέσει η φωλιά, αλλά μεγάλωσα στα καφενεία. Όπως όλη μου η γενιά. Αφήσαμε τα πανεπιστήμια από πολύ νωρίς, ενώ περάσαμε, μερικοί και με άριστα μάλιστα, και αρχίσαμε μια εσωτερική περιπλάνηση εντός του άστεως.

Κυψέλη, Κολωνάκι, Εξάρχεια. Η διαδρομή σου μέσα στην πόλη περνάει απ’ αυτές τις στάσεις;

Η πρώτη στάση ήταν η Κυψέλη, στην οδό Τήνου 11, όπου έμεναν κάποιοι φίλοι μου. Ο Άγγελος Σφακιανάκης και ο αείμνηστος εξάδελφος μου Εμμανουήλ Κουτσουρέλης, και είχα προσκολληθεί εκεί. Στα Εξάρχεια συχνάζαμε στα στέκια που είχαν ανοίξει, τα πρώτα μπαρ, τα καφενεία. Και Κολωνάκι με τον Ευγένιο τον Αρανίτση, στη Λυκόβρυση και κυρίως στη Δεξαμενή.

Τι πιστεύεις ότι καταλαβαίνει ένας άνθρωπος, κοιτώντας το γραφείο σου, για σένα;

Δεν ξέρω. Μπορεί να με θεωρεί παράφρονα, ανισόρροπο. Όλοι εμείς που καταπιανόμαστε με το γράψιμο δεν είμαστε ακριβώς σε αρίστη κατάσταση ψυχική, σωματική, πνευματική, οπότε μπορεί κάποιος να τρομάξει, να πει δεν είναι καλό αυτό το χαοτικό περιβάλλον. Εγώ θέλω βαβούρα στο γραφειόσπιτό μου. Συγκροτημένη, ωστόσο. Η διευθέτηση των αντικειμένων είναι κάτι σαν σκηνοθεσία του χώρου μου. Όταν πάω σ’ ένα ξενοδοχείο το πρώτο πράγμα που κάνω είναι να φτιάξω τη γωνιά μου, να διευθετήσω τα πράγματα μου.

Είχα διαβάσει κάποτε ένα βιβλίο που έλεγε πώς εργάζονται οι λογοτέχνες. Εσύ πώς εργάζεσαι;

Επί δύο δεκαετίες ξυπνάω στις  έξι το πρωί, ό,τι ώρα και να κοιμηθώ. Πρώτα φτιάχνω τον καφέ μου, προγευματίζω, μετά διαβάζω ένα δίωρο, και έπειτα στρώνομαι στη δουλειά. Δουλεύω ανά δίωρα, δηλαδή δύο ώρες εργασία στο γραφείο, μισή ώρα διάλειμμα, ένας περίπατος, μουσική. Κατόπιν, ξανά πάλι αυτό μέχρι αργά το βράδυ. Γράφω σε τετράδια με πένες και μετά επεξεργάζομαι τα κείμενα στο κομπιούτερ. Έχω έναν πίνακα, και έχω στήσει, όπως η αστυνομία, όλο το σύμπαν του μυθιστορήματος που γράφω τώρα, με φωτογραφίες, σημειώματα, αντικείμενα.

Τι γεννάει τις πιο γόνιμες ιδέες μέσα σου;

Δύο πράγματα. Το πρώτο είναι οι φίλοι. Τη  φιλία την έχω πάνω απ’ όλα. Η παρέα με τους φίλους και αυτό το αλισβερίσι που γίνεται, οι συζητήσεις, τα συναισθήματα, η ψυχική ενότητα, η ώσμωση. Είναι οι φίλοι το πρώτο,  και συνάμα η διαλεκτική παρελθόντος, παρόντος, μέλλοντος. Δηλαδή ζω πάρα πολύ κάνοντας εκδρομές στο χθες προκειμένου να οργανώσω το σήμερα και να ονειρευτώ λιγάκι το αύριο.

Έχεις πει ότι τα βιβλία συνομιλούν μεταξύ τους με κάποιο τρόπο. Ποιο βιβλίο επανέρχεται συνεχώς σε αυτή την εσωτερική συνομιλία;

Είναι κάμποσα. Είναι η Φαινομενολογία του νου, του Έγελου. Είναι το Κάτω από το Ηφαίστειο του Μάλκολμ Λόουρι. Το Ulysses του Τζόις και το Αναζητώντας τον Χαμένο Χρόνο του Προυστ. Το Infinite Jest του Ντέιβιντ Φόστερ Γουάλας.  Είναι ο Νίκος Καρούζος που με τίμησε με τη φιλία του και βουίζουν ακόμη στο μυαλό μου κουβέντες του, πέρα από τα ποιήματα του που τα διαβάζω και τα ξαναδιαβάζω. Η Οδύσσεια βεβαίως, και περιέργως είναι ο Καζαντζάκης, γιατί ο Καζαντζάκης και ο Καραγάτσης ήταν τα πρώτα πράγματα που διάβασα σε πολύ μικρή ηλικία, τον Καζαντζάκη λόγω του πατέρα μου και της κρητικής του καταγωγής. Είχα διαβάσει τον Γιούγκερμαν στα δεκατρία μου. Όσο κι αν ακούγεται παρωχημένο, ο Καζαντζάκης και ο Καραγάτσης διατηρούν για μένα μια θερμοκρασία. Σαν να γυρνάς  σε ένα καταφύγιο ορεινό, να ανάβεις το τζάκι, να φτιάχνεις ένα σπετζοφάι και να πίνεις κόκκινο κρασί. Είναι δύο δημιουργοί στους οποίους επανέρχομαι.

Το Night-club των Συνειρμών είναι το τελευταίο σου βιβλίο.

Το πατρόν, η παρτιτούρα, ας πούμε, είναι το Ulysses του Τζέιμς Τζόις. Θέλησα να συνθέσω κάτι σαν φόρο τιμής. Απαρτίζεται από δεκαοχτώ κεφάλαια, όπως και το Ulysses, χωρίς παράγραφο, ένα πράγμα ενιαίο, όπου κάποιος τύπος μιλάει ακατάσχετα σε έναν συμπότη του και του αφηγείται δεκαοχτώ ιστορίες. Έχω τη μανία να μαζεύω υλικό για εκκεντρικούς, επαναστάτες, περίεργους, λοξούς ανθρώπους. Μιλάω στο βιβλίο για έναν τροτσκιστή, τον Ποσάδα, ο οποίος ήταν Ιταλός, πήγε στην Αργεντινή, ήταν τσαγκάρης και ποδοσφαιριστής και διάβασε αρχαίους, Δημόκριτο κυρίως, έγινε μαρξιστής και ηγήθηκε ενός πολύ ισχυρού τροτσκιστικού κόμματος. Ένα υπέροχο μουρλοκομείο διότι, διαβάζοντας Δημόκριτο,  αποφάνθηκε ότι δεν υπάρχει Θεός, δεν είμαστε μόνο εμείς στο σύμπαν, και άρχισε να γράφει κείμενα μαρξιστικά στα οποία προπαγάνδιζε το να έρθουμε σε επαφή με τους εξωγήινους και να κάνουμε επανάσταση, οι εξωγήινοι και οι προλετάριοι ενάντια στους ιμπεριαλιστές. Ή ένας άλλος, ο διανοούμενος Φιλίπ Σολέρς, που διατήρησε πενήντα χρόνια ερωτικό δεσμό με την μυθιστοριογράφο Ντομινίκ Ρολάν χωρίς να πάρει κανείς χαμπάρι ότι έχουν σχέση. Με ιντριγκάρουν πολύ τέτοιες προσωπικότητες.

Έχεις αφιερώσει το βιβλίο σου στον Ηλία Λάγιο, γιατί;

Είναι αφιερωμένο στην Ειρήνη Καραγιαννοπούλου που έκανε τα έργα ζωγραφικής που κοσμούν το βιβλίο, αλλά είναι εις μνήμην Ηλία Λάγιου. Γιατί με τον Ηλία, πέραν του ότι ήμασταν φίλοι από τότε που γνωριστήκαμε μέχρι που πέθανε το 2005, συγκατοικήσαμε για ένα διάστημα στην Κυψέλη. Και είχαμε έναν ατέρμονο διάλογο. Θίγαμε ζητήματα, αυτοσχεδιάζοντας. Έχουμε συζητήσει από μάχες του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου μέχρι φιλμ γουέστερν. Θέλησα να τον συνδέσω με αυτό το βιβλίο θεωρώντας έτσι, κάπως εγωιστικά, ότι αν ζούσε τώρα θα του άρεσε.

Αυτές οι συζητήσεις σου λείπουν;

Κάποιες μου λείπουν γιατί έχω χάσει, δυστυχώς, πολλούς συνομιλητές μου, τεθνεώτες πια. Αλλά προσπαθώ με νύχια και με δόντια να υπάρχει αυτή η συνέχεια.

Αν μπορούσες να επανέλθεις σε μια δεκαετία, ποια θα ήταν αυτή;

Δεν θα ήθελα να επανέλθω. Αλλά εάν έπρεπε με το πιστόλι στον κρόταφο, θα έλεγα τέλη δεκαετίας του 1970, λίγο μετά τη Μεταπολίτευση, έως τα μέσα της δεκαετίας του 1980.

Γιατί τότε;

Γιατί ήταν πολύ ευτυχισμένα, και γόνιμα, χρόνια για μένα. Ανακάλυπτα τα πάντα. Η Μεταπολίτευση ήταν μια έκρηξη στο κρανίο. Εκεί που ήταν χούντα και είχαμε σκοτάδι και ήταν απαγορευμένα ένα σωρό πράγματα, ξαφνικά σκάει όλο αυτό, ο Μάης του 68 εν Ελλάδι. Μουσικές, στέκια, βιβλία, περιοδικά. Από πιτσιρικάς άρχισα να γράφω στο θρυλικό Ιδεοδρόμιο του Λεωνίδα Χρηστάκη. Αρχίσαμε να διαβάζουμε Βίλχελμ Ράιχ και Γκυ Ντεμπόρ, να βλέπουμε ταινίες στο Studio του Σωκράτη Καψάσκη, όλο το αμερικάνικο underground, τα πειραματικά φιλμ του Άντι Γουόρχολ. Γνωρίσαμε σημαντικούς ανθρώπους μεγαλύτερους από εμάς. Ήταν ένα τζαζ αέναο πανεπιστήμιο όλη αυτή η δεκαετία μέχρι τη δεύτερη τετραετία του Πασόκ, που άρχισε το πράγμα να γίνεται τσιφτετέλια και να ‘’κατσιφαριάζονται οι άνθρωποι’’, όπως έλεγε ο αείμνηστος Νίκος Νικολαΐδης.

Τι σου λείπει από τη σημερινή εποχή;

Πέντε εκατομμύρια δολάρια.

Ωραία απάντηση. Θα τη γράψω όπως ακριβώς την είπες.

Να τη γράψεις. Πέντε εκατομμύρια σε μικρά χαρτονομίσματα, σε μια τσάντα Τζέιμς Μπόντ.

Έχεις φανταστεί ποτέ ότι θα κέρδιζες ένα λαχείο ή μια τσάντα με εκατομμύρια δολάρια;

Όχι, γιατί δεν παίρνω λαχεία και δεν έχω θείο στην Αμερική.

Στο Νight-club των Συνειρμών σου, αν υπήρχε πόρτα και πορτιέρης, ποιος θα έμπαινε και ποιος θα έμενε απ’ έξω;

Θα έμεναν απέξω άνθρωποι μίζεροι, ελεεινοί, τρισάθλιοι, κακεντρεχείς, μνησίκακοι. Θα έμπαιναν όσοι διατηρούν την παιδικότητά τους. Και όσοι γελούν. Μ’ αρέσουν οι άνθρωποι που γελούν.

Αγαπάς ιδιαιτέρως τον Κέρουακ ή κάνω λάθος;

Δεν κάνεις λάθος. Έτυχε στα δεκαπέντε μου ν’ ακούσω στίχους του Άλλεν Γκίνσμπεργκ, από έναν συμμαθητή μου που τον σήκωσε ο φιλόλογος να πει μάθημα. Αντί για μάθημα είπε ένα ποίημα του Γκίνσμπεργκ που έλεγε ότι δεν υπάρχουν καλές κυβερνήσεις, υπάρχουν μόνο κακές κυβερνήσεις. Πήγα την άλλη μέρα στο βιβλιοπωλείο και βρήκα Γκίνσμπεργκ μεταφρασμένο από την Τζένη Μαστοράκη. Από τότε άρχισε μια αείζωη ενασχόληση με την Beat Generation. Με τον Γκίνσμπεργκ, τον Κέρουακ, τον Μπάροουζ. Έχω μεταφράσει τρία βιβλία του Κέρουακ, έχω γράψει ένα για τον Μπάροουζ. Και τώρα ετοιμάζω ένα βιβλίο για τον Γκίνσμπεργκ.

Τι θα έκανες αν δεν ήσουν συγγραφέας;

Θα ήθελα να ήμουν ο Κίθ Μουν, ο ντραμίστας, αλλά με μέλλον πιο πλούσιο σε χρόνια. Και θα ήθελα να ήμουν ο τενίστας Τζον Μάκενρο που τον λάτρευα. Έβλεπα τένις μανιωδώς γιατί έπαιζα πινγκ πονγκ. Και έκλεβα ιδέες από την αντισφαίριση του τένις και τις εφάρμοζα στην επιτραπέζια αντισφαίριση.

Οι διαδρομές σου μέσα στο σπίτι ποιες είναι;

Η μαύρη αλήθεια είναι ότι είμαι ιδρυματοποιημένος. Οι διαδρομές μου είναι γελοιωδώς οι ίδιες. Δεν αυτοσχεδιάζω. Και στην πόλη, το ίδιο, δεν χάνομαι. Με το ζόρι καμιά φορά πιέζω τον εαυτό μου να αλλάξει τη γωνιά στην οποία κάθεται. Τώρα επίτηδες έχω στήσει τέσσερα γραφεία. Το κλασικό, αυτό στο οποίο πήγαινα κατευθείαν με το που ξυπνούσα, αλλά και ένα που διαβάζω, ένα που γράφω στο χέρι και έχω ένα ακόμα γραφείο έξω στο μπαλκόνι.

Είσαι πολύ ενεργός στις αναρτήσεις σου, είναι ένα είδος ημερολογίου για σένα;

Γράφω ημερολόγιο, χρόνια τώρα. Γράφω καθημερινώς τι έφαγα, τι ήπια, με ποιους συναντήθηκα, τι μουσική άκουσα και τι διάβασα. Τελείως λακωνικά. Το Instagram και το Facebook και οι φωτογραφίες που αναρτώ, είναι ένας τρόπος να κρατάω λογαριασμό ποιος αλήθεια είμαι εγώ και πού πάω, τι έκανα, να μην ξεχνάω, να συγκροτώ το χρόνο μου. Με τον αιώνιο φίλο μου, τον Θάνο Σταθόπουλο, είχε πέσει ιδέα τη δεκαετία του ᾽80, δεν θυμάμαι τώρα ποιος απ᾽ τους δυο μας την έριξε, να τραβάμε κάθε μέρα μια φωτογραφία το πρόσωπό μας, εγώ τον Θάνο, ο Θάνος εμένα, για να βλέπουμε τον Θάνατο να κάνει καλά τη δουλειά του. Φαντάσου τι installation θα ήταν αυτό σε μια γκαλερί τώρα.

Οι εμμονές σου ποιες είναι;

Ο χρόνος, ο θάνατος, οι άνθρωποι. Έχω φοβερή εμμονή, και σχέση αγάπης και μίσους με το χρόνο. Φοβάμαι το θάνατο, φοβάμαι τη φθορά, φοβάμαι το χρόνο. Είμαι δειλός άνθρωπος, ίσως γι’ αυτό προφυλάσσομαι τόσο. Είμαι δειλός και πολύ περίεργος. Δηλαδή ζω για τον τελευταίο δίσκο που θα βγάλει ο Μπομπ Ντίλαν, ας πούμε, ή για ένα βιβλίο πάνω στο Ulysses του Τζόις. Ο χρόνος είναι μεγάλη εμμονή, και η συνδιαλλαγή μου με τους ανθρώπους επίσης. Ο Σάρτρ έλεγε η κόλαση είναι οι άλλοι, για μένα ο παράδεισος είναι οι άλλοι. Είμαι ένα κολλάζ ανθρώπων. Δηλαδή ενέχω τον Ευγένιο Αρανίτση, τον Θάνο Σταθόπουλο, την Eva H. D., τη Μόνικα Τσακανίκα, την Εύα Στεφανή, τον Κώστα Τσώλη, την αδελφή μου. Παρότι ζω ατελείωτες ώρες μόνος, γράφοντας, ακούγοντας μουσική, οι αγαπημένοι μου είναι παρόντες όλα τα δευτερόλεπτα. Και με τους νεκρούς συγκατοικώ. Τα λέμε με τον Καρούζο καμιά φορά, με τον πατέρα μου, έχω ανοιχτά νταραβέρια με τους νεκρούς.

Έχεις φανταστεί το θάνατο σου;

Ναι. Είμαι εκατό χρονών, στα γενέθλια μου, φοράω λευκό λινό κοστούμι στυλ Τενεσί Ουίλιαμς, μπροστά μου έχω μια θεόρατη τούρτα με εκατό κεριά, κρατάω ένα μπαστούνι και πίνω ουίσκι, μου τραγουδάνε το happy birthday και όπως αρχίζω να σβήνω τα κεριά, εκπνέω στο ενενηκοστό πέμπτο και πέφτει η μούρη μου στην τούρτα.

Τι θα ήθελες να πούνε μετά την τελευταία σου πνοή;

Φαιδρός. Φαίδρος στη ζωή, Φαίδρος φαιδρός στο θάνατο.

Σχετικά άρθρα