Μαζωνάκης: Post πάνω από το φέρετρο, η Αφροδίτη Μάνου «συγγνώμη, κύριε, ποιος είστε» και η τηλεόραση -παραδόξως- στο ύψος της
Από τις αναρτήσεις πάνω από το φέρετρο με το ένα χέρι να κρατά το κινητό, στην τηλεόραση που για μια φορά κατάφερε να κρατήσει χαμηλούς τόνους και αξιοπρέπεια
Περιεχόμενα
Λίγες είναι οι φορές, που το τραύμα του καθενός, ακουμπά σε ομολογημένες πληγές μέσα απ την τέχνη, καλλιτεχνών, που συγκεντρώνουν πάνω τους, θαυμασμό, παραφορά, λατρεία, άποψη για λεπτομέρειες της ζωής των άλλων, αφοσίωση, οικειότητα κάποτε αδιάκριτη, δικαιώματα πάνω στην δημόσια ύπαρξη. Μοίρα ειδώλων λοιπόν. Και τα είδωλα, από τη πλευρά τους, χρειάζονται καθρέφτες, τον αντικατοπτρισμό τους για την επιβεβαίωση της ύπαρξής τους, με την ανθρώπινη υπόσταση τους, κρυμμένη, πολύτιμα και βαθιά κάπου εντός τους, να δραπετεύει σε θλιμμένα βλέμματα, κόντρα σε πλατιά χαμόγελα και συμπεριφορές σταρίστικα αυτοπροβοκατόρικες. Το μεγαλύτερο είδωλο, το είδωλο των ειδώλων, δεν είναι άλλο από το ίδιο το «εγώ» μας, που εδώ στην περίπτωση του Γιώργου Μαζωνάκη αποθεώθηκε σε social media, αναρτήσεις πάνω από το φέρετρο με το ένα χέρι να κρατά το κινητό, για live στο TikTok και στο Insta.
Και βέβαια η καλοβαμμένη, προσεγμένα πένθιμη παρουσία των σταρ, που πιστεύουν -ακόμη!- στην αθανασία τους, να παραβγαίνουν στο ποιος ήξερε καλύτερα τον Μαζωνάκη. Και ποιος πόνεσε πιο πολύ, ποιος τον είχε δει περισσότερο από δύο φορές στα μπουζούκια και είχε πάρει το τσιγάρο τους και το ποτό τους, απ την σκηνή, όπως συνήθιζε, αλανιάρικά, πράγμα που τους έκανε τουλάχιστον συγγενείς, σύμφωνα μ’ αυτούς. Μέσα στην προσωπική, απόλυτα προβλεπόμενη και κατανοητή αυτή ιδιοτέλεια πένθους, η τηλεόραση στάθηκε στο ύψος της, τρομαγμένη, ίσως, από τις υπερβολές του παρελθόντος της, που ανταμείφθηκαν με απαξία και -κυρίως- χαμηλά νούμερα τηλεθέασης.
Και ήταν αυτή η μετρημένη σε σχέση με την ασυδοσία των social media, μικρή οθόνη, που σεβάστηκε την οριστικότητα του τέλος, εκείνου που έπαιξε τον ρόλο του ειδώλου, αλλά δεν έκρυψε ποτέ, τις όλο ανθρωπίλα ρωγμές του. Κανονικός, τρυφερός, ικανός να πέφτει και να παλεύει να σηκωθεί ξανά, με την αποδοχή της ήττας, πως μπορεί και να μη τα καταφέρνει, ειλικρινής, μοναχικός μέσα στη βοή, καταδεκτικός στην επίγνωση πως κοιτάνε αυτόν και βλέπουν τον καθρέφτη τους και το είδωλο του, συγκαταβατικός στη λατρεία και την αποθέωση που τέλειωνε στο κατώφλι του κουκλίστικου σπιτιού που ταίριαζε στον σταρ, αλλά τύλιγε στην σιωπή το παιδί απ την Νίκαια και το Πέραμα.
Διαβάστε επίσης
Η έκτακτη εμφάνιση του Κουσουλού, η τηλεόραση μετρημένη, με φοβισμένη αξιοπρέπεια και τα social ξετσίπωτα
Η τηλεόραση σε όλα τα κανάλια της και τις εκπομπές, παρακολουθούσε τον κόσμο να πλημμυρίζει, απίστευτα πολύς τους δρόμους της Νίκαιας, να κρεμιέται στα μπαλκόνια, να σκύβει από ταράτσες. Κάλυψε αυτά κύματα ανθρώπινου πελάγους στην ειλικρίνεια του αποχαιρετισμού του λαϊκού, δικού τους παιδιού τους, με τον φόβο να μην αγριέψει όλο αυτό το πλήθος και πως να τα βγάλει πέρα μαζί της. Ίσως βέβαια, αυτή η κατανόηση, οι χαμηλοί τόνοι και η αξιοπρέπεια να οφείλονται και στο ότι δεν έχουν ξεκινήσει και όλες οι εκπομπές της, με τα βαριά πυροβολικά της απελπισμένης κυνικότητας, να χάνουν πεδίο δόξης λαμπρό. Ο Πέτρος Κουσουλός στήριξε το κανάλι του, τον ΑΝΤ1 και τις ειδήσεις και την Μαρία Σαράφογλου, με τον πάντα ζυγισμένο και προσεκτικό της δημόσιο λόγο, ικανή να ανταπεξέρχεται ως αρμόζει στην κάθε περίσταση.
Σε μια πιο, μελετημένη υποδόρια τηλεοπτική προσέγγιση, η παρουσία του Κουσουλού, ήταν και μια προσπάθεια ανακοπής του Νάσου Γουμενίδη, που η εκπομπή του ξεκίνησε Δευτέρα με 1,5 στο δυναμικό κοινό και Παρασκευή είχε φτάσει στο 10. Όλα όσα θα μπορούσες να βρεις στη τηλεόραση ως αστοχίες της, ήταν μικρά μπροστά ακόμα και στην δική της θλίψη, για τον Μαζωνάκη, που θεωρούσε και αυτή βεβαιότητα της, υλικό της και τελικά, άνθρωπο της. Όπως πάντα, ρεπόρτερ αναλαμβάνουν τη μετάδοση μιας κηδείας, χωρίς να γνωρίζουν τι γίνεται στην εξόδιο ακολουθία, τον τελευταίο ασπασμό, τις δεήσεις, την ταφή και αδυνατούν να κατανοήσουν τον χρόνο και την κορύφωση του πένθους, ενώ τα λεκτικά ατοπήματα είναι τουλάχιστον τραγικά για την ελληνική γλώσσα στην οποία χρωστάνε αφού τους εμπιστεύονται δημόσιο λόγο. Όμως κι αυτά ακόμα δεν είναι της στιγμής, μικρά και γκρινιάρικα, μπροστά στην σιωπή της απουσίας, που δεν υπάρχει ως σώμα, ως σάρκα, στον απάνω κόσμο;
Διαβάστε επίσης
«… Μπουρνάζι, Αιγάλεω, Περιστέρι, ξέρω ζόρι τραβάς, μέρη που εσύ κι οι φίλες σου τα θεωρείτε μπας κλας…»
Και τα χαμηλών ενστίκτων και θλιβερών εγωισμών social media, με τα όρια μεταξύ της προσωπικής θλίψης, του δημόσιου πένθους και της ψηφιακής υπέρ προβολής να απκτούν επικίνδυνη και ξετσίπωτη ρευστότητα. Δίπλα σε εκείνους για τους οποίους τραγούδαγε ο Μαζωνάκης, που δεν είχαν ποτέ λεφτά για τα πρώτα τραπέζια πίστα, αλλά που εκείνος κατέβαινε από αυτή και πήγαινε και τους χαιρετούσε έναν – ένας, όσοι βρίσκαν στην αγρυπνία και την κηδεία τόπο για meet and greet, followers και engagement! Κάποιοι καλούν τον κόσμο να μην πενθεί έτσι, στην Νίκαια, να μην αποχαιρετά, αλλά να πάει να διαδηλώσει… έξω από το υπουργείο υγείας, που δίνει άδεια σε Ιατρεία σαν αυτό που άφησε την τελευταία του πνοή ο Μαζωνάκης.
Και μετά υπάρχουν οι υπεράνω, οι πολύ εστέτ, που δεν είχαν ακούσει Μαζώ, ποτέ, εκεί στα Βόρεια Προάστια, που παραμένουν Μαγκουφάνα, Μπουρνάκι, Μπογιάτι, Στεφάνη, ή στα Νότια, ήτοι στο ‘Ανω και Κάτω Πυρνάρι, το Λοιμικό και το Χασάνι, στη Βρωμολίμνη, η τα Σούρμενα. Δεν πειράζει! Τον ήξεραν πάντα και ήταν δικός τους, στο Πέραμα, το Κερατσίνι, τη Νίκαια – Κοκκινιά, τον Κορυδαλλο, την Δραπετσώνα, τον Άι Γιάννη Ρέντη, το Μπαρούτι και το Περιστέρι, τα Λίοσια και την Αγιά Βαρβάρα, το Χαϊδάρι και το Καματερό! Τα είχε πει ο Μαζώ, μόνος του: «Γέννημα θρέμμα δυτικής Αττικής, έχουμε περηφάνεια εδώ εμείς, και λόγο τιμής».
Καληνύχτα σας, επίσης
Μες σ’ όλο αυτό, η ανάγκη να εκθέσουν άποψη και οι διάσημοι ακόμη και αν στη στιγμή δεν ταίριαζε. Σημειώνει ως μη όφειλε η Αφροδίτη Μάνου, η οποία επίσης δεν ζει μάλλον στην Ελλάδα και στον 21ο αιώνα πως «δεν έχω τίποτα με τον άνθρωπο, ούτε που τον ήξερα -κι αυτόν και τη δουλειά του- αλλά το«λαϊκό προσκύνημα» στον νεκρό Μαζωνάκη, είναι το τελευταίο καρφί στο φέρετρο των ονείρων μιας γενιάς καλλιτεχνών, που αλλιώς τα φανταστήκαμε. Καληνύχτα σας…»!
Ο Μάλαμας, ο Νταλάρας, η Αλεξίου, η Αρβανιτάκη, ο Φοίβος Δεληβοριάς, ο Σταμάτης Κραουνάκης, οι πραγματικά σπουδαίοι, εκείνοι που μας ψήλωσαν, ξέρουν! «Αποχαιρετούμε – δυστυχώς πρόωρα – το τελευταίο λαϊκό είδωλο, έναν καλλιτέχνη καθολικής αποδοχής που ήξερε να κάνει το λαϊκό τραγούδι να μοιάζει με προσωπική εξομολόγηση. Καλό σου ταξίδι, Γιώργο», έγραψε ο Σταύρος Ξαρχάκος. Και αυτό το καλό ταξίδι Γιώργο θα ήταν ένας καλός επίλογος, αν δεν είχε προλάβει να τραγουδήσει ο ίδιος ο Μαζωνάκης: «… θα είσαι πάντα εκκρεμότητα σαν πόρτα ανοιχτή, που λείπεις, μου ‘πεσε βαρύ, με αναμνήσεις σιγοκαίγομαι και λιώνω σαν κερί».
Διαβάστε επίσης