Μυρτώ, πώς ήταν να μεγαλώνεις μέσα σε ένα βίντεο κλαμπ;
Πενήντα χρόνια μετά την κυκλοφορία των βιντεοκασετών, ζητήσαμε από μια πρώην υπάλληλο καταστήματος ενοικιάσεως ταινιών να μοιραστεί μαζί μας τις αξέχαστες εμπειρίες της.
Στο σχεδόν τρίωρης διάρκειας χορταστικό ντοκιμαντέρ του, με τίτλο «Videoheaven», ο ιδιοσυγκρασιακός Αμερικανός σκηνοθέτης Άλεξ Ρος Πέρι χρονογραφεί την ιστορία και την κουλτούρα των VHS και των βίντεο κλαμπ, σε μια ταινία που συμπίπτει με την επέτειο των πενήντα χρόνων από την κυκλοφορία των βιντεοκασετών. Στην εναρκτήρια ενότητα, με τη φωνή της ηθοποιού Μάγια Χοκ ακούμε το εξής κείμενο: «Το βίντεο κλαμπ είναι ένας τόπος ελπίδας και αγωνίας για το μέλλον. Ένα μέρος όπου οι άνθρωποι περνούν από τη μία κατάσταση στην άλλη, όπου το πνεύμα τους περιπλανιέται καθώς το σώμα τους εξετάζει. […] Τώρα που τα βίντεο κλαμπ έχουν εξαλειφθεί, οι μοναδικές αναπαραστάσεις τους υπάρχουν μόνο σε οθόνες, μέσω εικόνων που αφορούν ή προέρχονται από το παρελθόν». Ο πένθιμος τόνος είναι, δυστυχώς, ταιριαστός όσον αφορά την αμερικανική πραγματικότητα. Στην Ελλάδα, ωστόσο, η φυσική εξέλιξη των συγκεκριμένων καταστημάτων, δηλαδή τα μαγαζιά που νοικιάζουν DVDs, συνεχίζουν να αντιστέκονται στην επέλαση της ψηφιακής τεχνολογίας, αφού υπάρχουν λίγα ακόμα στο Λεκανοπέδιο.
Εξ αυτών ήταν και το Video Blue της Νέας Σμύρνης, ένα από τα πιο αγαπητά αθηναϊκά βίντεο κλαμπ, το οποίο έκλεισε οριστικά το 2020. Σαν πολλά αντίστοιχά του, επέδρασε ως σημείο αναφοράς στη γειτονιά, αποκτώντας σταθερούς θαμώνες, φιλοξενώντας πλήθος απρόοπτων ιστοριών μα κυρίως, βοηθώντας να αποκτήσει επιπλέον ποιότητες μια ρουτίνα που διαφορετικά θα ήταν αδιάφορη. Αυτό εννοούσε και ο Πέρι παραπάνω, πως ουσιαστικά στα βίντεο κλαμπ εκπληρωνόταν η υπόσχεση της ανακάλυψης που είχε τη δυναμική να σου προσφέρει αξέχαστη συναισθηματική πλήρωση. Ή όπως θα έλεγε και ο σπουδαίος σκηνοθέτης Έντουαρντ Γιανγκ, να ζούμε διπλή ζωή χάρη στο σινεμά.
Με την ευκαιρία της προαναφερθείσας επετείου, λοιπόν, η για σχεδόν μία δεκαετία υπάλληλος του Video Blue, Μυρτώ Φουτσιτζόγλου, μοιράζεται με το Κλικ τις πιο αξέχαστες στιγμές της από το κατάστημα όπου δεν εργάστηκε απλώς, αλλά διαμορφώθηκε ως σινεφίλ – και άνθρωπος θα τολμούσαμε να πούμε.

Πώς ξεκίνησες να εργάζεσαι στο Video Blue;
Η ανάμειξή μου συνέπεσε ακριβώς με την ενηλικίωσή μου. Όταν τελείωσα το σχολείο, το καλοκαίρι του 2012, ο αδερφός μου ο Νίκος που δούλευε ήδη εκεί αποφάσισε να το αγοράσει γιατί θα έκλεινε. Βρισκόμασταν κατά πολύ στην εποχή του streaming, αλλά το αγαπούσε πολύ. Ξέρω πως ακούγεται κλισέ να λες ότι «αγαπάς τη δουλειά σου», αλλά μερικές φορές συμβαίνει αυτό ακριβώς. Κάπως έτσι μπήκαμε στη δουλειά με την αδερφή μου τη Ζωή, με τα υπόλοιπα αδέρφια –πέντε σύνολο– να βοηθούν παράλληλα. Ο Νίκος ανέλαβε το οργανωτικό κομμάτι, εγώ με τη Ζωή την εξυπηρέτηση
Ποιες ήταν οι αρχικές εντυπώσεις σου;
Η αλήθεια είναι πως όταν είσαι δεκαοκτώ και έχεις μόλις βγει από το Λύκειο έχεις μεγάλη περιέργεια για την ενήλικη ζωή. Οπότε, οι αρχικές εντυπώσεις ήταν πολύ θετικές, τα έβλεπα όλα πολύ ρομαντικά. Το να βρίσκομαι ανάμεσα σε τόσους τίτλους ταινιών για να δουλεύω έμοιαζε ιδανικό για μένα. Αισθανόμουν σα να παίζω στο «Frances Ha»! (γέλια). Λάτρευα το ότι έπρεπε κάθε μέρα να βλέπουμε από μία καινούρια κυκλοφορία, ώστε στη συνέχεια να μπορούμε να την προτείνουμε. Μου άρεσε που φτιάχναμε διαφορετικά αφιερώματα κάθε μήνα με σκοπό να κινηθούν παλιές ταινίες που μπορεί να υπήρχαν στα ράφια. Μου άρεσε πολύ να χαζεύω πακέτα με τα προσεχώς, να επικοινωνώ με πωλητές, να διαλέγουμε τι θα αγοράσουμε, να φτιάχνω τα ταμπελάκια, νέους κωδικούς κ.ο.κ. Είχα αναγάγει το IMdB σε στενό συνεργάτη! (γέλια) Αντίστοιχα, κατάλαβα τι σημαίνει να παρακολουθείς μια ταινία όχι σα συνοδευτικό για πατατάκια, αλλά επειδή θέλεις να τη συζητήσεις και να την αναλύσεις. Να σε απασχολεί πραγματικά το ερώτημα «ποια ταινία θα πάρουμε να δούμε το βράδυ».

Ένα από τα κρίσιμα κομμάτια της εμπειρίας σε ένα βίντεο κλαμπ είναι η συναναστροφή με τον υπάλληλο. Θυμάμαι πως υπήρχαν κάποια καταστήματα που τα απέφευγα ακριβώς για να μην πετύχω κάποιον που δεν τα βρίσκαμε. Εσύ πώς θα περιέγραφες τον εαυτό σου;
Όσο παράξενο κι αν ακούγεται, ομολογώ πως η εξυπηρέτηση ήταν το πιο διασκεδαστικό κομμάτι της δουλειάς. Γιατί άθελά σου χτίζεις μια σχέση με τον πελάτη, σα να είχατε ένα εβδομαδιαίο ραντεβού. Απλά, αντί να πιείτε έναν καφέ και να λέτε τα νέα σας, συζητάτε για την ταινία που νοίκιασε, ποια είναι γενικώς τα γούστα του, αν προτιμά τα θρίλερ ή τις περιπέτειες, αν κοιμάται στο πρώτο μισάωρο της θέασης κ.λπ. Άρα κατέληγες να αποκτάς οικειότητα με τον άλλο. Έπειτα, όταν το αγοράσαμε το Video Blue είχε πιστό κοινό. Κάποιοι έρχονταν συγκεκριμένα για να τους προτείνει κάτι ο αδερφός μου. Οπότε, υπό μία έννοια ακολούθησα κι εγώ τα χνάρια του. Επειδή ήθελα ο πελάτης να επιστρέψει ξανά, έβλεπα συνέχεια ταινίες για να μπορώ να κάνω τις σωστές συστάσεις. Καταλαβαίνεις, φαντάζομαι, ότι ήμουν αυτός ο σπαστικός υπάλληλος που ερχόταν δίπλα σου όταν χάζευες τις νέες κυκλοφορίες για να παραλάβει το DVD από τα χέρια σου, που σε ρωτούσε αν σου σου άρεσε στη διαδρομή για το ταμείο, προτού σου πει ποια πρέπει να είναι η επόμενη επιλογή σου.

Αλήθεια, πόσες ταινίες έβλεπες στη βάρδιά σου;
Ειδικά το καλοκαίρι υπήρχαν μέρες που οριακά δεν είχες τίποτα άλλο να κάνεις. Άλλες φορές ήταν υποχρεωτικό να χαζέψεις στο γρήγορο μια κόπια για να βεβαιωθείς πως δεν κολλάει ή να ελέγξεις αν θέλει καθάρισμα. Μάλιστα, για μια περίοδο είχαμε ένα τέλειο μηχανηματάκι που το λέγαμε «πλυντήριο», αν και έμοιαζε με air fryer, όπου έβαζες μέσα το DVD με ένα ειδικό υγρό και το καθάριζε. Αφού τελείωνε σκουπίζαμε το δίσκο, κάναμε πάλι έλεγχο και ξανά από την αρχή.
Θυμάσαι καθόλου «άκυρα» περιστατικά;
Βίντεο κλαμπ ίσον «άκυρα» παρελκόμενα! (γέλια). Θυμάμαι χαρακτηριστικά μια κυρία η οποία, κάθε πρωί, ζητούσε να καλέσει από το σταθερό μας όποιον της ερχόταν εκείνη τη στιγμή. Άλλος πάλι, αρνήθηκε να πληρώσει € 2 για την ταινία που άργησε να επιστρέψει, επειδή του την είχα προτείνει εγώ και του… έπεσε βαριά, αναγκάζοντάς τον να αγοράσει χαρτομάντηλα. Παρεμπιπτόντως, κατάφερε να μην πλήρωσει. Μια ακόμη κυρία, μου ζητούσε χαρτί και στυλό για να γράψει δεκάδες τίτλους ταινιών, μαζί με την άποψή μου για αυτές, χωρίς ποτέ να νοικιάσει ούτε μία. Επίσης, ένας πελάτης επέστρεψε κράτηση με CD του Γιάννη Χαρούλη στη θήκη αντί το DVD και ένα πιτσιρίκι με πλήρωνε € 3 με δίλεπτα και μονόλεπτα. Σε όλους αυτούς προστίθενται περαστικοί που μου ζητούσαν να δοκιμάσουν στο μαγαζί την ηλεκτρική σκούπα τους και ο κύριος που περνούσε κάθε βράδυ για να μου πει «καλό ξημέρωμα». Όπως καταλαβαίνεις, πουλούσαμε ιστορίες, ζούσαμε ιστορίες.

Με τις «αυστηρώς ακατάλληλες» ταινίες τι γινόταν;
Ααα θέλεις να σου πω κι άλλα παρελκόμενα, μιλάμε για άπειρο περιεχόμενο! (γέλια) Προτού πω περισσότερο, καλό είναι να θυμόμαστε πως ο ανθρώπινος παράγοντας είναι ένας απρόβλεπτος παράγοντας. Λοιπόν, μια φορά νωρίς το πρωί, έχοντας μόλις ανοίξει το κατάστημα, εμφανίζεται ένας παππούς και μου λέει: «Συγγνώμη κοπελιά, μήπως έχετε “μίκι μάου”»; Του απάντησα καταφατικά προτού του δείξω τη συλλογή της Disney. «Όχι, δεν κατάλαβες! “Μίκι μάου” θέλω», επέμεινε κλείνοντας με νόημα το μάτι. Και τι να κάνω, γέλασα… Υπήρχε και ένας ακόμα ο οποίος έμπαινε καρφωτός στο συγκεκριμένο τμήμα χωρίς να πει «καλημέρα», έκλεβε τα εξώφυλλα των ταινιών και έφευγε. Σε τέτοιες περιπτώσεις χρειάζεται χιούμορ, υπομονή και διακριτικότητα.

Αφού κλείσατε, τι απέγινε το υλικό που περίσσεψε;
Προηγουμένως είχαμε βγάλει τα πάντα προς πώληση € 1. Βέβαια, είχαμε ήδη ξεχωρίσει τις αγαπημένες ταινιές των πιο κοντινών μας πελατών για να τους τις κάνουμε δώρο. Ήταν το ελάχιστο που μπορούσαμε να κάνουμε σαν «ευχαριστώ». Άλλες, πάλι, τις κρατήσαμε για μας και τους ανθρώπους μας. Πάντως έχει μείνει πολύ πράγμα, το σπίτι μου είναι σαν ένα μικρό βίντεο κλαμπ! (γέλια) Με τους πελάτες έχετε κρατήσει επαφές; Εγώ όχι ιδιαίτερα, η αδερφή μου κυρίως. Μια φίλη της, η Εβίτα, ήταν γνωριμία λόγω του μαγαζιού. Με ορισμένους ίσως τα πούμε στο Instagram. Αλλά, επειδή μένω ακόμα στην περιοχή, άμα συναντήσω κάποιον στο δρόμο θα τον χαιρετήσω για να πούμε δύο πράγματα. Δε σου κρύβω πως όταν λέω ότι γνωρίζομαι με κάποιον εξαιτίας του Video Blue χαίρομαι κάπως.

Θυμάσαι την τελευταία κράτηση που «χτύπησες»;
Ομολογώ πως όχι… Ωστόσο, δεν ξέρω αν πιάνεται, αλλά θυμάμαι το τραγούδι που άκουγα συνέχεια τις τελευταίες μέρες του Video Blue. Ήταν το «Où Va Le Monde» των La Femme.
Τι σου λείπει περισσότερο από τότε;
Άμα σου απαντήσω «όλα», θα γίνω μελό και γραφική; Αλλά, αλήθεια το λέω! Πριν κλείσουμε το βίντεο κλαμπ ήρθαν όλοι οι φίλοι μας για να γυρίσουμε από κοινού ένα βίντεο. Παράλληλα, έγραψα ένα ας πούμε αποχαιρετιστήριο βίντεο. Όχι τόσο για να μείνει κάτι, όσο για να μπορώ να επιστρέφω εκεί όποτε θέλω ή όποτε το χρειάζομαι. Εξάλλου, έτσι δεν κάνουμε και με την αγαπημένη μας ταινία;

Το κείμενο της Μυρτώς Φουτσιτζόγλου για το Video Blue:
«“Και είναι τότε που η ζωή απλώνει το μεγαλόπρεπο κινηματογράφο της”
Έπειτα από 32 χρόνια λειτουργίας και 8 χρόνια στα χέρια μας, το Video Blue Νέας Σμύρνης κλείνει τους προβολείς του, λέει τέλος λήψης και αφήνει τη νέα δεκαετία να ακολουθήσει τη πορεία της χωρίς επιστροφές και ενοικιάσεις. Ευχαριστούμε όλους τους ρομαντικούς που ήθελαν να πάρουν τη ταινία τους από το βίντεο κλαμπ επειδή έρχονται εδώ 20 χρόνια και νοίκιασαν το “La La Land” ενώ δεν έβλεπαν μιούζικαλ.
Όλους αυτούς που πίστευαν ότι το «Torrent» είναι περιοχή στο Καναδά. Όλους εκείνους που ήρθαν εδώ να δοκιμάσουν εάν δουλεύει η σκούπα τους, να βγάλουν φωτοτυπίες, να μας ρωτήσουν εάν πουλάμε CD, να πάρουν τηλέφωνο στα Τρίκαλα ή στα ΚΤΕΛ, όλους εκείνους που μοιράστηκαν μαζί μας ιστορίες, απόψεις, για ποιο λόγο τους άρεσε το “mother!” του Αρονόφσκι και γιατί δεν τους άρεσε ο “Κυνόδοντας” του Λάνθιμου. Αυτούς που κατέθεσαν τον οβολό τους για ένα κομμάτι σινεμά. Με πολύ αγάπη και βάρος την στιγμή που όλοι αναρωτιούνται εάν υπάρχουν ακόμη βίντεο κλαμπ αλλά στεναχωριούνται όταν κλείνει και το τελευταίο έχω να πω πως το σινεμά είναι σαν τη ζωή, συνεχίζεται! Ραντεβού στα θερινά!».
Ευχαριστούμε τη Μυρτώ Φουτσιτζόγλου για την παραχώρηση των φωτογραφιών.
