Ο λαός του Ρέμου
Οι λαϊκοί τραγουδιστές αν είναι για λίγους δεν είναι λαϊκοί.
Έβλεπα τα βίντεο και τις φωτογραφίες από την συναυλία του Αντώνη Ρέμου στην Θεσσαλονίκη. Δεν ξέρω πόσος ακριβώς ήταν ο κόσμος: δεν έχει καμία σημασία το νούμερο. Κάτι ανάλογο στη Θεσσαλονίκη έχει να γίνει από την συναυλία των U2 που όμως είχαν στήσει την σκηνή στο λιμάνι – ο κόσμος ήταν σίγουρα λιγότερος. Επειδή τον Ρέμο τον έχω πρωτοδεί στη Θεσσαλονίκη πάνω από τριάντα χρόνια πριν και τον ξέρω προσωπικά πάνω τόσα πιστεύω πως είναι ένας ευτυχισμένος άνθρωπος. Όχι γιατί έζησα αυτό το λαϊκό προσκύνημα: έχει ζήσει κι άλλα. Αλλά γιατί είχε μπροστά στα μάτια του πραγματικά όλη την διαδρομή του: από τα Κάστρα στα άστρα. Από τα μαγαζιά των διακοσίων ατόμων στη λαοθάλασσα των 200 χιλιάδων. Δεν είναι καριέρα αυτό που έχει ζήσει: είναι πορεία προς το λαό του.
Ο Ρέμος πάντα σεβόταν αυτούς που μπορούσαν να δημιουργήσουν ένα τέτοιο κοινό και να το δουν μπροστά τους. Δεν υπήρξε από αυτούς που τραγουδούσαν για λίγους: ήταν πάντα προορισμένος να τραγουδάει για πολλούς. Το γούστο του έχει να κάνει πολύ με αυτό το γεγονός: πάντα γούσταρε λίγο πιο πολλούς αυτούς που είχαν λαούς και όχι απλά θαυμαστές. Την Μαρινέλα πχ την θαύμαζε ως ποπ είδωλο κι όχι απλά για την φωνή της. Τον Καζαντζίδη επίσης. Κάποια στιγμή είχε μια τρελή ιδέα να τον αναστήσει: να γίνει μια συναυλία με τραγούδια του στο Καλλιμάρμαρο και να τραγουδήσει το ολόγραμμα του Στέλιου – ήθελε να πληρώσει του κόσμου τα λεφτά από την τσέπη του για να ρθει από το Λας Βέγκας η σχετική τεχνολογία. Τον θυμάμαι επίσης να μιλάει με θαυμασμό για μια συναυλία του Βασίλη Καρρά που είχε τραγουδήσει ένα βράδυ μπροστά σε εικοσιπέντε χιλιάδες άτομα. Και θυμάμαι ακόμα την αγωνία του για το πως θα πάνε οι συναυλίες του το 2008 όταν για πρώτη φορά αποφάσισε να κάνει τέτοιες καλοκαιριάτικα. Δεν φοβόταν μήπως δεν έχει κόσμο: φοβόταν αν θα μπορούσε τον κόσμο να τον ευχαριστήσει αφού μέχρι τότε είχε πείρα μόνο από πίστες – μικρές ή μεγάλες.
Λίγοι μπορεί να καταλάβουν το γιατί κάποιος να κάνει μια τέτοια συναυλία για να γιορτάσει τα τριάντα του χρόνια – εννοώ γιατί να την κάνει χωρίς κανένα σχεδόν κέρδος κι απλά για να συναντήσει για ένα βράδυ τον κόσμο του. Η απάντηση είναι ότι αυτό το κάνεις όταν στην ψυχή σου είσαι πραγματικά λαϊκός τραγουδιστής, δηλαδή θες να δεις τον λαό σου μπροστά σου και να του πεις ένα ευχαριστώ. Οι λαϊκοί τραγουδιστές κάνουν καριέρα όχι βρίσκοντας τα κατάλληλα σουξέ για ένα, δυο, τρία χρόνια, αλλά χτίζοντας ένα κοινό υποχρεωτικά τεράστιο. Οι λαϊκοί τραγουδιστές αν είναι για λίγους δεν είναι λαϊκοί: απλά βολικά λαϊκοφέρνουν. Οι λαϊκοί τραγουδιστές δεν υπάρχουν χωρίς το κοινό τους: αυτό τους δίνει δύναμη. Κι ο Ρέμος το ξέρει καλύτερα ίσως από οποιονδήποτε άλλο. Στη γιορτή του ήθελε τον λαό του κι όχι απλά τους φίλους του. Αυτούς τους έχει κι άλλους δεν χρειάζεται.
Η βροχή έκανε όλα τα υπόλοιπα. Η βροχή μετέτρεψε αυτό το γιγάντιο σόου σε ένα είδος εμπειρίας και για τον τραγουδιστή και για τον λαό του. Δημιούργησε μια αμφιβολία για το αν η συναυλία θα γίνει. Μεγάλωσε τους φόβους των διοργανωτών για την επιτυχία της. Λειτούργησε ως σκηνικό για κάτι πολύ μεγάλο: κανένα κόμμα δεν μπορεί να γεμίσει αυτό τον τεράστιο χώρο – πόσο μάλλον αν έχει προηγηθεί καταρρακτώδης βροχή. Η βροχή ομογενοποίησε τον λαό του Ρέμου: δεν υπήρχαν VIP και τυχεροί, κανείς δεν γλύτωσε από δαύτη. Η ίδια η μητέρα του Αντώνη δεν κατάφερε να φτάσει όσο κοντά στην σκηνή προβλεπόταν: σκασίλα της όμως. Εμεινε να τον καμαρώνει, να σκέφτεται πως ξεκίνησε και που έφτασε. Να χαίρεται τα τριάντα χρόνια της καριέρας του όπως όλοι όσοι τον αγαπούν και φτιάξανε για χάρη του μια λαοθάλασσα.
Αν του μπει στο μυαλό να το κάνει κάθε χρόνο θα τρελάνει κόσμο. Γιατί αυτός ο έτσι κι αλλιώς τεράστιος λαός του με κάτι τέτοια μεγαλώνει. Κι αποδεικνύει ότι ο λαός δεν ξεχνά. Ούτε κάτι νύχτες που δεν ξημερώνουν, ούτε στιγμές, ούτε ότι δεν τελειώσαμε. Και είναι ένας λαός που δεν επηρεάζεται από τίποτα: μαζεύει ακόμα και τα σπασμένα τα κομμάτια κάθε νύχτας και τραγουδάει θα πρεπε…